Τρίτη, 6 Ιουνίου 2017

Η καταδίκη της δεισιδαιμονίας από την αρχαία Ελληνική Σκέψη και η αναβίωσή της από τους Ρωμιούς

Σύμφωνα με αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους τα εξής τρία κοι­νωνικά φαινόμενα,
 
α) η ειδωλολατρία,
 
β) η φυσεοφοβία (πα­γανισμός) και
 
γ) η μαγεία
 
αποτελούσαν μέρη της πνευματικής μάστιγας πού (ονομαζόταν γενικά δεισιδαιμονία. Ειδικά ή δεισιδαιμονία ήταν διαδεδομένη ανάμεσα στους απαίδευτους ανθρώπους ανεξάρτητα κοινωνικής τάξης και οικονομικής επιφάνειας, κυρίως στους Ανατολικούς λαούς (Αιγυπτίους, Φοίνικες κ.λπ.). Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και σήμερα.
 
        Ο Πλούταρχος λέει σχετικά με όσους θεοποιούν από τον φό6ο του αγνώ­στου τις δυνάμεις της φύσης: «Όποιος όμως φοβάται τους θεούς φοβάται τα πάντα, τη γη, τη θάλασσα, τον ουρανό, το σκοτάδι, το φως, τον θόρυβο, τη σιωπή, το όνειρο» (Πλούταρχος, Ηθικά, «Περί δεισιδαιμονίας^. 165Ε).
 
        Ο Πλούταρχος στο χριστιανικό δίλημμα «Κόλαση ή Παράδεισος», πού κατατρύχει τους ανθρώπους και δίνει στον κλήρο θεϊκή εξουσία μέσω της «άφεσης αμαρτιών», άπαντα (αν και αγνοούσε τον Χριστιανισμό) βάσει των ελλη­νικών λαϊκών παραδόσεων περί μεταθανάτιων τιμωριών: «Γιατί όμως μα­κρηγορούμε; Για όλους τους ανθρώπους ο θάνατος είναι το τέλος της ζωής"1 άλλα όχι και της δεισιδαιμονίας, αφού αυτή περνάει τα σύνορα της ζωής προς το επέκεινα, κάνοντας τον φόβο πιο μακροχρόνιο από τον βίο, συνδέο­ντας με τον θάνατο την αντίληψη περί κακών αθανάτων και θεωρώντας, τη στιγμή πού απαλλάσσεται από τα δεινά, ότι τότε μπαίνει σε βάσανα πού δεν έχουν τελειωμό. Ανοίγουν τότε κάποιες βαθειές πύλες του Άδη και πύρινοι ποταμοί ενώνονται με ρεύματα της Στυγός, και το σκοτάδι γεμίζει από τρο­μακτικές εικόνες φανταστικών μορφών, πού επιτίθενται βγάζοντας φοβερές φωνές, ενώ δικαστές και τιμωροί, χαράδρες και κόλποι βρίθουν μύριων κακών. Με τον τρόπο αυτό η κακοδαίμων δεισιδαιμονία, με την υπερβολική προσπάθεια της ν’ αποφύγη Οτιδήποτε φαίνεται φοβερό, χωρίς να το καταλαβαίνη υποβάλλεται από μόνη της σε κάθε είδους δεινά» (Πλούταρχος, Ηθι­κά, «Περί δεισιδαιμονίας», 166Ρ).
 
