Πέμπτη, 1 Ιουνίου 2017

Hegel: Φιλοσοφία και Πολιτική

Το τραγικό στοιχείο του Πολιτικού

Η ουσιώδης αξία του άρθρου έγκειται στο ότι προσφέρει μια βαθύτερη οικείωση με την πολιτική σκέψη του Χέγκελ και μάλιστα με πλευρές της που κατά καιρούς έχουν υποστεί βέβηλες παρερμηνείες, όπως η έννοια του κράτους, η σχέση θρησκείας και κράτους, ο ρόλος και η σημασία της κοινωνικής ηθικής, το φιλοσοφικό νόημα της μεταρρύθμισης, στο παράδειγμα της εκλογικής μεταρρύθμισης στην Αγγλία (1830-31), το πολιτικά εφικτό και ο πολιτικός ωφελιμισμός του αφηρημένου Δέοντος, το σύστημα των αναγκών, η ηθική εξαχρείωση του πλούσιου και το φρόνημα του φτωχού, η πολιτική διαφθορά και η εξιλέωσή της με τυπικούς «ηθικούς» κανόνες. Μέσα από όλες αυτές τις θεματικές, με όλες τις διακλαδώσεις τους, αναδύεται η επικαιρότητα των συγκεκριμένων πολιτικών κειμένων: απαντούν πώς γεννιέται ο πολιτικός σκοταδισμός, σαν τον δεσπόζοντα σήμερα στην Ελλάδα, τι είναι και γιατί αυτός δεν είναι μοίρα, αλλά αποβαίνει μοιραίος, όταν μια ολόκληρη πολιτική κοινωνία με όλο το κοινοβουλευτικό της προσωπικό μετατρέπεται σε καρικατούρα του εαυτού της. Επίσης μας προσφέρουν μεταστοχαστικές θεωρήσεις γύρω από τη χρήση και την κατάχρηση της πολιτικής εξουσίας. Γράφει για παράδειγμα ο Χέγκελ πως η υπονόμευση των θεσμών οφείλεται στο γεγονός: 

«ότι η κυβερνητική εξουσία βρίσκεται στα χέρια εκείνων που κατέχουν πολλά προνόμια, που αντιφάσκουν με ένα ορθολογικό, έλλογο συνταγματικό δίκαιο και με μια αληθινή νομοθεσία».

Ακόμη μας λέει πώς η αντιπολίτευση, και μάλιστα «αριστερή» αντιπολίτευση, μεταμφιέζεται, όταν έρχεται στην εξουσία:

«Άπαξ και έρχονται προς συζήτηση στο κοινοβούλιο αξιώσεις νέου είδους, που μέχρι τώρα μόλις και μετά βίας ακούγονταν με ένα ακούσιο και χωρίς συνοχή ψέλλισμα και περισσότερο ως αόριστος φόβος γι’ αυτές παρά ως πραγματική απαίτηση, η αντιπολίτευση αλλάζει τον χαρακτήρα της· … τα άτομα που από την αντιπολίτευση περνούν στην κυβέρνηση ακολουθούν στη συνέχεια τα ίδια σχεδόν αξιώματα, όπως οι απελθόντες προκάτοχοί τους. Σε εφημερίδες της γαλλικής αντιπολίτευσης διαβάζει κανείς αφελείς μεμψιμοιρίες ότι τόσα πολλά εξαιρετικά άτομα, όταν αναλαμβάνουν κυβερνητικά αξιώματα, προδίδουν την Αριστερά, στην οποία προηγουμένως ανήκαν, και αλλάζουν πορεία· πράγμα που σημαίνει δηλαδή πως, ενώ προηγουμένως είχαν ρητά παραδεχτεί in abstracto ότι υπάρχει μια κυβέρνηση, τώρα έχουν μάθει τι σημαίνει στην πράξη το να κυβερνά κανείς και ότι αυτό περικλείει κάτι περισσότερο από τις αρχές μόνο».

