Κυριακή, 4 Ιουνίου 2017

Πώς σκέπτεται ο Αριστοτέλης;

§1

Ι. Η κατανόηση του έργου του Αριστοτέλη συνδέεται άρρηκτα με τη ζωή του και με τις γενικότερες συνθήκες της εποχής του. Από μια γενική άποψη τούτο ισχύει για κάθε μεγάλο διανοητή. Στην περίπτωση ωστόσο του Αριστοτέλη ισχύει έτι περισσότερο, καθώς τα βήματα της συνολικής του ανάπτυξης είναι εμφανή μέσα στα έργα του και οι πιο καθοριστικές στιγμές του βίου του δεν αποτελούν ασύμβατες ευθείες με τις θεμελιώδεις κατευθύνσεις της φιλοσοφικής του σκέψης. Γεννημένος στα Στάγειρα της Χαλκιδικής και σύγχρονος του Δημοσθένη επρόκειτο να ζήσει σε μια περίοδο της ιστορίας, όπου το κράτος της Μακεδονίας επιχειρούσε να επεκτείνει την ηγεμονία του σε ολόκληρη την Ελλάδα. Δυνάμει αυτού του δεδομένου, στην κάτω Ελλάδα και κυρίως στην Αθήνα τα πνεύματα διίσταντο: οι μεν, ας πούμε η πλευρά του Ισοκράτη, έβλεπαν την ηγεμονική παρουσία των Μακεδόνων ως την πιο πρόσφορη δυνατότητα για ένωση όλων των Ελλήνων και την ενιαία αντιμετώπιση των βαρβάρων, οι δε –η πλευρά του Δημοσθένη– ως ξένη επικυριαρχία. Ο ίδιος ο Αριστοτέλης συνδύαζε Μακεδονική καταγωγή και ελληνική παιδεία. Οι αντιμακεδονικές ενίοτε διαθέσεις στην Αθήνα δεν δημιουργούν πάντοτε αίσθημα ασφάλειας στον Αριστοτέλη κατά τη μακρά παραμονή του εκεί.

ΙΙ. Σε ηλικία ήδη δεκαοκτώ ετών έρχεται στην Αθήνα και φοιτά στην Πλατωνική Ακαδημία, όπου έμελλε να παραμείνει ως το θάνατο του Πλάτωνα. Η φοίτησή του στη σχολή δεν ήταν μια τυπική παρουσία ενός φοιτητή και μια κοινή παρακολούθηση μαθημάτων φιλοσοφίας, αλλά συνδέθηκε με την εκπληκτική στοχαστική του παρουσία και ξεχωριστή συμμετοχή στην παραγωγή των φιλοσοφικών ιδεών της Ακαδημίας. Παρότι δεν υπάρχουν ακριβείς πληροφορίες για τις γενικότερες δραστηριότητές του και το ρόλο που πιθανόν να είχε διαδραματίσει στη σχολή, είναι γεγονός ότι η συμβολή του ήταν αντίστοιχη προς την ακατανίκητη δύναμη του μυαλού του. Ο Πλάτων τον αποκαλούσε, κατά την παράδοση, νου για την οξύνοιά του και αναγνώστη για τη φιλαναγνωστία του. Η παραδειγματική προσήλωσή του στο κοινό πνεύμα της Πλατωνικής Ακαδημίας δεν τον εμπόδιζε να εμφανίζει και να αναπτύσσει βαθμιαία έναν ισχυρό κριτικό λόγο απέναντι σε συγκεκριμένες πτυχές του Πλατωνικού φιλοσοφείν εντός της σχολής. Εξάλλου, η ανεξαρτησία σκέψης αποτελούσε το σήμα κατατεθέν της συγκεκριμένης σχολής, αλλά και των υπαρχόντων τότε φιλοσοφικών σχολών. Ο ίδιος ο Αριστοτέλης, από φοιτητής ακόμη της σχολής, αλλά και μετέπειτα ως διδάσκων, αναγνώριζε το μεγαλείο της Πλατωνικής σκέψης και μάλιστα με τρόπο, που να εμπνέεται στη χάραξη αυτόνομης ερευνητικής πορείας με τις αναγκαίες εκάστοτε διαφοροποιήσεις ή και αντιθέσεις προς τον δάσκαλο.                                   

