Παρασκευή, 16 Ιουνίου 2017

Η παιδευτική αξία της τέχνης

«H τέχνη είναι μια διέξοδος από τον κόσμο και όμως δε μας βγάζει από αυτόν. Κάθε εμπειρία ενός έργου τέχνης σχετίζεται με το περιβάλλον του, με τη σημασία και τη θέση του, με τον τύπο του, κυριολεκτικά και μεταφορικά» (Adorno, 2000: 588-589). Η αξία της τέχνης είναι πολύπλευρη και συνδέεται άρρηκτα με την εξέλιξη και την πρόοδο της ανθρωπότητας. Πολλοί μελετητές, καλλιτέχνες και φιλόσοφοι από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα έχουν παραθέσει τις απόψεις τους για το νόημα και την αξία της τέχνης.
 
Καταρχάς, ο Πλάτωνας όσον αφορά την τέχνη αναφέρει τον όρο «μίμησις μιμήσεως», καθώς η πραγματικότητα που αντιγράφει η τέχνη είναι και αυτή αντίγραφο ενός άλλου κόσμου, ιδεατού. Ο ίδιος στο «Φίληβο» (στο Beardsley, 1989) συσχετίζει την αρετή με την τέχνη εκείνη που συνδυάζει την αισθητική εμπειρία με τη λογική, εκείνη τη μορφή τέχνης που συνδέει την ομορφιά με το μέτρο, καθώς αποδίδει τάξη και συμμετρία, στοιχεία που συντελούν ώστε να καταστεί η πόλη εύρυθμη. Ο Πλάτωνας μιλάει στα έργα του «Πολιτεία» και «Νόμοι» σχετικά με την τέχνη συνδέοντάς την με την ηθική και την πολιτική. Ωστόσο, τη θεωρεί ακατάλληλη για την εκπαίδευση των νέων, με την αιτιολογία ότι το δράμα «υποθάλπει την ανάπτυξη παθών που θα έπρεπε να εξασθενήσουν και τα κάνει εξουσιαστές μας, μολονότι η ευζωία και η ευτυχία μας εξαρτώνται από την ποδηγέτησή τους» (606d στο Breadsley, 1989: 41).
 
Ο Αριστοτέλης στο έργο του «Ποιητική» ασχολείται ενδελεχώς με την τέχνη της Ποίησης. Αναφέρεται στην γνωστική αξία της τέχνης μέσα από τον ορισμό που δίνει για την τραγωδία ως μίμηση μιας σπουδαίας πράξης με ελεύθερο και δημιουργικό τρόπο, με λόγο «ηδυσμένο», που έχει δηλαδή μελωδία, ρυθμό και αρμονία. Κατά τον Αριστοτέλη, ο φόβος και ο έλεος αποτελούν τη χαρακτηριστική ηδονή που προκαλεί η τραγωδία, την «οικεία ηδονή», καθώς οι θεατές μετέχουν στα δρώμενα λογικά και συναισθηματικά, γιαυτό το λόγο συμπάσχουν με τους ήρωες, οι οποίοι συγκρούονται με τη μοίρα τους λόγω κάποιου λάθους τους και εν τέλει συντρίβονται. Τέλος, με την κάθαρση επέρχεται η ψυχική ηρεμία μέσα από την αποκατάσταση της ηθικής τάξης. Γενικότερα, ο Αριστοτέλης τονίζει την υψηλή παιδευτική αξία της τραγωδίας, καθώς μέσα από τη μαγεία της ως μορφής τέχνης βοηθά τους θεατές ώστε να γίνονται ελεύθεροι και ανώτεροι άνθρωποι. Εξάλλου, η τέχνη προσφέρει απόλαυση παρεμφερή με την ευχαρίστηση που νιώθει το άτομο όταν μαθαίνει (Breadsley, 1989).
 
