Πέμπτη, 15 Ιουνίου 2017

Κ. Καβάφης: ...να ζουν και να μιλούν βαρβαρικά

Γλωσσικός αφελληνισμός: βαρβαρότητα της Ζωής

Εισαγωγικές παρατηρήσεις

Ένα από τα χαρακτηριστικά στοιχεία της ποίησης του Καβάφη είναι ο Ελληνισμός. Η έννοια του Ελληνισμού, σε όλο το έργο του, χρειάζεται να κατανοείται στην πολυσημία των νοημάτων της και όχι μονοσήμαντα. Έτσι: α) σημαίνει πως το καβαφικό έργο, σχεδόν στο σύνολό του, κινείται εντός της ελληνικής ιστορίας· β) υποδηλώνει την πιο ανεκτίμητη πνευματική ολοκλήρωση για τον ποιητή και συναφώς βιώνεται από τον ίδιο ως η ύψιστη διαχρονική αρχή ή αξία της ζωής· γ) παραπέμπει στην ελληνική συνείδηση, υπό το ευρύτερο νόημα του ιστορικού Είναι και όχι με το, άμουσο-διθυραμβικό τόνο ενός κενού «πατριωτισμού»· δ) δεν σχετίζεται με κάποια περιχαράκωση σε στενά γεωγραφικά και τοπικά/τοπικιστικά όρια· ε) δεν κατονομάζει κάποια εξωτερική-σχηματική αντίθεση μεταξύ Ελληνισμού και βαρβαρισμού. Ο βαρβαρισμός, όπως θα δούμε και στο παρακάτω ποίημα, νοείται από τον ποιητή ως εκβαρβαρισμός, ανεστιότητα, αλλοτρίωση, συρρίκνωση του ελληνικού στοιχείου, δηλαδή του ιστορικά αξιακού στοιχείου ‒π.χ. του στοχασμού, της γλώσσας, του πνευματικού πολιτισμού‒ εντός ή εκτός γεωγραφικής επικράτειας. Με άλλα λόγια: ο βαρβαρισμός ισούται με τον αφελληνισμό, υπό την επικάλυψη μάλιστα ενός κούφιου, ρητορικού «πατριωτισμού». ε) το πολυτιμότερο, το ουσιαστικότερο χαρακτηριστικό του Ελληνισμού, για τον ποιητή, είναι η γλώσσα η ελληνική. Συνεπώς, βαρβαρισμός είναι πρωτίστως ο γλωσσικός εκβαρβαρισμός. Ένας τέτοιος γλωσσικός εκβαρβαρισμός π.χ. είναι έκδηλος, στις μέρες μας, στη σφαίρα του Πολιτικού και των πολιτικών. Συνοπτικά: ο κατά Καβάφη Ελληνισμός συνιστά την πιο θαυμαστή γλωσσική απόδοση της ομορφιάς –όπως περίπου η πλατωνική φιλοσοφία του ωραίου‒του καλλιτεχνικά ωραίου. Επίσης ενσαρκώνει μια στωική ‒ όχι όμως και μοιρολατρική‒ αντιμετώπιση της φθοράς και του θανάτου, της καταστροφής, της απώλειας του μέτρου.

Ποσειδωνιάται

Την γλώσσα την ελληνική οι Ποσειδωνιάται
εξέχασαν τόσους αιώνας ανακατευμένοι
με Τυρρηνούς, και με Λατίνους, κι άλλους ξένους.
Το μόνο που τους έμενε προγονικό
ήταν μια ελληνική γιορτή, με τελετές ωραίες,
με λύρες και με αυλούς, με αγώνας και στεφάνους.
Κ’ είχαν συνήθειο προς το τέλος της γιορτής
τα παλαιά τους έθιμα να διηγούνται,
και τα ελληνικά ονόματα να ξαναλένε,
που μόλις πια τα καταλάμβαναν ολίγοι.
Και πάντα μελαγχολικά τελείων’ η γιορτή τους.
Γιατί θυμούνταν που κι αυτοί ήσαν Έλληνες —
Ιταλιώται έναν καιρό κι αυτοί·
και τώρα πώς εξέπεσαν, πώς έγιναν,
να ζουν και να ομιλούν βαρβαρικά
βγαλμένοι — ω συμφορά! — απ’ τον Ελληνισμό.


