Πέμπτη, 22 Ιουνίου 2017

Μάθηση και Απόδοση

Όταν σπουδάζουμε, ο στόχος μας είναι διπλός: να αποκτήσουμε γνώσεις και ικανότητες στον τομέα που επιλέξαμε, δηλαδή να μάθουμε και να αξιοποιήσουμε τη μάθηση, δηλαδή όσα μάθαμε να φαίνονται στην απόδοσή μας (είτε στην ακαδημαϊκή μας επίδοση, είτε στη δουλειά μας).
 
Το επίπεδο όμως και η ποιότητα της απόδοσης εξαρτάται από το πώς μαθαίνουμε. Το πώς μαθαίνουμε εξαρτάται από
  • τη γενικότερη προσέγγιση μας στο αντικείμενο που μελετάμε (π.χ. επιφανειακή ή πιο βαθιά),
  • τη διαδικασία που ακολουθούμε (π.χ. αν κάνουμε «παπαγαλία», αν ψάχνουμε το νόημα, πόσο χρόνο αφιερώνουμε) και τέλος
  • τις στρατηγικές που χρησιμοποιούμε (π.χ. ζητάμε διευκρινίσεις από τον καθηγητή, προσπαθούμε να ελέγξουμε το στρες, οργανώνουμε το υλικό μας).
Ας δούμε πιο αναλυτικά τα παραπάνω:
 
Α. Προσεγγίσεις στη μάθηση
Μπορεί να προσεγγίζουμε τη μάθηση με τρόπο είτε επιφανειακό, είτε πιο βαθύ, είτε απλά «στρατηγικό», δηλαδή να ενδιαφερόμαστε για την επίδοση χωρίς απαραίτητα να μας ενδιαφέρει η γνώση.

Η Βαθιά Προσέγγιση βασίζεται στην ουσιαστική κατανόηση και εμπεριέχει:
  • Ενασχόληση με το περιεχόμενο.
  • Σύνδεση των νέων ιδεών με την προϋπάρχουσα γνώση.
  • Σύνδεση των εννοιών με τις καθημερινές εμπειρίες.
Σύνδεση των επί μέρους στοιχείων με το σύνολο και τα αποτελέσματα.
 
Η Επιφανειακή Προσέγγιση βασίζεται στην απλή αναπαραγωγή και εμπεριέχει:
  • Απομνημόνευση των πληροφοριών που χρειάζονται για τις εξετάσεις.
  • Αποτυχία διάκρισης των θεωρητικών αρχών από τα παραδείγματα.
  • Αντιμετώπιση των εργασιών ως υποχρέωση.
  • Επικέντρωση σε επιμέρους στοιχεία και όχι στο σύνολο.
  • Αδυναμία κατανόησης των επιχειρημάτων.
Η Στρατηγική Προσέγγιση βασίζεται στην προσπάθεια χειρισμού του συστήματος αξιολόγησης και εμπεριέχει:
    • Πρόθεση απόκτησης του μεγαλύτερου δυνατού βαθμού.
    • Οργάνωση του χρόνου και της προσπάθειας.
    • Εξασφάλιση των κατάλληλων υλικών και συνθηκών μελέτης.
    • Μελέτη παλαιότερων διαγωνισμάτων σε μια προσπάθεια πρόβλεψης των ερωτήσεων.
    • Προσοχή στις κατευθύνσεις που δίνει ο καθηγητής.
Β.  Διαδικασία μάθησης
Μια από τις βασικές μεταβλητές στις προαναφερθείσες προσεγγίσεις, είναι η διαδικασία μάθησης. Μπορούμε να πούμε πως μαθαίνουμε κάτι, ακολουθώντας μία από τις παρακάτω 4 διαδικασίες:
Μελέτη χωρίς κατεύθυνση: Έτσι έχουμε προβλήματα στην επεξεργασία της ύλης, δυσκολευόμαστε να διαχειριστούμε τον όγκο των πληροφοριών και να διακρίνουμε τα στοιχεία στα οποία πρέπει να επικεντρωθούμε.
 
Αναπαραγωγή: Η μελέτη έχει στόχο την απλή αναπαραγωγή της ύλης (συνήθως παπαγαλία με μικρή κατανόηση) με σκοπό να περάσουμε τις εξετάσεις.
 
Εφαρμογές: Όταν προσπαθούμε να συσχετίσουμε τις θεωρητικές γνώσεις με τις εφαρμογές τους στον πραγματικό κόσμο.
 
Νόημα: Όταν επιθυμούμε να βρούμε το ακριβές νόημα, να το συσχετίσουμε με προϋπάρχουσες γνώσεις και να αναπτύξουμε με κριτική αξιολόγηση τις δικές μας απόψεις.
 
Είναι προφανές πως η μαθησιακή πορεία από την έλλειψη κατεύθυνσης προς την κατανόηση του νοήματος, οδηγεί σε καλύτερη γνώση του αντικειμένου.
 
Το σημαντικότερο όμως είναι ότι οι δύο τελευταίες διαδικασίες συσχετίζονται και με την επαγγελματική επιτυχία μετά το τέλος των σπουδών. Η διαδικασία μάθησης μπορεί να αλλάζει ανάλογα με το ειδικό πλαίσιο (εκμάθηση υλικού για ένα τεστ) ή το γενικό πλαίσιο (η συνηθισμένη μέθοδος μελέτης).
 