§2

Ι. Ο Αριστοτέλης ακολουθούσε τον εξής τρόπο εργασίας και οργάνωσης της σκέψης του: πρώτα-πρώτα μελετούσε επιμελώς τις απόψεις, τις θέσεις, τις γνώμες, τις θεωρίες των προγενέστερων αυτού διανοητών. Θεωρούσε πως κάθε προηγηθείσα άποψη περιέχει κάτι το αληθές, που χρήζει ιδιαίτερης προσοχής, περαιτέρω μελέτης και διαφύλαξης. Σε σημεία, που υπήρχε ασυμφωνία ή διαφορετική θεώρηση ανάμεσα σ’ αυτούς τους διανοητές, ο φιλόσοφος διέκρινε τα στοιχεία ή τα προβλήματα εκείνα, που έπρεπε να διερευνηθούν και πάλι, προκειμένου να επιτευχθεί η καλύτερη λύση. Μια τέτοια μεθοδολογία είναι εμφανής σε όλο σχεδόν το έργο του. Είναι αυτονόητο πως δεν αναγίγνωσκε τις προηγούμενες πηγές ή φιλοσοφικές θέσεις ως λογογράφος ή ως λογοτέχνης ή ως ιστορικός, αλλά ως φιλόσοφοςˑ τουτέστιν τις ελάμβανε ως αφορμή ή βοηθητικό μέσο για να εμβαθύνει στη συνέχεια με τον δικό του πρωτότυπο τρόπο και να μεταστοχαστεί την ουσία και τα όρια της σοφίας του παρελθόντος. Ορισμένως δεν περιοριζόταν μόνο σε φιλοσοφικές ή διανοητικές εν γένει απόψεις των προγενεστέρων του, αλλά επεκτεινόταν και σε γνώμες, ρήσεις, απόψεις του πλήθους. Γι’ αυτό βλέπουμε πως οι κεντρικές έννοιες της φιλοσοφίας του δεν είναι κατά βάση τεχνικοί όροι ή εξεζητημένες ορολογίες, αλλά κοινές και απλές λέξεις ή φράσεις. Στη συνάφεια τούτη το πρώτο ερώτημα, με τα οποίο επιχειρεί να «ξεκλειδώσει» το λόγο, ήτοι να διακρίνει τα διάφορα είδη των όντων και να γνωρίσει την Ουσία [=υπόσταση], είναι το τί ἐστι και όχι το πώς ή το πού (Μετά τα Φυσικά 1028a κ.εξ.). Ιδιαίτερη σημασία περικλείει, με βάση αυτό το πνεύμα, το περίφημο Αριστοτελικό ερώτημα: τί ἦν εἶναι.

ΙΙ. Πώς σκέπτεται ο Αριστοτέλης τη φιλοσοφία; Εκκινεί από τον κοινό τόπο ότι περιέχει μέσα της το κεντρικό νόημα της φιλίας, ήτοι της εκζήτησης της σοφίας. Κάτι δηλαδή παρόμοιο με ό,τι ισχύει και στον Πλάτωνα. Πώς όμως την εννοεί πιο συγκεκριμένα; Ως οντολογική τάση ή πράξη του ανθρώπου προς το εἰδέναι: «Πάντες ἄνθρωποι τοῦ εἰδέναι ὀρέγονται φύσει» μας προ-ειδοποιεί στα Μετά τα Φυσικά (908a). Τι θέλει να πει ο φιλόσοφος με αυτή τη φράση; Εκ πρώτης όψεως πως όλοι οι άνθρωποι από τη φύση τους επιθυμούν διακαώς, διψούν κυριολεκτικά για τη γνώση. Αλλά ποια γνώση; Εδώ εμφανίζονται τα δύσκολα με κάποιες νηπιακές ερμηνείες, οι οποίες, όταν προέρχονται και από κατ’ επάγγελμα «φιλοσόφους», ηχούν ελεεινά και τρισάθλια. Η κατανόηση της γνώσης, από ορισμένους τέτοιους επαγγελματίες της μαζικής κουλτούρας, απλοϊκά ως μιας συσσωρευτικής διαδικασίας ή πράξης επί μέρους ποσοτικών γνώσεων παντός είδους είναι ό,τι πιο ξένο και εχθρικό προς το αληθινό νόημα της Αριστοτελικής σύλληψης της Γνώσης και συναφώς της Φιλοσοφίας. Ο φιλόσοφος με την εν λόγω ρήση του έχει κατά νου την καθαρή Γνώση και φιλοσοφία, κάτι παρόμοιο με ό,τι ο Χέγκελ ονομάζει θεωρησιακή (spekulativ-Spekulation): θεωρησιακή σκέψη, καθαρή θεωρία. Πώς προκύπτει αυτή η ερμηνεία;

