Δευτέρα, 12 Ιουνίου 2017

Η ευφυΐα (όπως και η βλακεία) αναγνωρίζεται, αλλά δεν ορίζεται

Δεν έχει ακόμα διατυπωθεί ένας γενικά αποδεκτός ορισμός γι’ αυτό που επιτρέπει σε κάποιον να επιλύει με επιτυχία πολύπλοκα προβλήματα ενώ κάποιος άλλος σκαλώνει και στα απλά. Ένας κάπως ικανοποιητικός ορισμός, μάλλον χάρη στη γενικότητά του, είναι του Μπερξόν για την «ισορροπία ενστίκτων και νόησης». Όντως, σωστή κρίση ή απόφαση δεν μπορεί να εξαχθεί ψυχρά, «εγκεφαλικά», με σκέτη λογική˙ ούτε παπούτσια δεν αγοράζεις μόνο με λογικά κριτήρια: μέγεθος και τιμή. Το ένα συν ένα δεν κάνουν πάντα δύο˙ η ζωή δεν πορεύεται με ξερά δεδομένα, με το «yes-no» των υπολογιστών, υπάρχουν άπειρα ενδιάμεσα και μεταβλητές, όπως τα χρώματα έχουν αποχρώσεις και οι ήχοι τόνους, που δίνουν βάθος και ποιότητα στη νόηση. Η απόλυτη λογική είναι παραλογισμός. Ένας απολύτως λογικός άνθρωπος θα ερχόταν σε σύγκρουση με τον υπόλοιπο κόσμο ως απωθητικός κρυόκωλος και αδίστακτος υπολογιστής. Και μια απολύτως λογική κοινωνία με απολύτως λογικούς ανθρώπους θα ήταν μια φρικτή κοινωνία δίχως έλεος.

Ούτε η βλακεία ορίζεται.
Άλλωστε, μόνο στις θετικές επιστήμες και στη λογική οι ορισμοί μπορούν να αποδώσουν πλήρως τις έννοιες. Η βλακεία (όπως και η ευφυΐα) δεν είναι αποκλειστικά νοητικό φαινόμενο˙ αν πιάσουμε τον ορισμό του Μπερξόν απ’ την ανάποδη, στη βλακεία έχουμε την πλήρη ανισορροπία μεταξύ ενστίκτων, συναισθημάτων και νόησης. Ο βλάκας δεν υστερεί μόνο νοητικά αλλά και συναισθηματικά, ενώ την πρωτοκαθεδρία έχει το ενστικτώδες, το άλογο και ιδιοτελές. Όσο πιο λιγόμυαλος τόσο λιγότερο μπορεί να πειθαρχήσει τις φυσικές παρορμήσεις του και τόσο πιο απότομη, άξεστη και ανάλγητη είναι η συμπεριφορά του.

Η αναισθησία του βλάκα είναι γεγονός. Στον ευφυή τα κάθε είδους συμβάντα εγγράφονται ανεξίτηλα ως γνωστικές και συναισθηματικές εμπειρίες˙ οι ευχάριστες ή οδυνηρές αναμνήσεις πλουτίζουν τον ψυχικό του κόσμο και του χαρίζουν λεπτότητα και ευαισθησία: οι έξυπνοι άνθρωποι είναι αισθαντικοί, έχουν μια αδιόρατη θλίψη πάνω τους. Το αντίθετο με τον ηλίθιο που είναι κομμάτι αδιάβροχος σ’ αυτά, αφού όσο λιγότερα εννοεί τόσο λιγότερα νιώθει˙ είναι όπως λέμε «χοντρόπετσος», δεν «συν-αισθάνεται». Ο «εντυπωτικός μηχανισμός» του αδυνατεί να καταγράψει όλη την γκάμα συναισθηματικών αποχρώσεων˙ τα περισσότερα είναι ψιλή βροχή που πέρασε.

Ο στόκος συγκινείται, χαίρεται, θυμώνει, πονάει, πεισμώνει με τα πρωτογενή. Γι’ αυτό και η επαφή του με τις τέχνες είναι από ανύπαρκτη ως επιδερμική˙ είναι φτωχός σε παραστάσεις και δεν διαθέτει τα εφόδια (κρίση και συναίσθημα) για να συμμετέχει. Οι ιδέες και οι αφηρημένες έννοιες είναι περίπου αλαμπουρνέζικα˙ συνήθως αντιλαμβάνεται και θαυμάζει ποσότητες, απτά μεγέθη, χειροπιαστά: ώρες δουλειάς και όχι αποτέλεσμα, μεγάλη ορχήστρα και όχι άκουσμα˙ πολλά λεφτά, μεγάλο σπίτι, πολύ φαΐ, μεγάλα βυζιά.