Πέμπτη, 29 Ιουνίου 2017

Σικελιανός: ο ποιητής απέναντι στο σκοτάδι της εξουσίας

Άγγελος Σικελιανός: 1884–1951

Πώς ο ποιητής ορθώνεται στο δυνάστη;
–Μια ανάγνωση του ποιήματος: «Ιερά Οδός»–
                                                   
Η ιδεατή φωνή του ποιήματος

Ο Σικελιανός αντλεί γενικώς τις ιδέες του από την ελληνική παράδοση. Πώς όμως κατανοεί και προσλαμβάνει αυτή την παράδοση; Όχι προφανώς ως μια τεχνητή ή στατική αναπαράσταση του παρωχημένου ή ως μια άκριτη-προγονοπληκτική προσκόλληση στο τελευταίο τούτο, αλλά ως συνομιλία με την ελληνική σκέψη. Ποιος συνομιλεί με την ελληνική σκέψη; Εκ πρώτης όψεως ένα ποιητικό Εγώ. Στο βαθύτερη έκφρασή του ωστόσο, ένα τέτοιο Εγώ, για να είναι ο ποιητής, δηλαδή δημιουργός, πρέπει να συνδέει τη μοίρα του με τη μοίρα του λαού του, με τη γενέθλια γη του. Οδοιπορώντας ανάμεσα στα σιωπηλά και όχι λιγότερο τραγικά μονοπάτια αυτής της μοίρας, ο Σικελιανός τη βιώνει ποιητικά ως «τη νέα πληγή που μου/του άνοιξε η μοίρα».

Ο ποιητής βρίσκεται πράγματι μπροστά σε μια νέα πληγή: είναι και αυτός «σκλάβος του κόσμου» (στ. 86-87) και, δυνάμει αυτής της επίγνωσης, αναζητεί το νόημα του Είναι (του) πίσω στην ελληνική παράδοση της σκέψης/φιλοσοφίας. Η επίγνωση αυτή τον καλεί να ακούει αληθινά τη φωνή της, να συλλογίζεται αυτό που άκουσε και να μυεί την Ψυχή του μέσα σ’ αυτό. Έτσι καθιστά ικανό τον ποιητικό λόγο να επιδίδεται «σε μια συνομιλία με τη σκέψη του ελληνισμού», όπως μας λέει ο Χάιντεγκερ, και να προβάλλει αυτή τη συνομιλία ως «δρόμο της ψυχής» (στ. 130) από τη σκλαβιά στην ελευθερία: από τον σκοταδισμό-τη βαρβαρότητα και τη βία του Γύφτου, του βασανιστή της αρκούδας, – δυνάστη του κόσμου (στ. 72-73), στο ξέφωτο της μυημένης Ψυχής.

 Τις πηγές της ως άνω σκέψης, από τις οποίες αντλεί κιόλας τις εμπνεύσεις του, ο ποιητής τις αναζητεί πρωτίστως στην προσωκρατική παράδοση, ήτοι στον ορφισμό, στην πυθαγόρεια διδασκαλία, στη λατρεία του Διονύσου, στα Ελευσίνια Μυστήρια, στο μαντείο των Δελφών: εξού και η Δελφική Ιδέα. Είναι ακριβώς ετούτη η παράδοση που του εμφυσά το συναίσθημα μιας ιερής αποστολής, η οποία στο παρόν ποίημα ταυτίζεται με το καθολικό, το εκμυθευμένο, το μυσταγωγικό νόημα που περικλείει η ιερά οδός. Σύμφωνα λοιπόν με το ως άνω συναίσθημα της ιερής αποστολής, ο Σικελιανός διέρχεται μέσα από τον μύθο–σύμβολο, για να διανοίξει τη δική του στοχαστική οδό, εκείνη του οραματιστή, του μυσταγωγού και οδηγητή ενός ολόκληρου Έθνους.

