Σάββατο, 10 Ιουνίου 2017

Nietzsche: Η ηθική των κυρίων και το ιερατείο

Εισαγωγικές παρατηρήσεις

Όλα τα έργα του Νίτσε, μετά το Έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρα, συλλέγουν εκείνους τους στοχασμούς του φιλοσόφου, που σε γενικές γραμμές κινούνται γύρω από τη μεταξίωση, απαξίωση, ανατροπή όλων των αξιών. Σ’ αυτά τα έργα ανήκει και η Γενεαλογία της ηθικής. Από μια ορισμένη άποψη λοιπόν αυτή η συλλογή είναι μια περι-συλλογή σχετικά με το εξής φιλοσοφικό ζήτημα: όλα τα προβλήματα της φιλοσοφίας είναι προβλήματα γύρω από την αξία. Η τελευταία τούτη καταλαμβάνει πια τη θέση, που ως την εποχή του Νίτσε κατείχε η έννοια του Είναι. Γι’ αυτό και η οδός τώρα που ριζοσπαστικοποιεί περαιτέρω τη Νιτσεϊκή σκέψη είναι η αντιστροφή του ερωτήματος για την αλήθεια της αξίας σε ερώτημα για την αξία της αλήθειας. Η φύση της αλήθειας δεν αποτελεί κάποιο δεδομένο της μεταφυσικής ούτε επίσης μια απτή κατάσταση της ζωής. Αναζητείται, για τον γερμανό φιλόσοφο, μέσα στον πλούτο της στοχαστικής σύλληψης: βούληση για δύναμη. Η εν λόγω βούληση είναι, πριν απ’ όλα, η έννοια που προσδιορίζει την κινητικότητα των όντων ως το Είναι τους. Το Είναι της ανθρώπινης ύπαρξης, υπ’ αυτό το νόημα, διεκδικεί την ηθική του νομιμοποίηση μέσα στη διόραση ή την κατανόηση της ζωής ως του έσχατου θεμέλιου όλων των αξιών. Μέσα στη ζωή και ως ζωή εκδηλώνει αυτό την ορμή για κυριαρχία και αυτο-κυριαρχία. Ποια ηθική διέπει ετούτη την κυριαρχία, ως προοπτική ανατροπής όλων των αξιών; Η ηθική των κυρίων. Από τη σκοπιά μιας τέτοιας προοπτικής, ο Νίτσε πραγματεύεται στο έργο του: Γενεαλογία της ηθικής, για μια ακόμη φορά τη διαφορά ανάμεσα στην ηθική των σκλάβων και την ηθική των κυρίων και ορισμένως την έκπτωση της δεύτερης στην πρώτη. Στον παρακάτω αφορισμό 6, από το έργο αυτό, ο φιλόσοφος ασχολείται με την ιερατική πτυχή της ηθικής των κυρίων.           