        Σύμφωνα με τον Πλούταρχο δεν υπάρχει «θεός τιμωρός» παρά μόνο μέσα στα μυαλά των δεισιδαιμόνων: «Για τον δεισιδαίμονα όμως κάθε σωματική ασθένεια καθώς και ή απώλεια χρημάτων και οι θάνατοι των παιδιών του και ή κακή του πορεία και αποτυχία στην πολιτική ζωή ονομάζονται πλήγματα από τον θεό, χτυπήματα από τη θεία τύχη. Έτσι δεν τολμάει να επιχείρηση να επανόρθωση το κακά ούτε να το εξάλειψη ή να το αντιμετώπιση, για να μη δώση την εντύπωση ότι αντιδικεί με τον θεό και αντιδρά στην τιμωρία που του επιβάλλεται, αλλά, όταν είναι άρρωστος, διώχνει τον γιατρό, όταν πέν­θη, δεν αφήνει να μπη ο φιλόσοφος πού θα τον συμβουλεύση και θα τον πα­ρηγόρηση. «Άσε με», του λέει, «άνθρωπέ μου, να τιμωρηθώ ο ασεβής, ο κα­ταραμένος, ο μισητός από θεούς και δαίμονες»2 (Πλούταρχος, Ηθικά, «Περί δεισιδαιμονίας», 168C).
 
Ενάντια στην λαϊκή πίστη, πού θέλει τον θεό τιμωρό, είχε καταφερθή πριν από τον Πλούταρχο ο Πλάτων: «Τα αίτια των συμφορών κάπου αλλού πρέ­πει να αναζητάμε και όχι στο θεό» (Πλάτων, Πολιτεία. 379ο)· «Μάταια οι άνθρωποι κατηγορούν τους θεούς, υποστηρίζοντας ότι από εκείνους προέρ­χονται οι συμφορές τους» (Πλάτων, Αλκιβιάδης Α΄, 142d).
 
        Κατά της δεισιδαιμονίας έχει γράψει και ο Πρόκλος: «...μήτε να με απο­πλάνηση το γένος δεισιδαιμόνων ανθρώπων από την ιεράν οδόν την φεγγοβόλον, με τους λαμπρούς καρπούς» (Πρόκλος, Ύμνος εις τάς Μούσας).
 
        Ο Ευριπίδης επίσης έχει δριμύτατα καταφερθή εναντίον της βασκανίας, μιας μορφής δεισιδαιμονίας πού σχετίζεται με την μαγεία: «Είναι καθήκον σου να θεωρής εχθρό τον βάσκανο άνθρωπο /και να ακόλουθης τους σοφούς και όσους έχουν καλή ανατροφή» (Ευριπίδης, Αποσπάσματα).
 
        Ο Ελληνισμός ενάντιος στην αιγυπτιακή δεισιδαιμονία
 
        Ο Ελληνισμός ως ζωντανή ιδεολογία ανθρωποκεντρικοί περιεχομένου είδε τους θεούς ανθρωπόμορφους. Γι' αυτό μέσα από τα αλληγορικά μηνύ­ματα των ελληνικών μύθων δόθηκαν στους θεούς ανθρώπινες αδυναμίες με σκοπό την ηθική διδασκαλία των ανθρώπων και την κωδικοποίηση της γνώ­σης καί όχι για την διαπόμπευση των εκφράσεων του θείου. Αυτό επιβεβαι­ώνει ό Πλούταρχος: «Αλλά είναι ανόσιο να αποδίδουμε στους θεούς τα δι­κά μας ανθρώπινα πάθη η να θεωρούμε ότι τα δικά μας πάθη είναι θεϊκά» (Πλούταρχος, Ερωτικός).
 
Στην αιγυπτιακή θρησκεία ίσχυαν εντελώς διαφορετικές προτεραιότητες. Σ' αυτήν το επίκεντρο δεν ήταν ο άνθρωπος αλλά ο μονάρχης, ο Φαραώ, που θεωρούνταν γιος του θεού και θεός ο ίδιος. Σ' αυτήν την «ελέω θεού» μο­ναρχία ο Φαραώ ήταν και αρχιερέας, συγκεντρώνοντας κατά αυτόν τον τρό­πο όλες τις εξουσίες στο πρόσωπο του.
 
