Κυριακή, 11 Ιουνίου 2017

ΡΗΤΟΡΙΚΗ: ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ - Κατὰ Μειδίου (62-69)

[62] Πολλῶν τοίνυν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, γεγενημένων ἐχθρῶν ἀλλήλοις, οὐ μόνον ἐξ ἰδίων ἀλλὰ καὶ ἐκ κοινῶν πραγμάτων, οὐδεὶς πώποτ᾽ εἰς τοσοῦτ᾽ ἀναιδείας ἀφίκεθ᾽ ὥστε τοιοῦτόν τι τολμῆσαι ποιεῖν. καίτοι φασὶν Ἰφικράτην ποτ᾽ ἐκεῖνον Διοκλεῖ τῷ Πιθεῖ τὰ μάλιστ᾽ ἐλθεῖν εἰς ἔχθραν, καὶ ἔτι πρὸς τούτῳ συμβῆναι Τεισίαν τὸν Ἰφικράτους ἀδελφὸν ἀντιχορηγῆσαι τῷ Διοκλεῖ. ἀλλ᾽ ὅμως πολλοὺς μὲν ἔχων φίλους Ἰφικράτης, πολλὰ δὲ χρήματα κεκτημένος, φρονῶν δ᾽ ἐφ᾽ αὑτῷ τηλικοῦτον ἡλίκον εἰκὸς ἄνδρα καὶ δόξης καὶ τιμῶν τετυχηκόθ᾽ ὧν ἐκεῖνος ἠξίωτο παρ᾽ ὑμῶν,

[63] οὐκ ἐβάδιζ᾽ ἐπὶ τὰς τῶν χρυσοχόων οἰκίας νύκτωρ, οὐδὲ κατερρήγνυεν τὰ παρασκευαζόμεν᾽ ἱμάτι᾽ εἰς τὴν ἑορτήν, οὐδὲ διέφθειρε διδάσκαλον, οὐδὲ χορὸν μανθάνειν ἐκώλυεν, οὐδὲ τῶν ἄλλων οὐδὲν ὧν οὗτος διεπράττετ᾽ ἐποίει, ἀλλὰ τοῖς νόμοις καὶ τῇ τῶν ἄλλων βουλήσει συγχωρῶν ἠνείχετο καὶ νικῶντα καὶ στεφανούμενον τὸν ἐχθρὸν ὁρῶν, εἰκότως· ἐν ᾗ γὰρ αὐτὸς εὐδαίμων ᾔδει γεγονὼς πολιτείᾳ, ταύτῃ συγχωρεῖν τὰ τοιαῦτ᾽ ἠξίου.

[64] πάλιν Φιλόστρατον πάντες ἴσμεν τὸν Κολωνῆθεν Χαβρίου κατηγοροῦντα, ὅτ᾽ ἐκρίνετο τὴν περὶ Ὠρωποῦ κρίσιν θανάτου, καὶ πάντων τῶν κατηγόρων πικρότατον γενόμενον, καὶ μετὰ ταῦτα χορηγοῦντα παισὶν Διονύσια καὶ νικῶντα, καὶ Χαβρίαν οὔτε τύπτοντα οὔτ᾽ ἀφαρπάζοντα τὸν στέφανον οὔθ᾽ ὅλως προσιόνθ᾽ ὅποι μὴ προσῆκεν αὐτῷ.

[65] πολλοὺς δ᾽ ἂν ἔχων εἰπεῖν ἔτι καὶ διὰ πολλὰς προφάσεις ἐχθροὺς γεγενημένους ἀλλήλοις, οὐδένα πώποτ᾽ οὔτ᾽ ἀκήκοα οὔθ᾽ ἑόρακα ὅστις εἰς τοσοῦτον ἐλήλυθεν ὕβρεως ὥστε τοιοῦτόν τι ποιεῖν. οὐδέ γ᾽ ἐκεῖν᾽ οὐδεὶς ὑμῶν οἶδ᾽ ὅτι μνημονεύει πρότερον, τῶν ἐπὶ τοῖς ἰδίοις ἢ καὶ τοῖς κοινοῖς ἐχθρῶν ἀλλήλοις οὐδέν᾽ οὔτε καλουμένων τῶν κριτῶν παρεστηκότα, οὔθ᾽ ὅταν ὀμνύωσιν ἐξορκοῦντα, οὔθ᾽ ὅλως ἐπ᾽ οὐδενὶ τῶν τοιούτων ἐχθρὸν ἐξεταζόμενον.

[66] ταῦτα γὰρ πάντα καὶ τὰ τοιαῦτ᾽, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, φιλονικίᾳ μὲν ὑπαχθέντα χορηγὸν ὄντα ποιεῖν ἔχει τινὰ συγγνώμην· ἔχθρᾳ δ᾽ ἐλαύνοντά τινα, ἐκ προαιρέσεως, ἐφ᾽ ἅπασι, καὶ τὴν ἰδίαν δύναμιν κρείττω τῶν νόμων οὖσαν ἐνδεικνύμενον, Ἡράκλεις, βαρὺ κοὐχὶ δίκαιόν ἐστιν οὐδὲ συμφέρον ὑμῖν. εἰ γὰρ ἑκάστῳ τῶν χορηγούντων τοῦτο πρόδηλον γένοιτο, ὅτι ἂν ὁ δεῖν᾽ ἐχθρὸς ᾖ μοι, Μειδίας ἤ τις ἄλλος θρασὺς οὕτω καὶ πλούσιος, πρῶτον μὲν ἀφαιρεθήσομαι τὴν νίκην, κἂν ἄμεινον ἀγωνίσωμαί τινος, ἔπειτ᾽ ἐφ᾽ ἅπασιν ἐλαττωθήσομαι καὶ προπηλακιζόμενος διατελῶ, τίς οὕτως ἀλόγιστος ἢ τίς οὕτως ἄθλιός ἐστιν, ὅστις ἑκὼν ἂν μίαν δραχμὴν ἐθελήσειεν ἀναλῶσαι; οὐδεὶς δήπου.