Γενεαλογία της ηθικής: αφορισμός 6

Εάν η ανώτατη κάστα είναι ταυτόχρονα η ιερατική κάστα και ως εκ τούτου προτιμάει, για τον γενικό της χαρακτηρισμό, έναν τίτλο, που να θυμίζει το ιερατικό της λειτούργημα, αυτό εξακολουθεί κατ’ αρχήν να μην αποτελεί εξαίρεση (αν και υπάρχουν αφορμές για εξαίρεση) από τούτο τον κανόνα, δηλαδή ότι η έννοια της πολιτικής υπεροχής μετατρέπεται πάντα στην έννοια της ψυχικής [ή ψυχολογικής] υπεροχής. Εδώ χρησιμοποιείται για πρώτη φορά, ως παράδειγμα, η αντίθεση «καθαρό» και «ακάθαρτου» για να δηλώσει τη διάκριση των κοινωνικών τάξεων· και αργότερα επίσης εξελίσσεται εδώ ένα «καλό» και ένα «άσχημο» προς μια κατεύθυνση που δεν αναφέρεται πια στην κοινωνική τάξη. Εξάλλου πρέπει να είναι κανείς επιφυλακτικός και να μην λαμβάνει εξ αρχής αυτές τις έννοιες «καθαρός» και «ακάθαρτος» με μια σημασία πολύ αυστηρή, πολύ ευρεία ή πολλή συμβολική: όλες οι έννοιες της πρωτόγονης ανθρωπότητας είχαν μάλλον κατανοηθεί αρχικά, σε βαθμό που ούτε καν φανταζόμαστε, ως χονδροειδείς, ακατέργαστες, εξωτερικές, στενές, ιδίως και προπαντός μη συμβολικές. Ο «καθαρός» απαρχής είναι απλώς ένας άνθρωπος που πλένεται, που απαγορεύει στον εαυτό του ορισμένες τροφές που προκαλούν δερματικές παθήσεις, που δεν κοιμάται με βρώμικες γυναίκες του κατώτερου λαού, που απεχθάνεται το αίμα, –τίποτα περισσότερο, τίποτα περισσότερο απ’ αυτό! Από την άλλη πλευρά, ολόκληρη η φύση μιας ουσιαστικά ιερατικής αριστοκρατίας δείχνει βεβαίως γιατί εδώ μπόρεσαν ακριβώς, σε ένα πρώιμο στάδιο, να εσωτερικευθούν και να οξυνθούν με επικίνδυνο τρόπο οι αξιολογικές αντιθέσεις· και πραγματικά αυτές-εδώ άνοιξαν βάραθρα τελικά ανάμεσα σε άνθρωπο και άνθρωπο, που ακόμη κι ένας Αχιλλέας της ελεύθερης σκέψης δεν θα μπορούσε να υπερπηδήσει, χωρίς να ανατριχιάσει. Απαρχής υπάρχει κάτι το νοσηρό σε τέτοιες ιερατικές αριστοκρατίες και στις κυρίαρχες εδώ συνήθειές τους, που εχθρεύονται τη δράση, πότε βυθισμένες μέσα στο όνειρο, πότε συναισθηματικά εκρηκτικές· ως επακόλουθο αυτών εμφανίζεται εκείνη η εντερική καχεξία και νευρασθένεια που σχεδόν αναπόφευκτα μαστίζει τους παπάδες όλων των εποχών· αλλά ό,τι αυτοί οι ίδιοι επινόησαν, ως γιατρικό, ενάντια σε τούτη την καχεξία τους –μπορεί να μην πει κανείς πως στο τέλος, με τις επενέργειές του, αποδείχτηκε εκατό φορές πιο επικίνδυνο από την ασθένεια που έμελλε να θεραπεύσει; Η ίδια η ανθρωπότητα υποφέρει ακόμη από τις επενέργειες αυτής της αφελούς παπαδίστικης θεραπείας! Ας σκεφτούμε, για παράδειγμα, ορισμένες μορφές δίαιτας (αποφυγή του κρέατος), τη νηστεία, τη σεξουαλική αποχή, τη φυγή «στην έρημο» (την απομόνωση σύμφωνα με το σύστημα του Weir Mitchell [Γουέιρ Μίτσελ], χωρίς βέβαια την επακόλουθη δίαιτα υπερσιτισμού και πάχους, που συνιστά το πιο αποτελεσματικό αντίδοτο σε κάθε υστερία του ασκητικού ιδεώδους): σ’ αυτά, ας προσθέσουμε και όλη την ιερατική μεταφυσική, που είναι εχθρική απέναντι στις αισθήσεις και κάνει τον άνθρωπο ράθυμο και μαλθακό· επίσης τον αυτοϋπνωτισμό που εφαρμόζουν οι παπάδες σαν τους φακίρηδες και τους Βραχμάνες –ο βραχμανισμός ως κρυστάλλινο κουμπί και έμμονη ιδέα– και τον τελικό, πολύ εύκολα κατανοητό, γενικό κορεσμό με τη ριζική του θεραπεία εκ μέρους τους, δηλαδή με το Μηδέν. Οι παπάδες ακριβώς κάνουν πολύ πιο επικίνδυνα τα πάντα· όχι μόνο τα θεραπευτικά μέσα και τις θεραπευτικές μεθόδους, αλλά και την αλαζονεία, την εκδίκηση, την οξυδέρκεια, την ακολασία, τον έρωτα, τη φιλαρχία, την αρετή, την ασθένεια· –με κάποια αμεροληψία θα μπορούσαμε αναμφίβολα να προσθέσουμε ακόμη πως ο άνθρωπος εν γένει έγινε για πρώτη φορά ένα ενδιαφέρον ζώο πάνω στο έδαφος αυτής της ουσιαστικά επικίνδυνης μορφής ύπαρξής του, της ιερατικής· ότι η ανθρώπινη ψυχή για πρώτη φορά εδώ απέκτησε βάθος και έγινε κακή, με ένα ανώτερο νόημα –και φυσικά, αυτά είναι οι δυο βασικές μορφές της μέχρι σήμερα υπεροχής του ανθρώπου έναντι των άλλων ζώων! …