        Κατά την προκατακλυσμιαία εποχή ή Αίγυπτος αποτελούσε τμήμα της με­γάλης ελληνικής επικράτειας3. Μετά την καταβύθιση της Αιγηίδας ή χώρα τράβηξε τον δικό της δρόμο στην εξέλιξη της ιστορίας. Από τα «Αργοναυ­τικά» του Ορφέα γνωρίζουμε, ότι την βασική γνώση για τα θεία πράγματα την δίδαξε στην Αίγυπτο ο Ορφεύς. Ό ίδιος το Ομολογεί στους παρακάτω στίχους του: «Επίσης (σου είπα) και όσα ιερά λόγια εξεγένησα (διεκήρυξα) εις την Αίγυπτον, όταν προσήγγισα εις την ιεράν Μέμφιν και τάς ιεράς πό­λεις του "Απιδος, τάς οποίας στεφανώνει (περιβάλλει) ο Νείλος, πού χύνει πολλά νερά» (Ορφεύς, Αργοναυτικά, στ. 42-44)· «αποκαλύπτων εις τους ανθρώπους τα θέσφατα (τους χρησμούς) εις την Αίγυπτον και εις την Λιβύην» (Ορφεύς, Αργοναυτικά, στ. 102-104).
 
        Η θρησκευτική αντίληψη των Ελλήνων όμως ήταν προϊόν ελεύθερης σκέ­ψης, προσαρμοσμένης φυσικά στις ανάγκες ελεύθερων ανθρώπων. Οι ελεύ­θεροι άνθρωποι, όπως είναι γνωστό, δεν ανέχονται τυράννους. Ή Αίγυπτος όμως δεν αποτελούνταν από ελεύθερους ανθρώπους, άρα έπρεπε να βρεθή) μία λύση στο θρησκευτικό ζήτημα. Η λύση τελικά βρέθηκε. Ο Πλούταρχος μας πληροφορεί σχετικά: «Άλλοι τέλος διηγούνται, ότι κάποιος από τους φοβερούς και πανούργους εκείνους βασιλείς, καταλαβαίνοντας πώς οι Αιγύπτι­οι έχουν χαλαρό φρόνημα και είναι επιρρεπείς στις μεταβολές και τις επα­ναστάσεις κι ότι, πολυπληθείς καθώς είναι, είναι δύσκολο ν’ αντιμετωπιστούν και να κατασταλούν όταν ομογνωμούν και βρούν από κοινού, εγκατέσπειρε με τις διδαχές τον δεισιδαιμονία, αιώνια αφορμή για ακατάπαυστη διχό­νοια» (Πλούταρχος, Ηθικά, «Περί Ίσιδος καί Οσίριδος», 380Α). Ή αιγυ­πτιακή θρησκεία ήταν δηλαδή μία δεισιδαιμονική αντίληψη για τους θεούς, γεμάτη φόβους και ανασφάλειες. Καταλυτικό ρόλο στην ψυχοσύνθεση των πιστών έπαιζαν και οι κτηνόμορφες εικόνες των θεών. Βεβαίως το ιερατείο και οι μυημένοι γνώριζαν, ότι τα ζώα δεν είναι θεοί, αλλά σύμβολα. Αυτό όμως δεν το αποκάλυπταν στον λαό, πού τον ήθελαν ευκολόπιστο και φοβι­σμένο: «Στην Αίγυπτο, όταν κάποιος πλησιάζη] ένα τέμενος, εντυπωσιάζεται από τη λαμπρότητα του, από τους ιερούς του κήπους, τη ν μεγάλη είσοδο και την ομορφιά του, περιτριγυρισμένο καθώς είναι με επιβλητικές σκηνές, κι επίσης από τις γεμάτες δεισιδαιμονία Ιεροτελεστίες, που έχουν χαρακτήρα μυ­στηρίων σαν μπη όμως παραμέσα, στα ενδότερα, βλέπει να προσκυνούν μια γάτα ή ένα πίθηκο ή ένα κροκόδειλο ή σκύλο ή τράγο. Η σκοπιμότητα είναι να νομίση ο μυούμενος, ότι πίσω απ’ αυτά κρύβεται κάποιο σπουδαίο νόη­μα. Και μπορεί μεν οι χριστιανοί να κοροϊδεύουν τους Αιγυπτίους (που στο κάτω κάτω μας εξηγούν, ότι τα ζώα τα λατρεύουν ως σύμβολα αοράτων, αιω­νίων ιδεών και όχι, όπως νομίζει ο πολύς κόσμος, ως ζώα καθαυτά)...». (Κέλσος, Αληθής Λόγος Γ).
 