Επίσης η διαδικασία μάθησης εξελίσσεται κατά τη διάρκεια των σπουδών: είναι λογικό οι τελειόφοιτοι να κάνουν πιο βαθιά επεξεργασία του υλικού, να μπορούν να ρυθμίζουν καλύτερα τη διαδικασία εκμάθησης και να έχουν υψηλότερα επίπεδα κριτικής σκέψης σε σύγκριση με τους πρωτοετείς.
 
Στη διάρκεια των σπουδών μπορούμε συνήθως να διακρίνουμε τρία στάδια ανάπτυξης της μάθησης:
Απλοϊκή εκμάθηση: μικρό ενδιαφέρον για τις σπουδές, ελλιπής, αποσπασματική γνώση του αντικειμένου, στρατηγική επεξεργασία (εντοπισμός «θεμάτων» για τις εξετάσεις), μικρή προσπάθεια, αναπαραγωγή χωρίς πραγματική κατανόηση.
 
Επάρκεια: αυξημένο ενδιαφέρον, βελτιωμένη ικανότητα, οργανωμένες γνώσεις, πιο αποτελεσματικές στρατηγικές, καλύτερη κατανόηση.
 
Εξειδίκευση: «ειδικότητα» σε κάποιον τομέα γνώσης.  Σ’ αυτό το στάδιο δεν φτάνουν οπωσδήποτε όλοι.
 
Γ.  Στρατηγικές μάθησης
Οι στρατηγικές μάθησης διευκολύνουν την μάθηση, αλλά επίσης επηρεάζουν σημαντικά την ακαδημαϊκή επίδοση. Μερικά παραδείγματα στρατηγικών είναι:
 
Γνωστικές στρατηγικές
      • Επανάληψη του υλικού (συνήθως για απλή απομνημόνευση).
      • Oργάνωση του υλικού (π.χ. εντοπισμός των βασικών σημείων/ζητημάτων και κατηγοριοποίηση με στόχο την καλύτερη κατανόηση).
      • Eπεξεργασία του υλικού (π.χ. συσχέτιση των νέων πληροφοριών με τις γνώσεις που ήδη έχουμε).
        Συμπεριφορικές στρατηγικές
      • Αναζήτηση βοήθειας από άλλους (π.χ. συζήτηση με συμφοιτητές και καθηγητές για διευκρινίσεις και επεξηγήσεις).
      • Αναζήτηση πρόσθετων πληροφοριών από άλλες πηγές (π.χ. από διαδίκτυο, άρθρα σε περιοδικά, άλλα βιβλία).
      • Προσπάθεια εφαρμογής της γνώσης στην καθημερινή ζωή.
Αυτο-ρυθμιστικές στρατηγικές
    • Έλεγχος συναισθημάτων (προσπάθεια να εντοπίσουμε τα συναισθήματα που μας εμποδίζουν να αποδώσουμε και να τα ελέγξουμε, για παράδειγμα να μετριάσουμε το άγχος).
    • Έλεγχος κινήτρων (να σκεφτούμε με ποιον τρόπο θα διατηρήσουμε το ενδιαφέρον μας και την προσοχή μας, όπως να σκεφτούμε τα θετικά αποτελέσματα που θα έχουμε).
    • Έλεγχος κατανόησης (κάθε τόσο  να αξιολογούμε κατά πόσον έχουμε πετύχει τους μαθησιακούς στόχους που θέσαμε)
      Άλλοι παράγοντες που επηρεάζουν την απόδοση
      Εκτός από  τις προσεγγίσεις, τη διαδικασία και τις στρατηγικές μάθησης, η απόδοση επηρεάζεται και από άλλους γνωστικούς και συναισθηματικούς παράγοντες, όπως:
    • Η αυτοεκτίμηση και η πεποίθηση ότι είμαστε ικανοί να μάθουμε.
    • Η πεποίθηση ότι αυτό που σπουδάζουμε είναι σημαντικό, χρήσιμο και ενδιαφέρον.
    • Η αυτογνωσία (π.χ. γνωρίζουμε ποια είναι τα δυνατά και αδύνατα σημεία μας στη διαδικασία μάθησης;)
Το κίνητρο.  Μπορεί να γνωρίζουμε κάτι καλά, αλλά να μην υπάρχει λόγος να επιδείξουμε αυτή τη γνώση.  Τα κίνητρα βέβαια είναι υποκειμενικά, άρα είναι σημαντικό να ξέρουμε τι ακριβώς θέλουμε να πετύχουμε.  Γιατί σπουδάζουμε, ποιο είναι το επιθυμητό αποτέλεσμα;
 
Χωρίς αυτούς τους παράγοντες, οι γνώσεις που αποκτήσαμε μένουν στην αφάνεια, αποθαρρυνόμαστε και δεν μας δίνονται ευκαιρίες να αποδώσουμε.
 
Από την άλλη, όσα κίνητρα κι αυτοπεποίθηση και να έχουμε, δεν αρκούν για να καλύψουν τα γνωστικά κενά, τα οποία φαίνονται στην απόδοση, ιδίως αργότερα στο χώρο εργασίας.