Δευτέρα, 12 Ιουνίου 2017

ΡΗΤΟΡΙΚΗ: ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ - Κατὰ Μειδίου (70-76)

[70] Εἰ τοίνυν τις ὑμῶν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, ἄλλως πως ἔχει τὴν ὀργὴν ἐπὶ Μειδίαν ἢ ὡς δέον αὐτὸν τεθνάναι, οὐκ ὀρθῶς ἔχει. οὐ γάρ ἐστι δίκαιον οὐδὲ προσῆκον τὴν τοῦ παθόντος εὐλάβειαν τῷ μηδὲν ὑποστειλαμένῳ πρὸς ὕβριν μερίδ᾽ εἰς σωτηρίαν ὑπάρχειν, ἀλλὰ τὸν μὲν ὡς ἁπάντων τῶν ἀνηκέστων αἴτιον κολάζειν προσήκει, τῷ δ᾽ ἐπὶ τοῦ βοηθεῖν ἀποδιδόναι τὴν χάριν.

[71] οὐδὲ γὰρ αὖ τοῦτ᾽ ἔστιν εἰπεῖν, ὡς οὐ γεγενημένου πώποτ᾽ οὐδενὸς ἐκ τῶν τοιούτων δεινοῦ τῷ λόγῳ τὸ πρᾶγμ᾽ ἐγὼ νῦν αἴρω καὶ φοβερὸν ποιῶ. πολλοῦ γε καὶ δεῖ. ἀλλ᾽ ἴσασιν ἅπαντες, εἰ δὲ μή, πολλοί γε, Εὔθυνον τὸν παλαίσαντά ποτ᾽ ἐκεῖνον, τὸν νεανίσκον, [καὶ] Σώφιλον τὸν παγκρατιαστήν (ἰσχυρός τις ἦν, μέλας, εὖ οἶδ᾽ ὅτι γιγνώσκουσίν τινες ὑμῶν ὃν λέγω,) τοῦτον ἐν Σάμῳ ἐν συνουσίᾳ τινὶ καὶ διατριβῇ οὕτως ἰδίᾳ, ὅτι [ὁ τύπτων] αὐτὸν ὑβρίζειν ᾤετο, ἀμυνάμενον οὕτως ὥστε καὶ ἀποκτεῖναι. ἴσασιν Εὐαίωνα πολλοὶ τὸν Λεωδάμαντος ἀδελφόν, ἀποκτείναντα Βοιωτὸν ἐν δείπνῳ καὶ συνόδῳ κοινῇ διὰ πληγὴν μίαν.

[72] οὐ γὰρ ἡ πληγὴ παρέστησε τὴν ὀργήν, ἀλλ᾽ ἡ ἀτιμία· οὐδὲ τὸ τύπτεσθαι τοῖς ἐλευθέροις ἐστὶ δεινόν, καίπερ ὂν δεινόν, ἀλλὰ τὸ ἐφ᾽ ὕβρει. πολλὰ γὰρ ἂν ποιήσειεν ὁ τύπτων, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, ὧν ὁ παθὼν ἔνι᾽ οὐδ᾽ ἂν ἀπαγγεῖλαι δύναιθ᾽ ἑτέρῳ, τῷ σχήματι, τῷ βλέμματι, τῇ φωνῇ, ὅταν ὡς ὑβρίζων, ὅταν ὡς ἐχθρὸς ὑπάρχων, ὅταν κονδύλοις, ὅταν ἐπὶ κόρρης. ταῦτα κινεῖ, ταῦτ᾽ ἐξίστησιν ἀνθρώπους αὑτῶν, ἀήθεις ὄντας τοῦ προπηλακίζεσθαι. οὐδεὶς ἄν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, ταῦτ᾽ ἀπαγγέλλων δύναιτο τὸ δεινὸν παραστῆσαι τοῖς ἀκούουσιν οὕτως ὡς ἐπὶ τῆς ἀληθείας καὶ τοῦ πράγματος τῷ πάσχοντι καὶ τοῖς ὁρῶσιν ἐναργὴς ἡ ὕβρις φαίνεται.