        Οι Έλληνες διαφωνούσαν με την τακτική υπόθαλψης της δεισιδαιμονίας των Αιγυπτίων. Ο Ξενοφάνης ο Κολοφώνιος, όπως και ο Ορφεύς, είχε δι­δάξει στους Αιγυπτίους τα ιερά μυστήρια. Προσπαθώντας να τους συνεφέρη από την δεισιδαιμονία τους δίδασκε την ορθή φύση των θεών: «Ο Ξενοφά­νης λοιπόν ό Κολοφώνιος έθεσε ως αρχή στους Αιγυπτίους, αν τους θεω­ρούσαν θεούς, να μην τους θρηνούν και, αν πάλι τους θρηνούν, να μην τους πιστεύουν για θεούς...» (Πλούταρχος, Ηθικά, «Περί Ίσιδος και Οσίριδος», 379Β).
 
        Όταν ο Ηρόδοτος4 «μπέρδεψε» τα πράγματα ανάμεσα στην ελληνική αντί­ληψη περί θείου και στο αιγυπτιακό πάνθεο, ισχυριζόμενος αστήρικτα ότι οι Αιγύπτιοι δίδαξαν τα μυστήρια και την λατρεία των θεών στους Έλληνες, πήρε την παρακάτω ώργισμένη απάντηση από τον αρχιερέα των Δελφών και φιλόσοφο Πλούταρχο: «Λέει, πώς οι Έλληνες έμαθαν από τους Αιγυπτίους τις πομπές και τις πανηγύρεις και τη λατρεία των δώδεκα θεών το όνομα μάλιστα τον Διονύσου, λέει, έμαθε από του Αιγυπτίους ο Μελάμπους, ο όποιος δίδαξε και τους άλλους Έλληνες. Τα μυστήρια επίσης και τις τελετές της Δήμητρας, λέει, μετέφεραν από την Αίγυπτο οι θυγατέρες του Δαναού. Υποστηρίζει, πώς οι Αιγύπτιοι στηθοκοπιούνται και πενθούν, άλλα δεν θέ­λει να αναφέρη προς τιμήν τίνος θεόν, διότι προσέχει τα λόγια του στα Ιερά ζητήματα. Για τον Ηρακλή όμως και για τον Διόνυσο, τους οποίους τιμούν οι Αιγύπτιοι, λέει ότι τους τιμούν ως ανθρώπους πού γέρασαν, χωρίς να δείχνη πουθενά την ίδια ευσέβεια. Υποστηρίζει παρά ταύτα, ότι ο Αιγύπτιος Ηρακλής ανήκει στους δεύτερους θεούς και ο Διόνυσος στους τρίτους, υπό την έννοια ότι κάποτε άρχισαν να υπάρχουν και ότι δεν είναι αιώνιοι. Λέει όμως, πώς εκείνοι είναι θεοί, ενώ σε τούτους πρέπει να προσφέρουμε κα­θαρμούς, θεωρώντας τους θνητούς ήρωες, και όχι να τους προσφέρουμε θυ­σίες θεωρώντας τους θεούς. Τα ίδια λέει και για τον Πάνα, ανατρέποντας με τις αλαζονικές μυθολογίες των Αίγυπτίων τα πιο σεβαστά και αγνά στοιχεία των Ελληνικών ιερών» (Πλούταρχος, Περί της Ηροδότου κακοηθείας, 857C).
 