Ο μεγάλος Ρώσος συγγραφέας Λέων Τολστόι στο δοκίμιό του με τίτλο «What is Art?», το οποίο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 1898, επισημαίνει την αξία της τέχνης ως μέσου ανάπτυξης και προόδου του ανθρώπου: «Προκειμένου να ορίσει κάποιος με ακρίβεια την τέχνη, οφείλει καταρχάς να πάψει να την αντιμετωπίζει αμιγώς ως μια μορφή ευχαρίστησης και να την εκλάβει ως μια από τις θεμελιώδεις συνθήκες της ζωής του ανθρώπου. Από τη στιγμή που συλλάβουμε αυτό το νόημα της τέχνης, θα έχουμε επιτύχει να κατανοήσουμε την τέχνη ως ένα τρόπο επικοινωνίας ανάμεσα στους ανθρώπους, έναν τρόπο επικοινωνίας αναγκαίο για τη ζωή και την πορεία προς την πρόοδο του ατόμου και της ανθρωπότητας»(1995: 37,40).
 
Σχεδόν 100 χρόνια αργότερα, το 1992, ο Κορνήλιος Καστοριάδης στο δοκίμιό του «Παράθυρο στο χάος»(2008: 156) υπογράμμισε ότι όλα τα μεγάλα έργα τέχνης, όπως η «Ιλιάδα» του Ομήρου ή ο «Οδυσσέας» του Τζέιμς Τζόυς, ο «Τριστάνος» του Βάγκνερ ή το «Ρέκβιεμ» του Μότσαρτ και πολλά άλλα ωθούν τον άνθρωπο να κατανοήσει «το νόημα του μη-νοήματος και το μη-νόημα του νοήματος». Δηλαδή, ορίζει την επαφή με την τέχνη ως ένα «παράθυρο στο χάος», καθώς συντελεί στην όξυνση του πνεύματος των πολιτών και την κριτική πρόσληψη της πραγματικότητας.
 
Ο Howard Gardner διατύπωσε  το 1983 τη θεωρία της Πολλαπλής Νοημοσύνης (στο Μέγα, 2011), στην οποία υποστηρίζει ότι η ενεργοποίηση διαφορετικών συμβολικών συστημάτων ενισχύει την ολόπλευρη ανάπτυξη του ατόμου (γλωσσική, μαθηματική, οπτική ακουστική, κιναισθητική, διαπροσωπική, ενδοπροσωπική). Έπειτα, υποστήριξε την άποψη ότι η αισθητική εμπειρία συντελεί στην ενεργοποίηση της πολλαπλής νοημοσύνης, τονίζοντας ότι οι τέχνες συνιστούν μια μορφή διανοητικής δραστηριότητας με ποικίλους συμβολισμούς και χαρακτηριστικά που εκφράζουν τις εμπειρίες της ζωής του καλλιτέχνη, που έχουν συνυποδηλωτική λειτουργία και επιδέχονται ποικίλες ερμηνείες, που επιφυλάσσουν μια ευρεία γκάμα νοημάτων και έχουν υψηλή αισθητική αξία. Κατεπέκταση, θεωρεί τα έργα τέχνης πολύ σημαντικά για την ολόπλευρη ανάπτυξη του εκπαιδευομένου και προτείνει τη χρήση τους στο πεδίο της εκπαίδευσης (Gardner, 1990).
 
Εν κατακλείδι, η τέχνη προτείνεται από τη διεθνή βιβλιογραφία ως θεμελιώδες μέσο για την ανάπτυξη της κριτικής ικανότητας. Για αυτόν τον λόγο, τα τελευταία χρόνια εισάγεται δυναμικά στο χώρο της τυπικής και μη-τυπικής εκπαίδευσης ως βασικό εργαλείο για την προώθηση της αυτό-έκφρασης, της δημιουργικότητας και φαντασίας, καθώς και ως μέσο για εμπειρική μάθηση (Dewey, 1934[2005]Gardner, 1990Κόκκος, 2009, 2011, 2012Kokkos, 2010, 2012, 2013Κόκκος & Μέγα, 2007Perkins, 1994Ράικου, 2013).