Δευτέρα, 26 Ιουνίου 2017

Πότε και πώς το άγχος μας γίνεται επικίνδυνο;

Στην κοινωνία του σήμερα, με τους γρήγορους, σχεδόν άπιαστους, ρυθμούς της, όλοι είμαστε εξοικειωμένοι με την έννοια του στρες. Αγχωνόμαστε για κάθε λογής κατάσταση και γεγονός, ενώ η ίδια η λέξη έχει γίνει κομμάτι του καθημερινού λεξιλογίου μας. Σε έναν βαθμό, αυτό είναι λογικό – είναι στην φύση του ανθρώπου να αγχώνεται. Αυτό γιατί, από τους πρώτους αιώνες της εξέλιξής μας ως είδος, το συναίσθημα του άγχους χρησίμευε ώστε να αντιλαμβανόμαστε πιθανούς κινδύνους (κυριολεκτικούς και μεταφορικούς) και να αντιδρούμε κατάλληλα σε αυτούς – είτε με το να τους αντιμετωπίζουμε είτε με το να τους αποφεύγουμε. Ετούτη, η ενστικτώδης αντίδραση λέγεται ‘fight or flight’ και αντιπροσωπεύει την σημασία του άγχους για τον άνθρωπο.
 
Έτσι, το στρες μας είναι εν μέρει τόσο κατανοητό όσο και απαραίτητο. Σε έναν βαθμό. Γιατί από εκεί και πέρα, το συναίσθημα αποκτά σχεδόν ζωή από μόνο του, εξαπλώνεται και μας κυριεύει – κατάσταση που δεν επιφέρει κανένα όφελος στον άνθρωπο. Πότε το στρες μας ξεπερνά τα υγιή (απαραίτητα) επίπεδα; Πώς μπορούμε να το αναγνωρίζουμε εγκαίρως; Τι επιπτώσεις έχει αυτό; Το άγχος μας, εμφανίζεται στην σκέψη, το συναίσθημα και στο ίδιο το σώμα. Παρατηρώντας αυτά, μπορούμε να καταλάβουμε πότε είμαστε υπερβολικά αγχωμένοι και να κάνουμε προσπάθεια να το μετριάσουμε.
 
Στον τομέα της σκέψης το άγχος εμφανίζεται με την μορφή αρνητικών σκέψεων, που είναι συχνά παράλογες ή υπερβολικές. Έτσι, όταν είμαστε αγχωμένοι τείνουμε να ‘τα βλέπουμε όλα μαύρα’: Δημιουργούμε αρνητικά πιθανά σενάρια στο νου μας, καταστροφολογούμε, αρνούμαστε να αναγνωρίσουμε τα θετικά μιας κατάστασης. Ετούτες οι αρνητικές σκέψεις, με την σειρά τους, ξυπνούν αρνητικά συναισθήματα: νιώθουμε πιεσμένοι, φοβισμένοι, ίσως ακόμα και θυμωμένοι ή αγανακτισμένοι. Όσο το άγχος αυξάνεται, μπορεί να νιώσουμε αβοήθητοι, πως πνιγόμαστε και δεν υπάρχει λύση στο εκάστοτε πρόβλημα, ώσπου να καταλήξουμε να νιώθουμε απόγνωση. Όλα αυτά βέβαια έχουν αντίκτυπο και στο σώμα μας. Όταν είμαστε αγχωμένοι μπορεί να βιώνουμε μια γενικότερη σωματική ένταση. Πιο συγκεκριμένα, έχουμε ανεβασμένους παλμούς της καρδιάς (και πίεση), ακαθόριστη και κοφτή ανάσα, τρεμάμενα άκρα, ‘πλάκωμα’ στο στήθος, σφίξιμο στο στομάχι. Συχνά μπορεί να νιώθουμε κουρασμένοι και εξουθενωμένοι, περισσότερο από το αναμενόμενο, ενώ ένα αίσθημα ‘αρρώστιας’ μας κυριεύει.
 
Έτσι, το άγχος μας μετατρέπεται σε full time ημερήσιο πρόγραμμα. Μακροπρόθεσμα, όλες αυτές οι εκφάνσεις του μπορεί να μας επηρεάζουν σε ένα ευρύτερο επίπεδο. Στην σκέψη, δυσκολευόμαστε να συγκεντρωθούμε, να θυμηθούμε και να παράγουμε πνευματική δουλειά. Συναισθηματικά, η κακή διάθεση και η ένταση γίνονται ρουτίνα, και τέλος σωματικά, κανείς μπορεί να εμφανίσει πληθώρα ψυχοσωματικών συμπτωμάτων (δηλαδή προβλημάτων υγείας του σώματος που δεν εξηγούνται από σωματική πάθηση). Εδώ πρέπει να τονιστεί πως τα τελευταία χρόνια, ένα τεράστιο κύμα ερευνών έχει εστιάσει στις επιπτώσεις του χρόνιου άγχους στην υγεία. Οι περισσότερες από αυτές τις μελέτες βρήκαν σημαντική σχέση μεταξύ των υψηλών επιπέδων άγχους (μακροπρόθεσμα) και διαφόρων ασθενειών – από καρδιαγγειακά νοσήματα, μέχρι και καρκίνο.
 
Το άγχος λοιπόν είναι μια κατάσταση που μας επηρεάζει σε πολλά επίπεδα – γεγονός που το κάνει δύσκολο στην αναγνώριση ως πηγή του προβλήματος. Παρατηρώντας τον εαυτό μας μπορούμε να διακρίνουμε πότε εμφανίζουμε τα συμπτώματα του άγχους συναισθηματικά, γνωστικά και σωματικά, με σκοπό να αποφύγουμε να μετατραπεί σε μακροχρόνια μόνιμη κατάσταση, με αρνητικό αντίκτυπο στην ζωή και την καθημερινότητά μας.