        Ο Πλούταρχος υποστήριζε, όπως και ο Ορφεύς, ότι οι Έλληνες ήταν εκείνοι που δίδαξαν την λατρεία των θεών στους Αιγυπτίους: «...χρησιμοποιούν το όνομα Ίσις από το ίεσθαι (προχωρώ ορμητικά με γνώση και κινούμαι), διότι είναι κίνηση που διαθέτει ψυχή και φρόνηση. Στην πραγμα­τικότητα το όνομα τούτο δεν είναι βαρβαρικό, αλλά, όπως για όλους τους θεούς, υπάρχει όνομα κοινό, που προέρχεται από το θεατός και το θέων (αυτός πού τρέχει), έτσι και τη θεά τούτη από την ακριβή γνώση και συνάμα την κί­νηση Ίσιδα εμείς, Ίσιδα και οι Αιγύπτιοι αποκαλούν. Ο Όσιρις πάλι έχει όνομα σύνθετο από τα όσιος και ιερός, διότι είναι κοινός λόγος ανάμε­σα στα πράγματα τον ουρανού και τον Άδη... (...) Δεν πρέπει όμως να άπορη κανείς με τον εξελληνισμό των ονομάτων, διότι βέβαια και πολλά αλλά, που έφυγαν μαζί με τους ξενιτεμένους Έλληνες, συνεχίζουν και υπάρχουν μέχρι και σήμερα απόδημα σε άλλους λαούς... (...) ...διότι θεωρώ, πώς το πρώτο (Σάραπις) είναι ξενικό, ενώ το δεύτερο (Όσιρις) ελληνικό...» (Πλούταρχος, Ηθικά, «Περί Ίσιδος και Όσίριδος», 375C και D).
 
        Είναι ξεκάθαρο, ότι Ο Ελληνισμός δεν αποδέχεται την ειδωλολατρία, την φυσεοφοβία (παγανισμό) και την θεοποίηση των ζώων. Όλα αυτά θεω­ρούνταν στοιχεία δεισιδαιμονίας και αποτελούσαν ξένο σώμα στην Ελλη­νική Κοσμοθεωρία.
 
        Η «Ελληνική Νομαρχία» για τη ρωμαίικη δεισιδαιμονία
 
        Πολλοί υποστηρίζουν, ότι ο απελευθερωτικός αγώνας του 1821 έγινε «για της πατρίδος την ελευθερία και του Χριστού την πίστη την αγία». Αυτό δεν είναι σωστό. Διότι την ελευθερία της Ελλάδας δεν την ήθελε το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως5. Άλλα οι κύκλοι μορφωμένων Ελλήνων του εξωτε­ρικού, αφού έμαθαν τους αρχαίους συγγραφείς και αφού ένιωσαν Έλληνες (και όχι Ρωμιοί), στη συνέχεια ξεκίνησαν την ιδεολογική προετοιμασία ενός τέτοιου εγχειρήματος. Έτσι και μετά από πολλές περιπέτειες το έτος 1806 στην Ιταλία κυκλοφόρησε ένα επαναστατικό κείμενο, που έμελλε να γίνη ή ιδεολογική διακήρυξη της ελληνικής εξέγερσης. Το έργο αυτό τιτλοφορήθηκε «Ελληνική Νομαρχία», και ο συγγραφέας του παραμένει άγνωστος μέχρι και σήμερα, εφ’ όσον επέλεξε την οδό της ανωνυμίας. Είναι ο διάσημος - άση­μος «Ανώνυμος ο Έλλην». Η «Ελληνική Νομαρχία» θεωρείται ως η μόνη πρωτότυπη πραγματεία ελληνικής πολιτικής αγωγής πού συντάχτηκε τα νε­ώτερα χρόνια. Ουσιαστικά όμως είναι ή ιδεολογία του Ελληνισμού προ­σαρμοσμένη στις επικρατούσες συνθήκες των άρχων του 19ου αιώνα.
 
