Παρασκευή, 30 Ιουνίου 2017

Το τραγικό ως πόλεμος

Η δημιουργική βιαιοπραγία του τραγικού

τὸ δὲ ἀκίνδυνον τὴν εἰρήνην παρέχειν (Θουκ. 5. 16)
«η ισορροπία του φόβου παρέχει την ειρήνη»

Το τραγικό είναι συνυφασμένο με τον τρόπο ύπαρξης του ανθρώπου ως ατομικού όντος, αλλά και ως ανθρώπινου Είναι. Επομένως πρόκειται για συγκεκριμένη εκδήλωση, αντίληψη, παρουσίαση ή ερμηνεία της ύπαρξης. Το ερώτημα που αναφύεται εδώ είναι: υπάρχει άραγε τραγική και μη τραγική ύπαρξη μέσα στο χρόνο και μέσα στην ιστορία; Η ύπαρξη, ως τέτοια, ζει και αναπνέει μόνο ως γενική οδύνη, ως καθολική τραγικότητα. Κατά συνέπεια, η ιστορική μας παρουσία στον κόσμο μπορεί να είναι μόνο τραγική. Και ακριβώς επειδή είναι μόνο τραγική, λογίζεται ως η πηγή, από την οποία αναδύεται η τραγική συνείδηση. Αυτή η συνείδηση ωστόσο δεν εμφανίζεται σε όλα τα άτομα και σε όλους τους χρόνους παρά σε ορισμένα άτομα και σε ορισμένους καιρούς. Η τραγική συνείδηση δεν είναι απλώς η συνειδητοποίηση της ύπαρξης ως μιας σκοτεινής αβύσσου, αλλά και η ενεργός αντί-σταση σε τούτη την άβυσσο. Εάν δεν ίσχυε το δεύτερο, τότε ο άνθρωπος θα περίμενε τον λυτρωμό του από κάποιο θεολογικό υπερπέραν και η ίδια η ζωή θα υποβιβαζόταν σε ένα οντολογικό κακό, σε ένα προπατορικό αμάρτημα. 

Ο τραγικός χαρακτήρας της ανθρώπινης ύπαρξης αναχωρεί από την αρχή –μια αρχή που είναι η μοίρα και ο προορισμός μας– πως το στοιχείο της ζωής είναι ο πόλεμος: «πόλεμος πατήρ πάντων …» (Ηράκλειτος). Ο πόλεμος ως ο γεμάτος κινδύνους αγώνας (Kampf) ενάντια στη θεσμισμένη συγκάλυψη της οντολογικής μας συνθήκης και στη γενική έκπτωση της ανθρώπινης ζωής, που αυτή η συγκάλυψη συνεπάγεται. Ως τέτοιος αγώνας, ο πόλεμος δεν συνιστά «μια απλή επιδρομή σε αυτό που ήδη υπάρχει» (Χάιντεγκερ) ούτε επομένως έχει καμιά σχέση με την καθημερινή έριδα προς απόκτηση ιδεολογικών οπαδών και κατάκτηση πολιτικών πλειοψηφιών αλλά βιώνεται ως εσωτερική δυνατότητα της τραγικής συνείδησης να βαδίσει στα δύσβατα και κρημνώδη μονοπάτια της ζωής χωρίς να χαθεί. Αυτή η συνείδηση βαδίζει μόνη της: «μοναχή τον δρόμο πήρες/εξανάλθες μοναχή» (Σολωμός)· μόνη, γιατί χωρεί πέρα και πάνω από την κατ’ επίφαση ελευθερία και το θεολογικό επέκεινα: βαδίζει σε ακραίες και ασύλληπτες για τον κοινό νου συνειδητοποιήσεις, οι οποίες αποτελούν τον αδιαπραγμάτευτο ζωτικός της χώρο.

Αποτελούν τον ζωτικό της χώρο, γιατί δεν την αφήνουν να καθεύδει μέσα στην ηθική της αθωότητα και να ικανοποιείται αυτάρεσκα με την κουλτούρα της μαζικής υστερίας. Να γιατί ο πόλεμος-αγώνας είναι, γι’ αυτήν, τραγική απόφαση (Ent-schlossenheit) να ξεφύγει από τον γυμνό της υποκειμενισμό, που αδημονεί για κυριαρχία, για κατατρόπωση του άλλου και εγκαθίδρυση μιας νέας εξουσίας επ’ αυτού. Τραγική απόφαση, ως εκ τούτου, να φτάσει ως τη βιωματική της πλησμονή της αγωνίας και του μηδενός. Το μηδέν δεν νοείται ως εκμηδένιση και ως ανυπαρξία, αλλά ως βούληση του τραγικού ανθρώπου να «είναι αποφασισμένος για δράση» κατά Χάιντεγκερ. Γιατί αποφασισμένος για δράση; Επειδή, όπως εύστοχα παρατηρεί ο γερμανός φιλόσοφος ερμηνεύοντας το χορικό από την Αντιγόνη του Σοφοκλή (στ. 332–375), ο άνθρωπος είναι το δεινότατο ον. Πώς εννοεί τη εν λόγω λέξη ο μεγάλος αυτός διανοητής; Την εννοεί ως το πιο φοβερό, το κραταιό, που σκορπά τρόμο και πανικό, που διαθέτει τη βία και τη χρησιμοποιεί, έτσι ώστε η τραγικότητά του να μην μπορεί να εκδηλωθεί άλλως παρά μόνο ως βιαιο-πραγία [βίαιη-δράση (Gewalt-tätigkeit)].