Με βάση αυτά τα κείμενα καταλαβαίνει κανείς πως η τρέχουσα πολιτική είναι συνώνυμη με την ανομία, την ιδιοτέλεια, τη ματαιοδοξία των πιο ανίκανων και συνάμα άξεστων ατόμων της ελληνικής κοινωνίαςˑ εκείνων ακριβώς που επιχειρούν να προωθούν το αίσθημα του δυνατού, του ικανού, του λυτρωτή για το κοινωνικό σύνολο με τη μάσκα του «υπεύθυνου» πολιτικού προσώπου, δηλαδή του κατ’ επάγγελμα πολιτικού. Όλοι αυτοί βρίσκονται, κατά περιόδους, συναθροισμένοι μέσα στο «νομοθετικό» ή εκτελεστικό βουλευτήριο της πολιτείας ή μέσα σε συντεχνιακές ενώσεις και οργανώσεις ή ακόμη και μέσα σε «μορφωτικά» ιδρύματα με ένα κοινό χαρακτηριστικό, πέραν των εικονικών ιδεολογικών τους αντιπαραθέσεων: αποτελούν μια «οχλοκρατία διανοoυμένων» [Νίτσε, KSA 7, 19 (99)], η οποία τρέφεται από τις σάρκες του λαού, των ευρέων μαζών, και όχι σπάνια με τη συγκατάθεσή τους. Επανέρχεται λοιπόν πάντοτε η ώρα, που η αυθεντική πολιτική αξίζει να αναζητείται μέσα στον φιλοσοφικό της μεταστοχασμό: να πραγματώνεται ως ελευθερία σκέψης του ατόμου και της ολότητας, εντός της οποίας μπορεί να ευδοκιμεί το ανθρωπίνως υπάρχειν. Το άτομο και η κοινωνική-πολιτική κοινότητα είναι ελεύθερες συνιστώσες του ενιαίου όλου, που λέγεται πολιτεία, όταν είναι σε θέση να ξανασκέπτονται αυτό που θεωρείται δεδομένο, λυμένο, οριστικό, αποτελειωμένο: να ξαναδιαβάζουν την ιστορία –την πολιτική– υπό τη διαλεκτική δύναμη του Φαινομενολογικού [τους] Πνεύματος, της πνευματικής ιστορίας του Εαυτού και του Άλλου, ως άλλου Εαυτού του Εαυτού.

Μια προσεκτική ανάγνωση των συγκεκριμένων εγελιανών κειμένων μεταφράζει ως εξής το πολιτικό-εκλογικό μας τοπίο της παρούσας στιγμής: μπρος γκρεμός και πίσω γκρεμός. Εν τέλει, η πολιτική σκέψη του Χέγκελ γίνεται αποκαλυπτική της παρούσας πολιτικής σκοτεινότητας και άκρως ομιλητική για το πώς διαδραματίζεται το πολιτικό γίγνεσθαι και όχι απλώς για το πώς όφειλε να είναι. Όταν το Πολιτικό, ως τέτοιο, εδράζεται μόνο και κύρια στο Δέον, είναι σαθρό και ωφελιμιστικό. Γιατί; Επειδή ο κάθε πολιτικός αγύρτης, με την επίκληση του «πρέπει» και του «οφείλειν», παραπέμπει την ευτυχία του λαού σε φρούδες «ελπίδες» ενός αβέβαιου μέλλοντος, προκειμένου με την «ηθική» επένδυση αυτού του Δέοντος, στο παρόν, να εξαπατήσει τη μάζα και να την κάνει συνεργό στις πολιτικές του δολοπλοκίες υπέρ του ατομικού του πλουτισμού. Αλήθεια, ποιος απ’ αυτούς τους πολιτικούς «ιδεολόγους» ή τις αντίστοιχες «δημοκρατικο-σοσιαλιστικές» παραφυάδες σκέφτηκε να προτείνει μείωση του χλιδάτου βουλευτικού μισθού υπέρ των πεινώντων και διψώντων; Ο Χέγκελ μας λέει: το Πολιτικό είναι τραγικό, καθώς συχνά – πυκνά το καθημερινό πολιτικό πεδίο λειτουργεί με ανεστραμμένη λογική: το αφηρημένο περνάει για συγκεκριμένο, η ανηλεής κυριαρχία του ωφελιμιστικού υποκειμένου για δικαιοκριτική πολιτική δύναμη, η οχλοκρατία για λαϊκή κυριαρχία, η κατάχρηση της εξουσίας για υπεράσπιση των αρχών δικαίου.