        Ο Ανώνυμος ήταν άνθρωπος πού είχε μελετήσει Ηρόδοτο, Πλάτωνα, Θου­κυδίδη, Ξενοφώντα και Πλούταρχο, όπως προκύπτει από την ανάγνωση της «Νομαρχίας». Ό ίδιος όμως επιλέγει να δώση το βαθύτερο ιδεολογικό του στίγμα μνημονεύοντας ιδιαίτερα τον Πλούταρχο6 στο κείμενο του. Οραματιζόμενος λοιπόν τη νέα Ελλάδα την αισθάνθηκε απαλλαγμένη από τα δε­σμά της δεισιδαιμονίας. Ό καυστικός του λόγος παρατίθεται δίχως σχόλια διότι περιττεύουν. Αρκεί να καταλάβη o αναγνώστης την διαχρονική διά­σταση της αναγκαιότητας του μηνύματος του Ελληνισμού, αλλά και τα δεινά πού προξενεί ή δεισιδαιμονία στους ανθρώπους.
 
            «Ἐσεῖς, ὦ ἀθάνατοι ψυχαί τῶν ἐλευθέρων προγόνων μου, ἐνδυναμώσατε τώρα τόν ζῆλόν μου μέ τά ἡρωικά σας ἐντάλματα, διά νά ἐκφράσω καθώς πρέπει τά τῆς Ἐλευθερίας κάλλη εἰς τούς ἀπογόνους σας. Καί σύ, ἱερά Πατρίς, ἐγκαρδίωσον καί στερέωσον τήν πρός σέ ἀγάπην μου μέ τήν ἐνθύμησιν τῶν παλαιῶν μεγαλουργη­μάτων σου, διά νά παραστήσω μέ σαφήνειαν εἰς τά τέκνα σου τάς φοβεράς χρείας σου καί νά ἐνθουσιάσω τάς ἑλληνικάς των καρδίας μέ τόν θεῖον σου ἔρωτα(7).» Αὗται αἱ τυραννίαι, ὦ Ἕλληνες, εἶναι συνθεμέναι ἀπό θεοκρατίαν καί ὀλιγαρ-χίαν»(94). «Ἡ δέ θεοκρατία εἶναι ὁ κλῆρος: (α) Οἱ ἱερεῖς, ἀγαπητοί μου, φυλάτ-τοντες ἕνα σκοπόν, καθόλου διάφορον ἀπό τούς λοιπούς συμπολίτας, πάντοτε ἐπροσπάθησαν μέ τό μέσον τῆς θεότητας νά καταδυναστεύσουν τούς συμπολίτας των, καθώς μέχρι τῆς σήμερον μέ τήν ἀμάθειαν καί κακομάθησιν ἐπέτυχαν τοῦ σκοποῦ των. Αὐτοί, καλύπτοντες μέ τίτλον ἁγιότητας τά πλέον φανερά ψεύματα, ἐγέμισαν τούς ἀδυνάτους νόας τοῦ λαοῦ ἀπό μίαν τοσαύτην δεισιδαιμονίαν, ὥστε, ἀντί νά ὀνομάσουν ψεῦμα τό ἀδύνατον, τό ὀνομάζουν ἅγιον...»(95). «Ἀπό τότε λοιπόν ἕως εἰς τούς 364 χρόνους μετά Χριστόν, ὅπου διεμοιράσθη τό Ρωμαϊκόν βασίλειον εἰς Ἀνατολικόν καί Δυτικόν, οἵ Ἕλληνες ὑπέκειντο εἰς φοβεράν τυραννίαν καί ἐπαθαν ἀνήκουστα βάσανα καί ταλαιπωρίας ἀπό τούς δια­φόρους σκληρότατους ἰμπεράτωρας, ὅπου ἡ Ρώμη τούς ἔπεμπεν. Δέν ἐδύναντο νά ἐλευθερωθῶσι ἀπό τοιοῦτον ζυγόν (ἀγκαλά καί τά ἤθη των νά μήν ἦσαν παντάπασιν διεφθαρμένα καί νά ὑπέκειντο εἰς ξένην ἀρχήν), ἐπειδή ἡ ἐπικράτεια ἦτον μεγαλωτάτη καί δέν ὑπέφερον ὅλοι ἐξ ἴσου τάς δυστυχίας καί ἐξακολούθως δέν ἠμπορούσαν νά ἑνωθοῦν ὅλοι μαζί, διά νά ἐξολοθρεύσουν τούς τυράννους των (α). Ἀπό τότε λοιπόν