Δευτέρα, 12 Ιουνίου 2017

Κικέρων και Πλάνκιος: η Τέχνη της Πειθούς

Ο Κικέρωνας υπήρξε διάσημος για την αποτελεσματική χρήση του πάθους στους δικούς του λόγους, όπου χρησιμοποιούσε συχνά το υψηλό φρόνημα, πλήρες συναισθήματος, προκειμένου να προσηλυτίσει τους ενόρκους με το μέρος του πελάτη του. Στο παρακάτω απόσπασμα, το οποίο προέρχεται από τον επίλογο της υπεράσπισης του φίλου του Πλάνκιου, ο Κικέρωνας κάνει το παν για να εξασφαλίσει την αθώωση του πελάτη του που κατηγορούνταν για παράνομες εκλογικές δραστηριότητες.

Λίγα χρόνια πριν από τη δίκη, όταν ο Πλάνκιος ήταν διορισμένος στη Θεσσαλονίκη, πρόσφερε καταφύγιο και στήριξη στον Κικέρωνα, ο οποίος είχε εξοριστεί από τη Ρώμη, πέφτοντας θύμα των μηχανορραφιών του άσπονδου εχθρού του, Κλώδιου. Σε ολόκληρο τον λόγο του και ιδιαίτερα, εδώ, στο τέλος του, ο Κικέρωνας κάνει νύξη στη βοήθεια που του πρόσφερε ο Πλάνκιος τις δύσκολες εκείνες ώρες και συνδέει την παρούσα δεινοπάθεια του Πλάνκιου με τη δική του κατάσταση όταν βρισκόταν στην εξορία:
Ω, εκείνα τα ξενύχτια σου, Πλάνκιε, τα τόσο δύστυχα! Ω εκείνες οι αγρυπνίες σου οι γεμάτες δάκρυα! Ω, εκείνες οι πικρές νύχτες! Ω, αυτή η καταστροφική φροντίδα για τη ζωή μου. Αλίμονο αν εσύ, που θα μπορούσα να σε είχα βοηθήσει με το θάνατό μου, δεν μπορείς να λάβεις βοήθεια από μένα όσο είμαι ζωντανός! Θυμάμαι, πράγματι, κι ούτε και θα ξεχάσω ποτέ, εκείνη τη νύχτα όταν, μες στη δυστυχία μου, πλανεμένος από μάταιες ελπίδες, σου έδινα κενές και φρούδες υποσχέσεις, ενώ καθόσουν στο πλευρό μου, επαγρυπνώντας και θρηνώντας μαζί μου: ότι εγώ, αν ποτέ επέστρεφα στην πατρίδα, θα σου ανταπέδιδα εκείνη την καλοσύνη σου. Αλλά αν η μοίρα μου στερούσε τη ζωή ή αν κάποια άλλη δύναμη πέρα από τον έλεγχό μου απέτρεπε την επιστροφή μου, υποσχέθηκα ότι αυτοί, αυτοί οι άνδρες (γιατί ποιον άλλον θα μπορούσα να έχω στις σκέψεις μου;) θα κατέβαλλαν πλήρη αποζημίωση σε σένα για όλο τον κόπο που κατέβαλλες για μένα. 
Γιατί με κοιτάς με αυτό τον τρόπο;
Γιατί διεκδικείς όσα σου υποσχέθηκα;
Γιατί εκλιπαρείς να τηρήσω την καλή πίστη;
Δεν σου υποσχέθηκα τίποτα τότε που να εξαρτιόταν από τους δικούς μου πόρους. Αντίθετα, έδωσα υποσχέσεις, βασιζόμενος στην καλή προαίρεση αυτών των ανδρών προς το πρόσωπό μου. Είδα ότι θρηνούσαν για μένα, στέναζαν για μένα, ήταν πρόθυμοι να πολεμήσουν για τη ζωή μου ακόμη και με κίνδυνο της δικής τους. 
Όταν ήμουν μαζί σου, άκουγα διαδόσεις κάθε μέρα για τη λαχτάρα τους, τη λύπη τους, τους οδυρμούς τους. Και τώρα φοβούμαι ότι δεν μπορώ να σου ξεπληρώσω τίποτα πέρα από τα δάκρυα που έχυσες τόσο άφθονα για τις συμφορές μου. Διότι, τι άλλο μπορώ να κάνω παρά να θρηνήσω, να κλάψω, να συνδέσω τη δική σου με τη δική μου σωτηρία;  
