Πέμπτη, 1 Ιουνίου 2017

Οι άνθρωποι είμαστε μαζοχιστές

Ψέματα είναι; Όταν χωρίζουμε, όταν πονάμε, όταν νιώθουμε παραπάνω απ’ όσο μπορούμε να αντέξουμε, τι κάνουμε; Βασικά η λογική τι λέει; Τι λέω, ρε γαμώτο. Τι δουλειά έχει η λογική τώρα, τι σχέση έχει η γαμημένη η λογική, με τον πόνο, με τον έρωτα, με την απογοήτευση.
Παρ’ όλα αυτά η λογική λέει με μια οποιαδήποτε πράξη να σταματήσουμε, να περιορίσουμε, έστω, τον πόνο, γιατί πώς να σταματήσει άλλωστε; Δε σταματάει. Τουλάχιστον όχι τόσο γρήγορα. Χρειάζεται χρόνο. Μερικές φορές, ούτε ο χρόνος είναι αρκετός. Ό,τι κι αν έχει γίνει όμως, όσο κουρελιασμένη κι αν είναι η ψυχή μας, θα αναζητήσουμε λίγο ακόμα πόνο. Το τραγούδι μας να παίζει στο τέρμα, ένα ποτό -ή μάλλον τρία, τέσσερα, ίσως και πέντε-, ένα τσιγάρο στο χέρι και το μυαλό κολλημένο εκεί. Καμία προσπάθεια, καμία αντίσταση.

Παραδομένοι στον απόλυτο πόνο, να βυθιζόμαστε στη νικοτίνη και στο κενό. Κυρίως στο κενό. Αλλά είναι πολλά τα τσιγάρα, πώς να μετρήσεις. Τι σημασία έχει όμως; Βασικά τι να έχει σημασία. Τίποτα μάλλον. Και βυθίζεσαι ακόμα περισσότερο. Και πίνεις κι άλλο, και καπνίζεις κι άλλο, και ξαναβάζεις το γαμημένο το τραγούδι που σου θυμίζει εκείνον τον άνθρωπο ακόμα περισσότερο. Που τον τοποθετεί δίπλα σου. Να σου χαϊδεύει τα μαλλιά και να σου μιλάει στα αυτί, και κλαις κι οδύρεσαι και τον ζητάς. Αλλά συνεχίζεις, δε σταματάς. Έχεις πέσει κάτω, σπαράζεις και συνεχίζεις. Γιατί συνεχίζεις, ρε γαμώτο; Τι κερδίζεις;

Μεγαλύτερο ερώτημα απ’ αυτό δεν έχω. Πώς λειτουργεί ο ερωτευμένος. Και νομίζω, πως ποτέ δεν πρόκειται, κανείς να το καταλάβει. Να εξιχνιάσει μια ψυχοσύνθεση ενός ανθρώπου που δε χαρακτηρίζει τον εαυτό του πια. Γιατί ο ερωτευμένος δεν είναι πια μόνο ο εαυτός του, είναι κι ο άλλος. Είναι κομμάτι του, ποσοστό του.

Ναι, ίσως αυτό να είναι. Γι’ αυτό δεν τον καταλαβαίνει κάνεις πια, δεν είναι ένας άνθρωπος, αλλά δύο. Δύο ενωμένοι, χωρισμένοι, αλλά δεμένοι με πόνο. Πολύ πόνο. Και τον νιώθουμε τον πόνο. Σιγά-σιγά γίνεται κομμάτι μας. Τον αποδεχόμαστε. Δεν τον φοβόμαστε, τον θέλουμε. Ίσως και να τρομάζουμε να ζήσουμε χωρίς πόνο. Γιατί αυτός είναι ό,τι κοντινότερο έχουμε στον άλλον.

Πόσο άρρωστο ακούγεται αυτό. Κι όμως έτσι είναι. Όλοι οι ερωτευμένοι είναι άρρωστοι. Κι η πρόγνωση; Ανίατη ασθένεια χωρίς θέληση γιατρειάς. Επιθυμία για μια συνεχή αίσθηση καταδίκης κι απόγνωσης. Δε με απενοχοποιώ, είμαι ίδια και χειρότερος. Και το μισώ. Γιατί το γουστάρω. Και δεν ξέρω γιατί.

Είναι μια κατάσταση πιο εθιστική κι απ’ το τσιγάρο. Και πώς να αφήσεις τον πόνο να φύγει. Αν φύγει, λογικά η ζωή θα πάει παρακάτω, θα είσαι καλά ξανά. Αλλά αυτό, δε γίνεται να συμβεί.  Δεν προτίθεσαι να εγκαταλείψεις, δε θέλεις. Προτιμάς να αδειάζεις εσύ, παρά να αρχίσεις να αδειάζεις απ’ αυτήν. Αυτό σου φαίνεται χειρότερο. Που ξέρεις καμία φορά μπορεί και να είναι. Μα σου χρωστάς. Πολλά. Μην αφήνεις τον εαυτό σου γιατί κρατιέσαι από κάποιον άλλον. Μόνος σου είσαι. Μόνος σου πάντα θα είσαι.

Βρες τα με αυτό που είσαι. 'Η με αυτό που θες να γίνεις. Αν σε καταπιεί ο πόνος θα αρχίζεις να χάνεις τη ζωή. Μπορεί να μην ακούγεται και τόσο κακό -γιατί για έναν πληγωμένο σίγουρα δεν ακούγεται τόσο κακό-, αλλά είναι. Όταν αρχίζεις να γίνεσαι λίγο εγωιστής, λίγο, όσο πρέπει, θα καταλάβεις. Θα καταλάβεις ότι ένα ακόμα ποτό δε θα την φέρει πίσω. Ούτε ένα τσιγάρο. Μία κλήση, ίσως ναι. Ένα μου λείπεις, ένα σ’ αγαπώ.

Έχουμε παγιδευτεί στο ρολό του μαζοχιστή κι αφήνουμε τη ζωή να μας ξεφεύγει, με τη δικαιολογία του πόνου. Όχι όμως. Δε μας δικαιολογεί τίποτα. Κάντε ένα τσιγάρο, κάντε και δύο. Όμως μετά κλείνεις τη μουσική, κάθε στίχο που σε βαράει κατευθείαν στην καρδιά, μαζεύεις ό,τι κομμάτι σου έχει απομείνει και πας σε αυτόν που σε γεμίζει. Κανένα σου κομμάτι δεν ενώνεται καλύτερα απ’ ό,τι μαζί του. Το ξέρεις.

Κι αν δεν γίνεται, αν δεν μπορείς να επιστρέψεις ή αν ακόμα χειρότερα, αν δεν πρέπει, μάθε ότι και χωρίς κάποιο κομμάτι μπορείς να συνεχίσεις. Και θα το κάνεις. Και στο υπόσχομαι κάποια στιγμή θα βρεις κάποιον/α που θα σε γεμίζει τόσο καλά, που δε θα υπάρχουν πια κομμάτια μεταξύ σας, αλλά θα είστε ένα. Μία οντότητα. Μία μάζα. Ένα είναι.