ὁπού ἐστερεώθη ὁ χριστιανισμός ἕως εἰς τούς 1453, ἀντί νά αὐξήσουν τά μέσα τῆς ἐλευθερώσεως των, φεῦ! ἐσμικρύνοντο. Ἡ δεισιδαιμονία και ο ψευδής τε καί μάταιος ζῆλος τῶν ἱερέων καί πατριαρχῶν κατεκυρίευσε τάς ψυχάς τῶν βασιλέων, οἱ ὁποῖοι, ἀντί νά ἐπεμελοῦντο εἰς τό νά διοικῶσι τόν λαόν καθώς ἔπρεπε, ἄλλο δέν ἐστοχάζοντο παρά νά φιλονικῶσι καί νά κτίζωσιν ἐκκλη­σίας. Τότε εἰς τήν Ἑλλάδα ἐφάνησαν τρεῖς κυριότητες: ἡ Τυραννία, τό Ἱερατεῖον καί ἡ Εὐγένεια, αἱ ὁποῖαι διά ἕνδεκα αἰῶνας σχεδόν κατέφθειραν τούς Ἕλληνας καί κατερήμωσαν τήν Ἑλλάδα. Ἡ ματαιότης τῶν πατριαρχῶν καί παπῶν ἐπροξένησε τό σχῖσμα ἀναμέσον ἡμῶν καί τῶν λατίνων. Καί ἡ δεισιδαιμονία ἥνωσεν εἰς αὐτό ἕν μῖσος φοβερόν μέχρι τῆς σήμερον.
»Ἀφοῦ, λέγω, τό Ἱερατεῖον ἠθέλησε νά ἑνωση τά ἐκκλησιαστικά ἐντάλματα μέ τούς πολιτικούς νόμους, διά νά τιμᾶται ἐν ταυτῷ καί νά ὁρίζῃ χωρίς δυσκολίαν, ἐκατάλαβεν ὅτι ἀναγκαῖον ἦτον πρότερον νά τυφλώσῃ τόν λαόν μέ τήν ἀμάθειαν, διά νά στερέωσῃ καλλιότερα τόν σκοπόν του. Καί ὄντως ἐπροσπάθησε νά ἐσβήσῃ κάθε σπουδήν εἰς τήν Ἑλλάδα καί ὑπερασπίσθη τήν ἀμάθειαν. Αἱ ἐπιστῆμαι, ὁπού πρότερον ἤνθιζον, ἄρχισαν νά μαρανθῶσι, τά σχολεῖα ἐσφαλίσθησαν, οἱ διδάσκαλοι ἐμωράνθησαν καί ἡ ἀλήθεια μέ τήν φιλοσοφίαν ἐξωρίσθησαν. Ἄλλο βιβλίον δέν εὑρίσκετο εἰμή τά πονήματα τῶν ἱερέων. Κάθε φιλόλογος ἄλλο δέν ἡμπο­ροῦσε νά ἀναγνώσῃ εἰμή τά θαύματα καί τούς βίους τῶν ἁγίων. Καί οἱ ταλαίπω­ροι Ἕλληνες, ἀγκαλά καί φιλελεύθεροι, ὑστερημένοι ὅμως ἀπό τό φῶς τῆς φιλο­σοφίας, ἔγιναν σχεδόν δοῦλοι κατά συνήθειαν, μεμεθυσμένοι δέ ἀπό τήν ἀμάθειαν καί δεισιδαιμονίαν ὑπήκουον καί ἐφοβοῦντο τούς τυράννους των, χωρίς νά ἠξεύρουν τό διατί. Ἕνας ἀφορισμός τοῦ ἀρχιερέως ἐτρόμαζεν τόσα μιλλιούνια ἀνθρώπων. Ὦ δεισιδαιμονία, πόσον φοβερά εἶσαι ἀνάμεσα εἰς τά ἀνθρώπινα πά­θη καί πόσον οὐτιδανώνεις τήν ἀνθρωπότητα, ὅταν κυριεύσῃς τάς ψυχάς τῶν ἁπλῶν καί ἀμαθῶν λαῶν, οἱ ὁποῖοι τόσον ἀπομωρώνονται, ὅπου τρέμουσιν εἰς τήν ψευδή λαλιάν σου, καθώς τά βρέφη φοβοῦνται ἕνα ὄφιν ξύλινον ἤ ἕνα χαλκοῦν λέ­οντα. Εἰς τοιαύτην κατάστασιν, ἀδελφοί μου, εὑρίσκετο ἡ Ἑλλάς, ὅταν προ 453 χρό­νων ἀπό τήν σήμερον ἡ αὐτή δεισιδαιμονία καί ἡ ἀμάθεια εἶχεν ἀναβιβάσει εἰς ὑψηλόν θρόνον ἕνα ἀχρεῖον αἰθίοπα, ὁ ὁποῖος ὥρμησε μέ τά ἅρματα του ψεύδους καί τῆς πλάνης καί ἐκυρίευσε σχεδόν τό τέταρτον τῆς γῆς» (105 έως 108).
 