[73] σκέψασθε δὴ πρὸς Διὸς καὶ θεῶν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, καὶ λογίσασθε παρ᾽ ὑμῖν αὐτοῖς, ὅσῳ πλείον᾽ ὀργὴν ἐμοὶ προσῆκε παραστῆναι πάσχοντι τοιαῦθ᾽ ὑπὸ Μειδίου ἢ τότ᾽ ἐκείνῳ τῷ Εὐαίωνι τῷ τὸν Βοιωτὸν ἀποκτείναντι. ὁ μέν γ᾽ ὑπὸ γνωρίμου, καὶ τούτου μεθύοντος, ἐναντίον ἓξ ἢ ἕπτ᾽ ἀνθρώπων ἐπλήγη, καὶ τούτων γνωρίμων, οἳ τὸν μὲν κακιεῖν οἷς ἔπραξε, τὸν δ᾽ ἐπαινέσεσθαι μετὰ ταῦτ᾽ ἀνασχόμενον καὶ κατασχόνθ᾽ ἑαυτὸν ἔμελλον, καὶ ταῦτ᾽ εἰς οἰκίαν ἐλθὼν ἐπὶ δεῖπνον, οἷ μηδὲ βαδίζειν ἐξῆν αὐτῷ·

[74] ἐγὼ δ᾽ ὑπ᾽ ἐχθροῦ, νήφοντος, ἕωθεν, ὕβρει καὶ οὐκ οἴνῳ τοῦτο ποιοῦντος, ἐναντίον πολλῶν καὶ ξένων καὶ πολιτῶν ὑβριζόμην, καὶ ταῦτ᾽ ἐν ἱερῷ καὶ οἷ πολλή μοι ἦν ἀνάγκη βαδίζειν χορηγοῦντι. καὶ ἐμαυτὸν μέν γ᾽, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, σωφρόνως, μᾶλλον δ᾽ εὐτυχῶς οἶμαι βεβουλεῦσθαι, ἀνασχόμενον τότε καὶ οὐδὲν ἀνήκεστον ἐξαχθέντα πρᾶξαι· τῷ δ᾽ Εὐαίωνι καὶ πᾶσιν, εἴ τις αὑτῷ βεβοήθηκεν ἀτιμαζόμενος, πολλὴν συγγνώμην ἔχω.

[75] δοκοῦσι δέ μοι καὶ τῶν δικασάντων τότε πολλοί· ἀκούω γὰρ αὐτὸν ἔγωγε μιᾷ μόνον ἁλῶναι ψήφῳ, καὶ ταῦτ᾽ οὔτε κλαύσαντ᾽ οὔτε δεηθέντα τῶν δικαστῶν οὐδενός, οὔτε φιλάνθρωπον οὔτε μικρὸν οὔτε μέγ᾽ οὐδ᾽ ὁτιοῦν πρὸς τοὺς δικαστὰς ποιήσαντα. θῶμεν τοίνυν οὑτωσί, τοὺς μὲν καταγνόντας αὐτοῦ μὴ ὅτι ἠμύνατο, διὰ τοῦτο καταψηφίσασθαι, ἀλλ᾽ ὅτι τοῦτον τὸν τρόπον ὥστε καὶ ἀποκτεῖναι, τοὺς δ᾽ ἀπογνόντας καὶ ταύτην τὴν ὑπερβολὴν τῆς τιμωρίας τῷ γε τὸ σῶμ᾽ ὑβρισμένῳ δεδωκέναι.