Τη διάνοιξη τούτη την ομο-λογεί με την παρουσίαση, την περιγραφή της Ιεράς Οδού που βγάζει στην Ελευσίνα. Η Ιερά Οδός συνθέτει το σκηνικό ενός πνευματικού ταξιδιού, που είναι κατ’ εξοχήν κρίσιμο και τραγικό. Με δεδομένο ότι το συγκεκριμένο ποίημα γράφτηκε στο τέλος του 1934 και δημοσιεύτηκε το 1935, λίγο πριν από τον Δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, η κρισιμότητα και τραγικότητα του εν λόγω πνευματικού ταξιδιού σχετίζεται βασικά με δυο τινά: με την προσωπική κρίση, πληγή του ποιητή [=βιώματα από την αποτυχία υλοποίησης της Δελφικής Ιδέας, από την αίσθηση ενός αλλοτριωτικού, αποξενωτικού περίκοσμου, από την παγωμένη ατμόσφαιρα της εποχής και άλλα παρόμοια] και με τη νέα πληγή της αλυσοδεμένης μάνας και παιδιού, που πέφτει πάνω του ως νέα σκλαβιά, αλλά συγχρόνως του επιτείνει τη στοχαστική-σκεπτικιστική διάθεση, να πορευθεί με το επίλεκτο συναίσθημα ή συναίσθηση της ιερής του αποστολής, την οδό της μοίρας (του).

Ετούτη η οδός του επιτρέπει να ταυτίζεται με το ψυχικό σύμπαν του κόσμου και από εδώ να εξορμά προς τα μέγιστα, μη-απαλλοτριώσιμα νοήματα της ζωής. Η εξ-όρμηση τούτη προορίζεται να οδηγεί τον ποιητή και τους αναγνώστες, αλλά και ολόκληρο τον λαό μπροστά. Αλλά για να το πετύχει αυτό, πρέπει πρώτα να τον στρέψει προς τα πίσω, να τον μάθει να οπισθοδρομεί. Έτσι, η Ιερά Οδός, ήτοι η ποιητική-στοχαστική οδός, είναι ιερή, γιατί κλείνει μέσα της το μυστηριακό γεγονός: να μπορούμε να την οδεύουμε προς τα μπρος και προς τα πίσω. Πρόκειται για τη μια οδό που μας φέρνει σε συμπόρευση με το ταξίδι άλλων γενεών μέσα στους αιώνες και μας θέτει μπροστά στην τραγική αίσθηση της ζωής, όπως ετούτη η αίσθηση αναδύεται, για παράδειγμα εδώ, από την μαρτυρική ιστορία της μάνας-αρκούδας (στ. 76-80): «μαρτυρικό τεράστιο σύμβολο … ο φόρος της ψυχής».
 
              ΙΕΡΑ ΟΔΟΣ
Aπό τη νέα πληγή που μ’ άνοιξεν η μοίρα
έμπαιν’ ο ήλιος, θαρρούσα, στην καρδιά μου
με τόση ορμή, καθώς βασίλευε, όπως
από ραγισματιάν αιφνίδια μπαίνει
το κύμα σε καράβι π’ ολοένα
βουλιάζει.


                  Γιατί εκείνο πια το δείλι,
σαν άρρωστος, καιρό, που πρωτοβγαίνει
ν’ αρμέξει ζωή απ’ τον έξω κόσμον, ήμουν
περπατητής μοναχικός στο δρόμο
που ξεκινά από την Aθήνα κ’ έχει 10
σημάδι του ιερό την Eλευσίνα.
Tι ήταν για μένα αυτός ο δρόμος πάντα
σα δρόμος της Ψυχής.


                                Φανερωμένος
μεγάλος ποταμός, κυλούσε εδώθε
αργά συρμένα από τα βόδια αμάξια
γεμάτα αθεμωνιές ή ξύλα, κι άλλα
αμάξια, γοργά που προσπερνούσαν,
με τους ανθρώπους μέσα τους σαν ίσκιους.


Mα παραπέρα, σα να χάθη ο κόσμος
κ’ έμειν’ η φύση μόνη, ώρα κι ώρα 20
μιαν ησυχία βασίλεψε. K’ η πέτρα
π’ αντίκρισα σε μια άκρη ριζωμένη,
θρονί μου φάνη μοιραμένο μου ήταν
απ’ τους αιώνες. K’ έπλεξα τα χέρια,
σαν κάθισα, στα γόνατα, ξεχνώντας
αν κίνησα τη μέρα αυτή ή αν πήρα
αιώνες πίσω αυτό τον ίδιο δρόμο.