        Ο Ανώνυμος επίσης καταγγέλλει ως ανθελληνική και εναντίον των συμφερόντων του Γένους την ταύτιση Εκκλησίας και Κράτους. "Ο ίδιος υπο­στηρίζει, ότι εξαιτίας αυτής της σχέσης έχουν προκληθή στους Έλληνες με­γάλα δεινά. Και το κείμενο αυτό γράφτηκε 194 έτη πριν από τις ημέρες μας, πού ή ανάμιξη της Εκκλησίας στην πολιτική εξουσία και διοίκηση διεκδι­κείται χωρίς δισταγμό αλλά και τα φαινόμενα της δεισιδαιμονίας συντη­ρούνται «καλύπτοντας με τίτλον αγιότητας τα πλέον φανερά -ψεύματα», όπως γράφει, και εν ονόματι του θεού. Γράφτηκε από έναν Έλληνα πατριώτη και επαναστάτη, πού έ6λεπε την πατρίδα του υπόδουλη και τον Κλήρο στην πλει­οψηφία του να συνεργάζεται και να εύλογη τον κατακτητή. Όπως και να το κάνουμε, η «Ελληνική Νομαρχία» είναι άδιαμφισ6ήτητο ντοκουμέντο, αν και λίαν ενοχλητικό για κάποιους. Πάντως με αυτά τα ιδεώδη του Ελληνι­σμού ζυμώθηκε ιδεολογικά και προετοιμάστηκε ή εξέγερση εναντίον των Τούρκων.
 
Το κεντρικό συμπέρασμα πάντως είναι, ότι ο Ελληνισμός είναι ασυμβίβα­στος με τη δεισιδαιμονία. Και τότε αλλά και τώρα! Και όσοι επιμένουν στην αναβίωση της δεισιδαιμονίας, δεν μετέχουν στην Ελληνική Παιδεία.
 
Υποσημειώσεις
 
1.  Δημοσθένη ς, «Περί στεφάνου » 97.
2. Το λεκτικό παραπέμπει στον «Οιδίποδα Τύραννο» του Σοφοκλή (στ. 1340).
3. Βλ. Ν.Σ. Ασπιώτη, «Οι Έλληνες θεοί της προκατακλυσμιαίας Αιγύπτου», στον «Δ», τεύχη 214 και 224-225.
4. Βλ. «Η αναξιοπιστία του Ηροδότου», «Δ», τ. 224-225.
5. Βλ. τα κείμενα των αφορισμών της Επαναστάσεως τον 1821 από τον πατριάρχη Γρηγόριο Ε΄ στον «Δαυλό», τ. 207 (Μάρτιος 1999) και 219 (Μάρτιος 2000).