Γιατί οι ίδιοι άνθρωποι που μου χάρισαν τη λύτρωση μπορούν να τη χαρίσουν και σε σένα. Όμως εσένα -σήκω πάνω, σε εκλιπαρώ- εσένα θα βαστούσα και θα αγκάλιαζα: θεωρώ τον εαυτό μου, όχι μόνο μεσολαβητή της μοίρας σου, αλλά και σύντροφο και σύμμαχό σου. 
Και δεν θα υπάρξει κανείς, ελπίζω, τόσο σκληρόκαρδος και απάνθρωπος, κανείς τόσο αμνήμων – δεν θα πω των υπηρεσιών που πρόσφερα στους ευπατρίδες αλλά των όσων εκείνοι πρόσφεραν σε μένα – ώστε να απομακρύνουν από το πλευρό μου τον σωτήρα μου. Έτσι κάνω έκκληση, ω ένορκοι, όχι εκ μέρους κάποιου που ωφελήθηκε από τις υπηρεσίες μου, αλλά κάποιου που ήταν ο φύλακας της ζωής μου. Τα όπλα μου δεν είναι ούτε ο πλούτος ούτε η εξουσία ούτε η επιρροή, αλλά οι προσευχές, τα δάκρυα, ο οίκτος.
Και μαζί μου, αυτός ο εξαίρετος αλλά δύσμοιρος γονέας σας εκλιπαρεί, και εμείς, δύο πατεράδες, σας ικετεύουμε εκ μέρους ενός γιου. 
Ω ένορκοι, στο όνομά σας, στη μοίρα και στα τέκνα σας, σας παρακαλώ μη δώσετε πηγή χαράς στους εχθρούς μου, ιδιαίτερα όσους απέκτησα για χάρη του δικού σας καλού, επιτρέποντάς τους να καυχηθούν ότι εσείς, ξεχνώντας τώρα τη δική μου ασφάλεια, είστε εχθροί του άνδρα χάρη στον οποίο αυτή διαφυλάχθηκε. 
Μη ραγίσετε την ψυχή μου τώρα με τη λύπη και, έπειτα, με τον φόβο ότι η ευμένειά σας προς το πρόσωπό μου έχει χαθεί. Επιτρέψτε μου, από το απόθεμα της καταδεκτικότητάς σας, να τηρήσω την υπόσχεση που εγώ, εμπιστευόμενος εσάς, έδωσα πολλές φορές στον πελάτη μου. 
Γάιε Φλάβιε, σε εκλιπαρώ και σε ικετεύω ολόψυχα – εσένα που κατά την υπατεία μου ήσουν σύμμαχος των σχεδίων μου, που μοιράστηκες μαζί μου τους κινδύνους και με βοήθησες σε όσα πέτυχα, και που πάντοτε επιθυμούσες, όχι μόνο την ασφάλειά μου, αλλά και τιμή και επιτυχία για μένα – να μου κάνεις τη χάρη να σώσεις, με τη μεσιτεία αυτών των ενόρκων, τον άνδρα ο οποίος, όπως γνωρίζετε, με έσωσε για να υπηρετήσω εσένα και εκείνους. 
Τα δάκρυά σου, και τα δικά σας, ω ένορκοι, για να μην αναφέρω τα δικά μου, με αποτρέπουν να πω περισσότερα. Δάκρυα που, εν μέσω του μεγάλου μου φόβου, ξαφνικά μου χαρίζουν ελπίδα ότι θα επιδείξετε την ίδια προδιάθεση να σώσετε τον πελάτη μου όπως όταν σώσατε εμένα. Διότι βλέποντας τα δάκρυά σας τώρα μου έρχονται στο νου εκείνα τα δάκρυα που τόσο συχνά και τόσο άφθονα χύσατε για μένα.
(Υπέρ Πλάνκιου 101-4)
Και κάπως έτσι, ο Κικέρωνας ενέπλεξε συναισθηματικά τους ενόρκους χωρίς να αναφερθεί ποτέ στην αθωότητα  του πελάτη του για τις κατηγορίες που τον επιβάρυναν, οι οποίες προφανώς είχαν βάση. Το αποτέλεσμα; 101 ένορκοι ψήφισαν για την αθωότητά του και μόλις 4 για την ενοχή του.  Από πολύ παλαιότερα ακόμα, ξεκινάει η πραγματική  τέχνη της υπεράσπισης  και συνεχίζει μέχρι σήμερα, στις σύγχρονες αίθουσες των δικαστηρίων καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι η δικαιοσύνη, δεν εξαρτάται μόνο από τα γεγονότα αλλά και από την ρητορική.

Μάρκος Τύλλιος Κικέρων, «Η τέχνη της Πειθούς»