Παρασκευή, 16 Ιουνίου 2017

Τουλάχιστον στον εαυτό σου να λες την αλήθεια

Οι δικαιολογίες, ανέκαθεν ήταν ο καλύτερος φίλος του ανθρώπου. Αν υποθέσουμε ότι ανήκουμε ακόμη στο ανθρώπινο είδος και δε μετενσαρκωθήκαμε στη «νεράιδα» του μπαμπά ή στο «αγγελάκι» της μαμάς, τότε μάλλον η δικαιολογία εμπεριέχεται και στο δικό μας γενετικό υλικό. Το παράξενο είναι πως στην πλειοψηφία των περιπτώσεων λέμε ψέματα στον εαυτό μας.

«Μη λες ψέματα. Θα μεγαλώσει η μύτη σου.», φώναζε η Ελληνίδα γιαγιά με τη συνηγορία του δύσμοιρου Πινόκιο. Ξέρεις κάτι, γιαγιά; Άκουσα τη συμβουλή σου και δε λέω ψέματα στους άλλους. Αλλά άκουσε τώρα κι εσύ τη δική μου. Από εμπειρία στο λέω, αν λες ψέματα στον εαυτό σου η μύτη σου δε μεγαλώνει!

Ε, και κάπως έτσι, ανάμεσα στα άλλα διάφορα που παραλλάσσουμε στο μυαλό μας συνεπαρμένοι από σκηνοθετικό οίστρο, υπάρχει κι η φοβερή περίπτωση της ανθρώπινης παρακμής. Μια λάθος απόφαση, μια μεγάλη στενοχώρια, ένας λάθος άνθρωπος κι άλλα τόσα πολλά δυσβάσταχτα που μπορεί να συναντήσουμε περιπλανώμενοι στον κόσμο που λέγεται ζωή.

Λακκούβες αυτά, λίγο ατσούμπαλοι εμείς που βιαστήκαμε να εξελιχθούμε και να περπατήσουμε στα δύο πόδια, τελικά κάπως πέφτουμε. Μια φάση είναι, θα περάσει. Όλα μέσα στη ζωή δεν είναι; Σε αυτήν λοιπόν τη «μία φάση είναι» τελικά δεν ξέρω αν επουλώνουμε τα τραύματα για να σηκωθούμε ξανά ή αν απλά επιδιδόμαστε σε νέα λάθη δικαιολογώντας την πληγωμένη μας ψυχή. Ποιο επίπεδο, ποια ποιότητα; Κάτι ωραία «δεν έχει νόημα πια η ζωή» ή «και τι κατάφερα εγώ που (μπλα, μπλα, μπλα….)» είναι τα ευρέως γνωστά δικαιολογητικά για να βάλουμε τα χεράκια μας και να βγάλουμε τα ματάκια μας.

Δεν πίναμε, και τώρα είπαμε να τεστάρουμε το συκώτι μας. Δεν τρέχαμε, και κάπως τώρα είμαστε οδηγοί της φόρμουλα ένα. Δεν ξενυχτούσαμε, και κάπως τώρα μας ταλαιπωρούν Παρασκευοσαββατιάτικες –μόνο και τυχαία- αϋπνίες μέχρι πρωίας. Διαλέγαμε αυστηρά ανθρώπους ψάχνοντας το άλλο μας μισό, και τώρα ξαφνικά «όλοι αξίζουν μια ευκαιρία».

Είναι άραγε πράγματι απόρροια της θλίψης μας; Είναι αντίδραση; Αυτοάμυνα; Ποντάραμε πάντα στην καλή πλευρά της ζωής κι η αρνητική έκβασή της μας απογοητεύει τόσο ώστε να αλλάξουμε οπτική γωνία; Μήπως ανέκαθεν θέλαμε αυτό το είδος ζωής και δεν είχαμε την κατάλληλη δικαιολογία για να κάνουμε τη μεταστροφή;

Σταθήκαμε τόσο άτυχοι όταν ποντάραμε σε ανθρώπους και καταστάσεις που αξιολογήσαμε λανθασμένα, χιλιομετανιώσαμε για τα χαμένα μας κέρματα, μοιρολογήσαμε για την αφέλειά μας κατηγορώντας πότε τους εαυτούς μας και πότε τους ηθοποιούς που αντί για το σανίδι έπαιξαν το ρόλο τους στο δρόμο μας, αλλά κάπως μαγικά την επόμενη φορά αποφασίσαμε να ξεπετάξουμε όπως-όπως τις μάρκες μας στον πρώτο, άντε δεύτερο τυχόντα χωρίς καμιά κριτική σκέψη, με την πρόφαση «μία ζωή την έχουμε». Τη μία ζωή μας όμως δεν τη γλεντάμε ξεπουλώντας κι απομυθοποιώντας. Αλλά, βλέπεις, μας ήταν ανέκαθεν πιο εύκολο να πείθουμε τον εαυτό μας πως είμαστε ευτυχισμένοι, παρά να κυνηγήσουμε την ουσιαστική ευτυχία.

Παράξενο πράγμα να μην είμαστε ειλικρινείς ούτε με τους εαυτούς μας. Δεν αντέχουμε τη σκέψη, αλλά αντέχουμε την πράξη; Γιατί βούληση κι επιλογή μισιούνται μερικές φορές τόσο πολύ και αρνούνται να συμβαδίσουν; Και κάπως περνάει ο καιρός. Και το τραύμα επουλώνεται –έστω κι από μόνο του γιατί εμείς δεν προλαβαίναμε ανάμεσα σε ξενύχτια, ποτά και περιπετειώδη φλερτ. Και εκεί μένουμε να απορούμε: Πέσαμε ή ξεπέσαμε; Ιδού η απορία.