Ερμηνεία ‒ κατανόηση

Ι. Το ποίημα (1906) ανήκει στα αδημοσίευτα του ποιητή. Οι Ποσειδωνιάτες παρουσιάζονται εδώ να έχουν χάσει το ιστορικο-οντολογικό τους στοιχείο, τον Ελληνικό τους χαρακτήρα, που συγκεκριμενοποιείται στη γλώσσα. Όσο κανείς αποκόπτεται από τη γλώσσα του, αποκόπτεται από την ιστορική του ρίζα, ανεξάρτητα από τον τόπο, που βρέθηκε να διαμένει: δεν είναι ούτε ντόπιος ούτε ξένος παρά μόνο ένα μηδέν. Ένα τέτοιο μηδενικό Μηδέν είναι και όσοι στο πεδίο της πολιτικής, ας πούμε, υπερασπίζονται το αρνητικά αιρετικό, το ξεπεσμένο περιθωριακό στοιχείο, το ασύμμετρο και διεστραμμένο έναντι του μέτρου και της αρμονίας της ανθρώπινης κοινότητας· και τούτο μάλιστα στο όνομα του μέτρου. Η απώλεια της γλώσσας κυοφορεί έναν άκρως μηδενιστικό ξεπεσμό: στενεύει απελπιστικά τον ορίζοντα του νου και της καρδιάς· το μόνο που μπορεί να μείνει ‒ως τραγικός ασφαλώς απόλογος‒είναι «μια ελληνική γιορτή» με όλα τα τελετουργικά, κι αυτά ως απαρηγόρητη παρηγοριά: θρήνος και δάκρυα στο τέλος της γιορτής: αντίθεση χαράς-θλίψης ως μόνιμο μοτίβο μια διχοτομημένης ζωής και κατ’ επέκταση δυστυχισμένης συνείδησης.

ΙΙ. Στους τρεις πρώτους στίχους ‒πρώτη ενότητα‒ κυριαρχεί το γεγονός, ιστορικά καταγεγραμμένο: γλωσσικός αφελληνισμός. Ποιητική απόδοση: αυστηρή, αντικειμενική, ψυχρή, ουδέτερη· όπως ταιριάζει στη φύση του ιστορικού γεγονότος ως τέτοιου. Ποιητικός χρωματισμός: η φράση «τόσους αιώνας», σε συνδυασμό με την πρόταξη της φράσης «την γλώσσα», μας διανοίγει σε μια ιστορική διαδρομή, που προσλαμβάνεται με συναίσθημα και με εσωτερική δόνηση. Η μνήμη αφυπνίζεται και καθιστά παρόν ένα περιπετειώδες παρελθόν με επιμειξίες, που εξαφάνισαν ολοσχερώς την ιστορική ταυτότητα των Ποσειδωνιατών. Στη συνέχεια ‒δεύτερη ενότητα (στ. 4-10)‒προβάλλει «το μόνο που τους έμεινε προγονικό» στοιχείο: η ελληνική γιορτή. Πρόκειται για ένα αίθριο, για ένα ξέφωτο στιγμιαίο, σε συναισθηματικό επίπεδο, που γρήγορα αποβαίνει ένας απαρηγόρητος θρήνος για την οντολογική λήθη του Ελληνικού στοιχείου.

ΙΙΙ. Τρίτη ενότητα: στ. 11-16. Από τις λυρικές εξάρσεις των ποιητικών παραστάσεων στη δεύτερη ενότητα, οι οποίες πραγμάτωναν την κατάφαση της ελληνικής ζωής, στη μελαγχολία της καθημερινής πραγματικότητας. Για τους Ποσειδωνιάτες ‒δηλαδή για τους κάθε Ποσειδωνιάτες της ελληνικής ιστορίας‒η εν λόγω πραγματικότητα βιώνεται ως έκπτωση της ζωής τους, ως συντριβή κάθε ωραίου και υψηλού. Ένας άκαρδος εκβαρβαρισμός, σε επίπεδο γλώσσας [=δηλαδή σκέψης και λόγου] και βίου [=δηλαδή πρακτικής ζωής], καθιδρύεται για πάντα, μαζί και ο σπαραγμός για τούτο τον εκβαρβαρισμό. Ο τελευταίος συνειδητοποιείται και παρουσιάζεται αντίστοιχα, από τον ποιητή, ως ένας ολοκληρωτικός όλεθρος, ως μια αδυσώπητη και μοιραία παράλληλα ανεστιότητα, χωρίς επιστροφή. Αλλά, όπως μας λέει ο Χάιντεγκερ, μόνο ο ποιητής μπορεί να καταλάβει και να μιλήσει για τέτοια πράγματα, όχι ο μικρόνοος πολιτικός.