Mα να· στην ησυχία αυτή, απ’ το γύρο
τον κοντινό, προβάλανε τρεις ίσκιοι.
Ένας Aτσίγγανος αγνάντια ερχόταν, 30
και πίσωθέ του ακλούθααν, μ’ αλυσίδες
συρμένες, δυο αργοβάδιστες αρκούδες.

Kαι να· ως σε λίγο ζύγωσαν μπροστά μου
και μ’ είδε ο Γύφτος, πριν καλά προφτάσω
να τον κοιτάξω, τράβηξε απ’ τον ώμο
το ντέφι και, χτυπώντας το με τό ’να
χέρι, με τ’ άλλον έσυρε με βία
τις αλυσίδες. K’ οι δυο αρκούδες τότε
στα δυο τους σκώθηκαν, βαριά.


                                            H μία,
(ήτανε η μάνα, φανερά), η μεγάλη, 40
με πλεχτές χάντρες όλο στολισμένο
το μέτωπο γαλάζιες, κι από πάνω
μιαν άσπρη αβασκαντήρα, ανασηκώθη
ξάφνου τρανή, σαν προαιώνιο νά ’ταν
ξόανο Mεγάλης Θεάς, της αιώνιας Mάνας,
αυτής της ίδιας που ιερά θλιμμένη,
με τον καιρόν ως πήρε ανθρώπινη όψη,
για τον καημό της κόρης της λεγόνταν
Δήμητρα εδώ, για τον καημό του γιου της
πιο πέρα ήταν Aλκμήνη ή Παναγία. 50
Kαι το μικρό στο πλάγι της αρκούδι,
σα μεγάλο παιχνίδι, σαν ανίδεο
μικρό παιδί, ανασκώθηκε κ’ εκείνο
υπάκοο, μη μαντεύοντας ακόμα
του πόνου του το μάκρος, και την πίκρα
της σκλαβιάς, που καθρέφτιζεν η μάνα
στα δυο πυρά της που το κοίτααν μάτια!

Aλλ’ ως από τον κάματον εκείνη
οκνούσε να χορέψει, ο Γύφτος, μ’ ένα
πιδέξιο τράβηγμα της αλυσίδας 60
στου μικρού το ρουθούνι, ματωμένο
ακόμα απ’ το χαλκά που λίγες μέρες
φαινόνταν πως του τρύπησεν, αιφνίδια
την έκαμε, μουγκρίζοντας με πόνο,
να ορθώνεται ψηλά, προς το παιδί της
γυρνώντας το κεφάλι, και να ορχιέται
ζωηρά.


           K’ εγώ, ως εκοίταζα, τραβούσα
έξω απ’ το χρόνο, μακριά απ’ το χρόνο,
ελεύτερος από μορφές κλεισμένες
στον καιρό, από αγάλματα κ’ εικόνες· 70
ήμουν έξω, ήμουν έξω από το χρόνο.

Mα μπροστά μου, ορθωμένη από τη βία
του χαλκά και της άμοιρης στοργής της,
δεν έβλεπα άλλο απ’ την τρανήν αρκούδα
με τις γαλάζιες χάντρες στο κεφάλι,
μαρτυρικό τεράστιο σύμβολο όλου
του κόσμου, τωρινού και περασμένου,
μαρτυρικό τεράστιο σύμβολο όλου
του πόνου του πανάρχαιου, οπ’ ακόμα
δεν του πληρώθη απ’ τους θνητούς αιώνες 80
ο φόρος της ψυχής.


                         Tι ετούτη ακόμα
ήταν κ’ είναι στον Άδη.
Kαι σκυμμένο
το κεφάλι μου κράτησα ολοένα,
καθώς στο ντέφι μέσα έριχνα, σκλάβος
κ’ εγώ του κόσμου, μια δραχμή.


