Τετάρτη, 28 Ιουνίου 2017

Ηράκλειτος: Οι καθεύδοντες της αγοράς

Ηράκλειτος Διαλεκτική: Λόγος του Είναι διά του Γίγνεσθαι

Η παραδοσιακή μεταφυσική έχει ως κύριο χαρακτηριστικό την αναζήτηση, πίσω από την αέναη κίνηση και πολλαπλότητα των φαινομένων, μιας ακίνητης και όμοιας με τον εαυτό της ουσίας, ενός αυτο-ταυτού θεμελίου, ενός Είναι. Αναλογικά, η πολύτροπη κινητικότητα και μεταβολή του αισθητού κόσμου φαντάζει ως μια συμπτωματική, φαινόμενη εκδήλωση των συστατικών γνωρισμάτων αυτού του Είναι. Ο Ηράκλειτος, απεναντίας, επιχείρησε να πλησιάσει την αλήθεια του Είναι μέσα από τον Λόγο. Σημειώνει σχετικά:

«Αν ακούσετε όχι εμένα, αλλά τον Λόγο,
τότε είναι σοφό να ομολογείτε: τα πάντα είναι ένα
»

Τι λέγει εδώ ο Λόγος; «Εν πάντα». Σύμφωνα με τον Χάιντεγκερ, ο Λόγος συναρμόζει την ουσία του μέσα στο λέγειν, το οποίο κατονομάζει τον προορισμό (μας), έτσι όπως μας τον αποστέλλει το Είναι. Το αποστέλλον Είναι, ως τέτοιο, δεν φαίνεται, δεν εμφανίζεται, αλλά ομολογείται, δηλαδή τίθεται. Πώς τίθεται; Ως το ομιλείν που μας καλεί να ακούμε τα πράγματα που μας αφορούν. Να ακούμε σημαίνει όχι να ερευνούμε «επιστημονικά»: σχολαστικιστικά, να διαμελιζόμαστε μπροστά στα επί μέρους φαινόμενα, να χανόμαστε μέσα εδώ, αλλά να διαλογιζόμαστε πάνω στο Είναι, να συλ-λέγουμε το ουσιώδες.

Είναι δυνατή μια τέτοια συλ-λογή και περι-συλ-λογή στις εποχές μας, όπου κυριαρχεί ο κανιβαλισμός της μαζικής κουλτούρας; Ποτέ δεν θα μπορέσει να ακούσει κανείς τίποτα, μας λέει ο Ηράκλειτος, όσο τα αυτιά του είναι απλώς εκτεθειμένα στην ηδονή ενός ήχου και ο λόγος, αντίστοιχα, ένας τρόπος εκφοράς αυτής της ηδονής. Η ως άνω συλ-λογή είναι πρωτίστως δυνατή, όταν ακούει κανείς τον βαθύ Λόγο της ψυχής (απ. 45). Αλλά τούτος ο Λόγος είναι τόσο βαθύς, που δεν μας επιτρέπει να ανακαλύπτουμε τα όρια της κατά Ηράκλειτο ψυχής (απ. 15). Τότε ποιες δυνατότητες διανοίγονται; Ή μήπως δεν υπάρχει καμιά άλλη δυνατότητα εκτός από τούτη: να πνίγονται οι άνθρωποι μέσα «στις αστήρικτες εικασίες» (απ. 47) και «να ενεργούν και να μιλάνε σαν κοιμισμένοι» (απ. 73); Οι δυνατότητες που μας διανοίγονται, εντοπίζονται από τον φιλόσοφο, πρώτα-πρώτα μέσα στον κόσμο της γλώσσας ως τον κόσμο της τάξης, της «παλίντροπης αρμονίας» (απ. 51), δηλαδή της αρμονίας που μας παρέχουν οι αντίθετες τάσεις ή ροπές. Και πώς νομιμοποιείται μια τέτοια αρμονία των και εκ των αντιθέτων; Νομιμοποιείται από το γεγονός ότι «κάτι που έχει μέσα του αντίθετες ροπές ή τάσεις συμφωνεί με τον εαυτό του» (απ. 51). Πού θεμελιώνεται μια τέτοια συμφωνία και πώς νοείται στο βάθος της ουσίας της; Θεμελιώνεται στον κοινό, καθολικό Λόγο που είναι το γίγνεσθαι του εαυτού και νοείται, συνακόλουθα, ως ο εσωτερικός λόγος ενός συστήματος έντασης και αντίθεσης, ως η εσωτερική του φωνή, αρθρωμένη σε ομιλία.

Αυτή η φωνή-ομιλία είναι η κλήτευση που μας απευθύνει το Είναι, αλλά οι πολλοί δεν την ακούν, γιατί υποτάσσονται στην ιδιωτική τους γνώμη: εικοτολογούν, απολυτοποιούν την εξωτερική αντίθεση και δεν σκέπτονται την κοινότητα του Λόγου: δεν κατανοούν, δεν συλλαμβάνουν την ενοποιημένη δομή. Στο πλαίσιο της γνώμης, η οποία δεν απορρίπτεται εξ υπαρχής, γίνεται ολοφάνερη η διαμάχη, η έριδα, η διαφορά. Π.χ. οι πολιτικές διαμάχες ερείδονται στην ιδιωτική γνώμη της μιας ή της άλλης ιδιοτελούς πολιτικής φατρίας και δεν προχωρούν στην εναρμόνιση ιδιωτικού και δημόσιου συμφέροντος. Απεναντίας προωθούν πεισματικά την επικράτηση του ατομικού, ιδιωτικού συμφέροντος πάνω στο δημόσιο, στο καθολικό. Στο επίπεδο όμως της γνώσης, ήτοι της σοφίας, [=του Λόγου] αναγνωρίζεται η ενότητα: Εν πάντα ως η αλήθεια του Είναι. Ωστόσο, οι ως άνω φατρίες, ας πούμε, κωφεύουν, γιατί δεν μπορούν να υπερβούν τη σκιαμαχία των γνωμών και γι’ αυτό, όταν επιχειρούν να συμφωνήσουν μεταξύ τους, συμφωνούν μόνο μηχανικά, μηχανιστικά και συμφεροντολογικά, χωρίς ποτέ να μπορούν να μετέχουν στη βαθύτερη Λογική ιδέα του κόσμου. Αυτή η ιδέα, δηλαδή ο κοινός Λόγος, είναι συμπαντικός νόμος της κοσμικής τάξης και ανοικτός στο να κατανοείται από τους ανθρώπους. Όταν όμως αυτοί δεν βλέπουν ετούτο το γίγνεσθαι [=την ανοικτότητα προς κατανόηση], που διανοίγεται μπροστά τους, ή δεν το γνωρίζουν, τότε φαντάζονται ότι το βλέπουν· νομίζουν πως το γνωρίζουν και όλο τους το πράττειν κυοφορεί τον σκοταδισμό, με όρους του Χάιντεγκερ: τη λήθη του Είναι.