Πέμπτη, 15 Ιουνίου 2017

Hegel: τι είναι η Κοινή Γνώμη;

Σχετική εικόναΚοινή γνώμη: Το υποστασιακό και το ανυπόστατο

Το Ορθό και το Στρεβλό της κοινής γνώμης

Τι είναι για τον Χέγκελ η δημόσια, ήτοι κοινή, γνώμη (öffentliche Meinung); Στην ουσία της είναι η έκφραση, υπό ένα συλλογικό τρόπο εμφάνισης, κρίσεων, απόψεων, συμβολών, γνωμών των ατόμων. Ετούτη η έκφραση μεταφράζει στην πράξη την τυπική ελευθερία λόγου, που διαθέτουν τα επί μέρους άτομα μέσα σε μια κοινωνία και δη στη σημερινή μαζικοδημοκρατική κοινωνία. Αυτή η κοινή γνώμη, ως εκ της φύσης και της δομής της, «αξίζει εξίσου να εκτιμάται όσο και να περιφρονείται», (Χέγκελ: Φιλοσοφία του Δικαίου, § 318). Να εκτιμάται, γιατί είναι εκείνη η μορφή, με την οποία ο υγιής κοινός νους «ενσαρκώνει τις αιώνιες υποστασιακές αρχές της δικαιοσύνης» (§ 317). Αλλά και να περιφρονείται , γιατί συνιστά διαστροφή των υποστασιακών τούτων αρχών. Συνιστά διαστροφή αυτών των αρχών, γιατί η ίδια είναι ένα συνονθύλευμα υποκειμενικών αντιλήψεων, χωρίς κανένα υποστασιακό έρεισμα, οι οποίες όμως περνούν για περιούσια γνώση. Στη συνάφεια τούτη, ο Χέγκελ δεν αποδέχεται έτσι άκριτα την φαντασιακή οντοποίηση της έννοιας της δημοκρατίας, που στα λόγια υπερασπίζεται την ελευθερία λόγου και πράξης του ατόμου, στην ουσία όμως την υπονομεύει. Ειδικά στις εποχές μας, η ως άνω φαντασιακή οντοποίηση λειτουργεί, εν τοις πράγμασι, ως ουσιαστική κατάργηση των προαναφερθεισών «αιωνίων υποστασιακών αρχών της δικαιοσύνης». 

Κείμενο: από τη φιλοσοφία του Δικαίου (§ 317)

«Η κοινή γνώμη ενσαρκώνει [περιέχει μέσα της] τις αιώνιες υποστασιακές αρχές της δικαιοσύνης –το αληθινό περιεχόμενο και το αποτέλεσμα όλου του συνταγματικού πολιτεύματος, της νομοθεσίας και της γενικής κατάστασης ως τέτοιας– με τη μορφή του υγιούς κοινού νου ως της κοινωνικά-ηθικής βάσης που διαπερνά τους πάντες [είναι παρούσα στον καθένα] με τη μορφή προκαταλήψεων· ενσαρκώνει επίσης τις αληθινές ανάγκες και τις βαθιές τάσεις της πραγματικότητας. –Ταυτόχρονα, αυτό το εσωτερικό φτάνει στο επίπεδο της συνείδησης και παριστάνεται με γενικές προτάσεις, εν μέρει για τον εαυτό του, εν μέρει για να υπηρετήσει τη συγκεκριμένη συλλογιστική γύρω από δεδομένα, διατάξεις και σχέσεις του κράτους και από ανάγκες που συναισθανόμαστε· παρόμοια εμφανίζεται [κάνει αισθητή την παρουσία της] ολόκληρη η συμπτωματικότητα της γνώμης, η αβεβαιότητά της και η διαστρέβλωση, η ψευδής γνώση και κρίση. Εδώ πρόκειται για τη συνείδηση περί την ιδιο-τυπία της άποψης και της πληροφοριακής γνώσης· γι’ αυτό μια γνώμη, όσο πιο κακό περιεχόμενο εκφράζει, τόσο πιο ιδιό-τυπη είναι. Γιατί το κακό στο περιεχόμενό του είναι το τελείως μερικό και ιδιό-τυπο, ενώ το ορθολογικό είναι το καθεαυτό και διεαυτό καθολικό· απεναντίας, το ιδιό-τυπο είναι εκείνο, για το οποίο η γνώμη επαίρεται ότι είναι κάτι.

Γι’ αυτό δεν πρέπει να θεωρείται ως μια υποκειμενική διαφορά απόψεων, όταν τη μια φορά οι άνθρωποι λένε:

«Φωνή λαού, οργή θεού»

και την άλλη (στον Αρίοστο π.χ.)

«ότι ο αμαθής [ή αδαής] λαός τον καθένα κατσαδιάζει
και να μιλάει του αρέσει για ό,τι δεν σκαμπάζει»

ή ακόμη στον Γκαίτε

«η μάζα να χτυπήσει μπορεί
σε τούτο αυτή είναι σεβαστή.
Να κρίνει όμως δεν μπορεί,
εδώ είναι ελεεινή».

Τα πιο πάνω παραδείγματα δείχνουν πως το ίδιο το εσωτερικό Είναι της κοινής γνώμης είναι ένα περιδινούμενο όλο. Συνενώνει μέσα του μια αλήθεια και μια πλάνη: αμφότερες έχουν το χαρακτηριστικό να είναι στον εαυτό τους χωρίς αρχή και τέλος. Έτσι δεν μπορεί κανείς να πάρει στα σοβαρά, όπως λέει ο Χέγκελ, ούτε τη μια ούτε την άλλη εξωτερίκευση ή έκφραση της κοινής γνώμης. Τι μπορεί να παίρνει στα σοβαρά; Το γεγονός ότι ως κοινή γνώμη έχει έναν αντικειμενικά υποστασιακό χαρακτήρα, ο οποίος συνυφαίνεται με την ίδια την υποστασιακότητα του λαού. Το αληθινό, επομένως, το αληθινά σοβαρό, στην περίπτωση της κοινής γνώμης, είναι η εσωτερική της υπόσταση, η οποία ωστόσο αποδεικνύεται κάθε φορά ως τέτοια από τον εαυτό της μόνο και για τον εαυτό της και όχι από την πληροφορία και την απλή γνώμη ή από τη διάδοση της πληροφορίας. Ωστόσο, η φαινομενικότητα της κοινής γνώμης, δηλαδή η εκδήλωσή της, όσο κι αν δεν ανταποκρίνεται στην απόλυτη, ήτοι ολόκληρη αλήθεια, δεν παύει να αποτελεί μια κάποια φωνή της εσωτερικής υπόστασης της κοινής γνώμης. Αυτή η φωνή αρθρώνεται, κάθε φορά, σε σοβαρό λόγο, όταν δεν εξαπατάται ο λαός. Το κεντρικό λοιπόν ερώτημα που θέτει ο Χέγκελ είναι: επιτρέπεται να εξαπατάται ένας λαός; Και ο φιλόσοφος απαντά:

«Ένας λαός δεν αφήνει τον εαυτό του να εξαπατάται σχετικά με την υποστασιακή του βάση, την ουσία και τον προσδιορισμένο χαρακτήρα του πνεύματός του· εξαπατάται όμως από μόνος του σε ό,τι αφορά τον τρόπο, με τον οποίο αποκτά γνώση αυτού του χαρακτήρα και κρίνει τις πράξεις του, τα γεγονότα κ.λπ.» (§ 317).