                            Mα ως, τέλος,
ο Aτσίγγανος ξεμάκρυνε, τραβώντας
ξανά τις δυο αργοβάδιστες αρκούδες,
και χάθηκε στο μούχρωμα, η καρδιά μου
με σήκωσε να ξαναπάρω πάλι
το δρόμον οπού τέλειωνε στα ρείπια 90
του Iερού της Ψυχής, στην Eλευσίνα.
K’ η καρδιά μου, ως εβάδιζα, βογκούσε:
«Θα ’ρτει τάχα ποτέ, θε νά ’ρτει η ώρα
που η ψυχή της αρκούδας και του Γύφτου,
κ’ η ψυχή μου, που Mυημένη τηνε κράζω,
θα γιορτάσουν μαζί;»


                              Kι ως προχωρούσα,
και βράδιαζε, ξανάνιωσα απ’ την ίδια
πληγή, που η μοίρα μ’ άνοιξε, το σκότος
να μπαίνει ορμητικά μες στην καρδιά μου,
καθώς από ραγισματιάν αιφνίδια μπαίνει 100
το κύμα σε καράβι που ολοένα
βουλιάζει. Kι όμως τέτοια ως να διψούσε
πλημμύραν η καρδιά μου, σα βυθίστη
ως να πνίγηκε ακέρια στα σκοτάδια,
σα βυθίστηκε ακέρια στα σκοτάδια,
ένα μούρμουρο απλώθη απάνωθέ μου,
ένα μούρμουρο, 107
κ’ έμοιαζ’ έλλε:
«Θά ’ρτει.»


 Ένα σχόλιο
1. Ο ποιητής είναι το σύμβολο του μοιραίου στοχαστή: ακολουθεί, ως εκ της ποιητικής του ουσίας/μοίρας, μοναχική πορεία (στ. 9-10), η οποία όμως είναι συγχρόνως και πορεία ενός ολόκληρου έθνους. Βρίσκεται λοιπόν καθοδόν, έχοντας μεταθέσει εαυτόν από το καθημερινό παρόν στο αρχέγονο παρελθόν των Ελευσίνιων Μυστηρίων: μόνος αυτός προς μόνον και γύρω του η φύση να φαντάζει βυθισμένη μέσα στη δική της συμπαντική αρμονία.

2. Ξαφνικά εμφανίζεται ο Γύφτος με τις αλυσοδεμένες αρκούδες. Η σκηνή αυτή, η πιο κεντρική μέσα στο συνολικό κορμό του ποιήματος, γίνεται η αφορμή για μεταβολή του ψυχισμού του ποιητή: από την εσωτερική γαλήνη του ποιητικού στοχασμού, καθώς οπισθοδρομεί προς την ελληνική αρχαιότητα, στην τρικυμία του ποιητικού μετα-στοχασμού, καθώς αντικρίζει τη βία του παρόντος. Μέχρι και τον στίχο 65 παρακολουθούμε τις ζωηρές εντυπώσεις από το βίαιο θέαμα των τριών σκιών: του γύφτου με τις δυο αρκούδες.

3. Το σκηνοθετημένο αυτό θέαμα αισθητοποιεί, εδώ και σήμερα, το πάσχειν του ανθρώπου, τη βία που ασκείται πάνω του, έτσι όπως συνυφαίνεται διαχρονικά με την ίδια την ύπαρξη του τελευταίου. Η αιώνια μορφή της Μάνας, υπαρξιακά και οντολογικά νοούμενη, γίνεται ο μάρτυρας αυτού του πάσχειν, της «ορθωμένης βίας του χαλκά» (στ. 72-73). Μάρτυρας με τη διπλή έννοια: αφενός, μια ύπαρξη είναι παρούσα στο γεγονός, το βλέπει, το αισθάνεται να συμβαίνει, το βεβαιώνει με τη στάση της· αφετέρου, η ύπαρξη υποφέρει ανθιστάμενη στη βία και τον πόνο. Αμφότερα εδώ συνυπάρχουν στο σύμβολο της αρκούδας.

4. Ο γύφτος –σύμβολο βίαιου, άγριου, σκληρού, άσπλαχνου δυνάστη– γίνεται φορέας, συντελεστής ενός εξουσιαστικού θεάματος, το οποίο μπορεί να ερεθίζει παιγνιωδώς την περιέργεια της καθημερινής ύπαρξης, αλλά ξεσηκώνει την ποιητική ψυχή, την ενεργοποιεί και την καθιδρύει μόνο ως εξεγερμένη σκέψη, ως ασίγαστη περίσκεψη, ως διαρκή ανησυχία για υπέρβαση των ανυπόληπτων δυναστών του σκοταδισμού και της εξουσιαστικής βίας.