§3

Ι. Πρώτα-πρώτα από το γεγονός ότι το εἰδέναι ανάγεται και συνάμα μας ανάγει στην έννοια: εἶδος, στην πιο περίλαμπρη λέξη-όρο και έννοια της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας και γενικότερα της ευρωπαϊκής φιλοσοφίας. Εἰδέναι: τύπος του εἴδω=βλέπω, παρατηρώ, διακρίνω, εξετάζωˑ δευτερογενής σημασία: γνωρίζω, κατανοώ. Ο ενεστώτας δεν απαντάˑ αντ’ αυτού χρησιμοποιείται το ὁρῶ. Παρακείμενος με σημασία ενεστώτα: οἶδα με απαρέμφατο το εἰδέναι. Έτσι, η τάση του ανθρώπου προς τη Γνώση δεν είναι οποιαδήποτε τάση προς κάθε είδους πληροφοριακή γνώση –τότε ο κάθε περίεργος ή πολυπράγμων θα ήταν φιλόσοφος– αλλά εκείνη που ιδιάζει στην οντολογική του σύσταση και ύπαρξη: η φυσική του τάση, η κατά φύση [=κατά την Ουσία του] όρεξη [=από το ορέγομαι], ήτοι επιθυμία του και διάθεση προς τη θέαση, εξέταση, γνώση και κατανόηση του εἶδους, δηλαδή της μορφής, της Ουσίας των όντων. Τώρα, η πιο πάνω Αριστοτελική πρόταση σημαίνει ολοκληρωμένα πως όλοι οι άνθρωποι κινούνται με όρεξη, με πόθο, με διάθεση, από την κατά φύση Ουσία τους, προς τη θέαση, κατ’ επέκταση προς τη Γνώση και επί-Γνωση του είδους, της μορφής των όντων. Η ενατένιση λοιπόν ή η θεώρηση αυτής της μορφής δεν είναι άλλη από την επιζήτηση της καθαρής Γνώσης, της σοφίας.

ΙΙ. Ετούτη όμως η ενατένιση δεν συνιστά κάποια πεφωτισμένη λάμψη ή έκλαμψη, που αποτελεί προνόμιο των κατ’ επάγγελμα φιλοσοφούντων, αλλά μια εκπτυσσόμενη πράξη του ανθρώπου εν γένει, που ευχαριστιέται να χρησιμοποιεί προς τούτο τις αισθήσεις του, και δη την όρασή του, καθώς αυτή του επιτρέπει να διακρίνει τα πράγματα μεταξύ τους, να δια-βλέπει τις διαφορές τους, να αποκτά εμπειρία. Να γιατί ο Αριστοτέλης μας λέει ως συνέχεια της ως άνω φράσης-φιλοσοφικής πρότασης: «σημεῖον δ' ἡ τῶν αἰσθήσεων ἀγάπησις» [=σημάδι, απόδειξη γι’ αυτό είναι η αγάπηση των αισθήσεων, η αγάπη που έχουν για τις αισθήσεις]. Ο άνθρωπος, κατ’ αυτήν την έννοια, διέρχεται μέσα από τις αισθήσεις και ακόμα πιο πολύ μέσα από την όραση για να ανέλθει στο επίπεδο εκζήτησης της σοφίαςˑ στην επιδίωξη της καθαρής Γνώσης. Εν τέλει, το θεμελιώδες χαρακτηριστικό του Αριστοτελικού φιλοσοφείν είναι: σύζευξη αισθητού και νοητού κόσμουˑ όχι διχοτόμηση ή εναντίωση. Μόνο έτσι καθίσταται δυνατή η ανύψωση στη Γνώση των πρώτων αρχών και αιτιών των όντων. Αυτή την ανύψωση πραγματώνει και επιδιώκει να πραγματώσει η φιλοσοφία. Ετούτη η επιδίωξη δεν προϋποθέτει ή δεν απαιτεί κάποια θεϊκή δύναμη για να γίνει πραγματικότητα, αλλά ανήκει στις δυνατότητες του σκεπτόμενου όντος που λέγεται άνθρωπος. Το ζώο δεν έχει τέτοιες επιδιώξεις, γιατί δεν σκέπτεται, δεν φιλοσοφεί. Ο άνθρωπος λοιπόν που φιλοσοφεί γίνεται ισόθεος.