[76] τί οὖν; ἐμοὶ τῷ τοσαύτῃ κεχρημένῳ προνοίᾳ τοῦ μηδὲν ἀνήκεστον γενέσθαι, ὥστε μηδ᾽ ἀμύνασθαι, παρὰ τοῦ τὴν τιμωρίαν ὧν πέπονθ᾽ ἀποδοθῆναι προσήκει; ἐγὼ μὲν οἶμαι παρ᾽ ὑμῶν καὶ τῶν νόμων, καὶ παράδειγμά γε πᾶσι γενέσθαι τοῖς ἄλλοις, ὅτι τοὺς ὑβρίζοντας ἅπαντας καὶ τοὺς ἀσελγεῖς οὐκ αὐτὸν ἀμύνεσθαι μετὰ τῆς ὀργῆς, ἀλλ᾽ ἐφ᾽ ὑμᾶς ἄγειν δεῖ, ὡς βεβαιούντων ὑμῶν καὶ φυλαττόντων τὰς ἐν τοῖς νόμοις τοῖς παθοῦσι βοηθείας.

***
[70] Αν λοιπόν, Αθηναίοι, κάποιος από σας δεν είναι τόσο αγανακτισμένος εναντίον του Μειδία ώστε να πιστεύει ότι δεν πρέπει να θανατωθεί, έχει άδικο. Δεν είναι ούτε δίκαιο ούτε πρέπει η αυτοσυγκράτηση του θύματος να αποτελεί προσόν για την αθώωση ενός ανθρώπου ο οποίος δεν οπισθοχωρεί μπροστά σε καμιά βίαιη και προσβλητική ενέργεια· πρέπει αντίθετα αυτόν να τιμωρείτε ως αίτιο όλων των αθεράπευτων συμφορών, ενώ στο θύμα να προσφέρετε την εύνοια και βοήθειά σας.

[71] Ούτε πάλι μπορεί κάποιος να πει δήθεν, επειδή καμιά τέτοια πράξη δεν είχε ποτέ μέχρι τώρα φοβερές συνέπειες, μεγαλοποιώ εγώ σήμερα με τον λόγο μου την κατάσταση και την παρουσιάζω τρομερή. Δεν είναι αυτή η αλήθεια. Γνωρίζετε όλοι ή τουλάχιστον πολλοί, τον Εύθυνο —ήταν κάποτε ένας περίφημος νεαρός, παλαιστής— και τον Σώφιλο, τον παγκρατιαστή — ήταν δυνατός και μελαψός· είμαι βέβαιος ότι μερικοί από σας ξέρουν ποιόν εννοώ· σε κάποια εντελώς ιδιωτική, ευχάριστη συγκέντρωση στη Σάμο, ο ένας, επειδή νόμισε ότι ο άλλος τον προσέβαλε, αντιστάθηκε τόσο δυνατά ώστε τον σκότωσε. Γνωρίζουν πολλοί τον Ευαίωνα, τον αδελφό τού Λεωδάμαντα, ο οποίος σκότωσε τον Βοιωτό σε συμπόσιο και δημόσια συγκέντρωση, επειδή τον κτύπησε μία φορά.

[72] Γιατί την οργή δεν την προκάλεσε το χτύπημα αλλά ο εξευτελισμός· ούτε η χειροδικία —μολονότι είναι σκληρή πράξη— είναι φοβερή για έναν ελεύθερο πολίτη, αλλά η χειροδικία που γίνεται για να προσβάλει. Εκείνος που χειροδικεί, Αθηναίοι, μπορεί να κάμει πολλά —ορισμένα από τα οποία το θύμα δεν θα μπορούσε ούτε να περιγράψει σε άλλον— με χειρονομίες, με το βλέμμα, με τη φωνή, όταν κτυπά για να προσβάλει, όταν με εχθρότητα, με τη γροθιά ή στον κρόταφο. Αυτές οι πράξεις εξοργίζουν τους ανθρώπους και τους κάνουν έξω φρενών, όταν δεν είναι συνηθισμένοι να εξευτελίζονται. Κανένας, Αθηναίοι, περιγράφοντας αυτά τα γεγονότα δεν θα μπορούσε να αναπαραστήσει σε όσους ακούνε τη φοβερή προσβολή τόσο ζωηρά όσο η αλήθεια και η πραγματικότητα την κάνει να φαίνεται στο θύμα και στους αυτόπτες μάρτυρες.