Ένα σχόλιο

1. Τι θέλει να μας πει εδώ ο Νίτσε; Πως αυτοί, που συνδέουν το Είναι τους με μια πολιτική υπεροχή και υποτίθεται ότι απηχούν την ηθική των κυρίων, μπορεί να είναι ταυτόχρονα και η ιερατική κάστα. Το κύριο μέλημα λοιπόν του φιλοσόφου είναι να ερμηνεύσει από τα μέσα την εν λόγω κάστα και να δείξει την έκπτωση των Νιτσεϊκά ισχυρών σε μια κάστα αδυνάτων, που μόνη τους «ισχύς» είναι το ιερατικό λειτούργημα· και τούτο ως ένας μηχανισμός αποδυνάμωσης της αυθεντικής πνευματικότητας των ισχυρών, με το να ανάγει τα πάντα στο θεό.

2. Οι ιερατικές αριστοκρατίες, μαζί και τα ήθη τους ή οι συνήθειές τους, περιέχουν κάτι το μη-υγιές, κάτι το νοσηρό. Είναι θανάσιμοι εχθροί της ενθαδικής δράσης, που είναι καθοριστικός παράγοντας απελευθέρωσης του ανθρώπου από την πληβειακότητά του· από τη φυλάκισή του μέσα σε ένα σαθρό, δόλιο και υποκριτικό σύστημα αξιών και ηθικής: κατασκευασμένο από όλους εκείνους τους ανίκανους, που, ελλείψει του δικού τους εσωτερικού υπερ-ανθρώπου, μεταμφιέζονται σε ιερατείο ή, όπως λέει σε άλλα κείμενά του ο φιλόσοφος, σε «δημοκράτες», «σοσιαλιστές» κ.λπ., προκειμένου να εκφράσουν μια εξουσιαστική κυριαρχία, ευθέως αντίθετη προς την κατά Νίτσε ηθική των κυρίων.

3. Οι εχθρικές προς τη δράση ιερατικές αριστοκρατίες μετατρέπουν τον άνθρωπο σε ένα παθητικό ον, σε ένα ζώο χωρίς σκέψη και γι’ αυτό νωχελικό, πνιγμένο μέσα στον ατέρμονο κυκεώνα των συναισθηματικών διακυμάνσεων και της νευρασθένειας. Οι ίδιες αυτές αριστοκρατίες, ευπαθείς ρέκτες πια των εντέρων, αποξενώνονται από τον εαυτό τους και κατ’ επέκταση αποξενώνουν και όσους συνδέονται μαζί τους, καθώς μεταθέτουν τα πάντα στην ισχύ του θεού. Έτσι αυτο-αδρανοποιούνται και ως αντί-δράση σοφίζονται πάντοτε το κακό: δηλαδή παραφθείρουν ή δαιμονοποιούν καθετί με το οποίο συσχετίζονται: έπαρση, εκδίκηση, ακολασία, αρετή, φιλαρχία … Και τούτο εν ονόματι της ανωτερότητας του ανθρώπου απέναντι στα ζώα.