Η βιαιο-πραγία τούτη, βέβαια, δεν νοείται με τον κοινό τρόπο, δηλαδή ως «απλή κτηνωδία και αυθαιρεσία» (GA 40, 159). Υπό την οπτική του κοινού τρόπου θα σήμαινε καθίδρυση του χάους και σύμπλευση με τη συμβατική συναίνεση. Υπό τη χαϊντεγκεριανή έποψη, ο άνθρωπος βιαιοπραγεί με το νόημα ότι συλλέγει την ισχύ του Είναι και την αφήνει να φανερώνεται. Έτσι αγωνίζεται ενάντια στη συγκάλυψη, για την οποία έγινε λόγος πιο πάνω, και ορισμένως αναλαμβάνει την ευθύνη της δημιουργίας. Κατ’ αυτό τον τρόπο υπερβαίνει την έννοια του όντος, δηλαδή του τακτοποιημένου, του διευθετημένου, του οικείου, εν τέλει του υποταγμένου, του άγνωμου, του υπηκόου, και τείνει να εκφράσει την ισχύ του ανθρώπου, ήτοι του εαυτού του ως θεού. Τότε συμβαίνει να διαπράττει ύβριν. Με το πέρασμα στο στάδιο της ύβρεως ο τραγικός άνθρωπος κατευθύνεται προς το ανοίκειο, δηλαδή είναι το ανοικειότατο, υπό την έννοια ότι υπερβαίνει την οντική του ελευθερία, ήτοι την προαναφερθείσα δουλική κατάσταση του όντος, για να γίνει οντολογικά, δηλαδή απόλυτα ελεύθερος. Ο διαπράττων ύβριν πορεύεται, ως άπολις, στο προαναφερθέν κρημνώδες μονοπάτι που συνάπτει την ελευθερία με το πεπρωμένο. Άπολις, ας πούμε, είναι ο Οιδίποδας ή η Αντιγόνη.

Για να φτάσει ο άπολις «στο σταυροδρόμι όλων των οδών» (ό.π. 161), στην Πόλιν, στον ιστορικό τόπο, όπου συμβαίνει ιστορία, εκθέτει σε κίνδυνο το Είναι του, καθώς επιχειρεί να ανοίξει περάσματα μέσα από την περιοχή των όντων. Τέτοια όντα π.χ. είναι ο Κρέων, η κοσμική εξουσία, το κήρυγμα του χορού για συμφιλίωση [=υποταγή] κ.α. Η διακινδύνευση τούτη είναι που καθιστά το βιαιο-πραγούν τραγικό πρόσωπο δημιουργό. Δημιουργός με το ακόλουθο, μεταξύ των άλλων, νόημα: όντας άπολις, χωρίς τόπο και έθνος, χωρίς θεσμό και θέση μέσα στο σύνολο των όντων, χωρίς τάξη και δομή μάχεται, πρώτα-πρώτα, να τα θεμελιώσει όλα αυτά όχι ως ένας άνθρωπος με ιδιαίτερες ικανότητες, αλλά ως δημιουργός που αγωνίζεται να διανοίξει [=βιαιοπραγεί διανοίγοντας] νέους δρόμους ισόθεης ζωής, χωρίς ποτέ να φτάνει σε ένα ολοκληρωμένο τέλος. Τιθασεύει ωστόσο το ισχυρό, το κραταιό, και μέσα σε έναν τέτοιο πόλεμο-αγώνα τολμά να εισβάλλει στις δομές αυτού που προβάλλει ως καθιδρυμένη εξουσία, π.χ. εκείνη του Κρέοντα και να την κλονίζει, δηλαδή να την εκθέτει στους κεραυνούς της σκεπτόμενης δράσης του, του έργου του. Απ’ αυτή την άποψη, ο πράττων βίαια εισχωρεί μέσα στο ίδιο το Είναι και ομιλεί τη γλώσσα του ως τραγική συνείδηση.