[73] Σκεφθείτε λοιπόν και, στο όνομα του Δία και των άλλων θεών, υπολογίστε, Αθηναίοι, πόσο περισσότερο δικαιολογημένος θα ήμουν να οργισθώ εγώ, όταν πάθαινα αυτά από τον Μειδία, παρά εκείνος ο Ευαίων, ο οποίος σκότωσε τον Βοιωτό. Αυτός κτυπήθηκε από γνωστό του, —ο οποίος μάλιστα ήταν μεθυσμένος— εμπρός στα μάτια έξι ή επτά ανθρώπων, που επίσης ήταν γνωστοί του· αυτοί είναι πιθανό να κατηγορούσαν τον ένα για την πράξη του και να επαινούσαν τον άλλο, αν μετά την προσβολή που δέχθηκε, έδειχνε ανοχή και συγκρατούσε την οργή του, και μάλιστα αφού είχε έλθει να δειπνήσει σε ένα σπίτι όπου μπορούσε και να μην είχε πάει·

[74] αντίθετα σε εμένα επιτέθηκε ένας νηφάλιος εχθρός, πρωί, και το έκαμε για να με προσβάλει και όχι επειδή μέθυσε, μπροστά σε πολλούς, και ξένους και Αθηναίους, και μάλιστα σε ναό όπου, επειδή ήμουν χορηγός, ήμουν υποχρεωμένος να πάω. Νομίζω, Αθηναίοι, ότι σκέφθηκα με σύνεση, και μάλλον για καλή μου τύχη συγκρατήθηκα τότε και δεν παρασύρθηκα σε καμιάν ανεπανόρθωτη πράξη· αναγνωρίζω όμως ότι ο Ευαίων και οποιοσδήποτε άλλος, ο οποίος υπεράσπισε τον εαυτό του από προσβολές, είναι δικαιολογημένος.

[75] Έχω την εντύπωση ότι και πολλοί από τους δικαστές είχαν τότε την ίδια γνώμη· γιατί πληροφορούμαι ότι καταδικάσθηκε με πλειοψηφία μιας μόνο ψήφου, και μάλιστα χωρίς να κλάψει ή να παρακαλέσει κανέναν από τους δικαστές, χωρίς να καταβάλει καμιά προσπάθεια, μικρή ή μεγάλη, για να κερδίσει την εύνοια του δικαστηρίου. Ας υποθέσουμε λοιπόν ότι αυτοί που τον καταδίκασαν τον καταψήφισαν όχι επειδή υπερασπίσθηκε τον εαυτόν του, αλλά επειδή τον υπερασπίσθηκε με τέτοιον τρόπο, ώστε να καταλήξει σε φόνο, ενώ όσοι τον αθώωσαν αναγνώρισαν το δικαίωμα ακόμη και αυτής της υπερβολικής εκδικήσεως σε έναν άνθρωπο ο οποίος δέχθηκε βίαιες προσβολές κατά πρόσωπο.

[76] Λοιπόν; Από πού πρέπει να περιμένω ικανοποίηση για όσα υπέφερα εγώ που προνόησα τόσο για να μη συμβεί κάτι το ανεπανόρθωτο ώστε ούτε καν υπεράσπισα τον εαυτό μου; Κατά τη γνώμη μου, πρέπει να μου δοθεί ικανοποίηση από σας και τους νόμους και να γίνει παράδειγμα σε όλους τους άλλους ότι δεν πρέπει να υπερασπίζουν τον εαυτό τους, όταν τους κυριεύει οργή, εναντίον όλων γενικά των υβριστών και βίαιων, αλλά να τους φέρνουν μπροστά σας, γιατί σεις εξασφαλίζετε και διαφυλάσσετε την προστασία την οποία προβλέπουν οι νόμοι για όσους αδικήθηκαν.