[67] ἀλλ᾽, οἶμαι, τὸ πάντας ποιοῦν καὶ φιλοτιμεῖσθαι καὶ ἀναλίσκειν ἐθέλειν ἐκεῖν᾽ ἐστίν, ὅτι τῶν ἴσων καὶ τῶν δικαίων ἕκαστος ἡγεῖται ἑαυτῷ μετεῖναι ἐν δημοκρατίᾳ. ἐγὼ τοίνυν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, τούτων οὐκ ἔτυχον διὰ τοῦτον, ἀλλὰ χωρὶς ὧν ὑβρίσθην, καὶ τῆς νίκης προσαπεστερήθην. καίτοι πᾶσιν ὑμῖν ἐγὼ τοῦτο δείξω σαφῶς, ὅτι μηδὲν ἀσελγὲς ἐξῆν ποιοῦντι Μειδίᾳ μηδ᾽ ὑβρίζοντι μηδὲ τύπτοντι καὶ λυπεῖν ἐμὲ καὶ κατὰ τοὺς νόμους αὐτῷ φιλοτιμεῖσθαι πρὸς ὑμᾶς, καὶ μηδὲ διᾶραι περὶ αὐτοῦ τὸ στόμ᾽ ἔχειν ἐμέ.

[68] ἐχρῆν γὰρ αὐτόν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, ὅτ᾽ ἐγὼ τῆς Πανδιονίδος χορηγὸς ὑπέστην ἐν τῷ δήμῳ, τότε τῆς Ἐρεχθῇδος ἀναστάντα, τῆς ἑαυτοῦ φυλῆς, ἀνθυποστῆναι, καὶ καταστήσανθ᾽ ἑαυτὸν ἐξ ἴσου καὶ τὰ ὄντ᾽ ἀναλίσκονθ᾽ ὥσπερ ἐγώ, οὕτω μ᾽ ἀφαιρεῖσθαι τὴν νίκην, ὑβρίζειν δὲ τοιαῦτα καὶ τύπτειν μηδὲ τότε.

[69] νῦν δὲ τοῦτο μὲν οὐκ ἐποίησεν, ἐν ᾧ τὸν δῆμον ἐτίμησεν ἄν, οὐδ᾽ ἐνεανιεύσατο τοιοῦτον οὐδέν· ἐμοὶ δ᾽, ὃς εἴτε τις, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, βούλεται νομίσαι μανίαν (μανία γὰρ ἴσως ἐστὶν ὑπὲρ δύναμίν τι ποιεῖν), εἴτε καὶ φιλοτιμίᾳ χορηγὸς ὑπέστην, οὕτω φανερῶς καὶ μιαρῶς ἐπηρεάζων παρηκολούθησεν ὥστε μηδὲ τῶν ἱερῶν ἱματίων μηδὲ τοῦ χοροῦ μηδὲ τοῦ σώματος τὼ χεῖρε τελευτῶν ἀποσχέσθαι μου.

***
[62] Αν και πολλοί, Αθηναίοι, έχουν γίνει εχθροί μεταξύ τους όχι μόνο για ιδιωτικές αλλά και για δημόσιες διαφορές, κανένας μέχρι σήμερα δεν έδειξε τόση αναίδεια ώστε να τολμήσει να κάμει κάτι τέτοιο. Λέγεται όμως ότι κάποτε ο περίφημος Ιφικράτης έγινε θανάσιμος εχθρός με τον Διοκλή από τον δήμο Πίθο· και επιπλέον συνέπεσε ο αδελφός του Ιφικράτη Τεισίας να είναι ο ανταγωνιστής του Διοκλή στη χορηγία. Μολονότι όμως ο Ιφικράτης είχε πολλούς φίλους, μεγάλη περιουσία και τόση αυτοπεποίθηση όση εύλογα θα είχε κάποιος που είχε αποκτήσει την υπόληψη και τις διακρίσεις τις οποίες σεις του παραχωρήσατε,

[63] δεν ορμούσε νύκτα στις κατοικίες των χρυσοχόων, δεν κατέσχιζε τα ρούχα που ετοιμάζονταν για την εορτή, δεν προσπαθούσε να εξαγοράσει τον δάσκαλο του χορού, δεν εμπόδιζε τον χορό στις ασκήσεις του ούτε εφάρμοζε κανένα από τα άλλα τεχνάσματα του Μειδία, αλλά υποχωρώντας μπροστά στους νόμους και στη θέληση των συμπολιτών του, ανεχόταν να βλέπει τον εχθρό του να νικάει και να παίρνει το στεφάνι της νίκης· αυτό ήταν φυσικό, γιατί έκρινε ότι μία τέτοια παραχώρηση ήταν αντάξια της πολιτείας μέσα στην οποία αυτός ο ίδιος ήξερε ότι είχε γίνει ευτυχισμένος.

[64] Άλλο γνωστό παράδειγμα είναι του Φιλοστράτου από τον Κολωνό, ο οποίος ήταν κατήγορος του Χαβρία —και μάλιστα ο σφοδρότερος από όλους— την εποχή που αυτός δικαζόταν και κινδύνευε να θανατωθεί για την υπόθεση του Ωρωπού· όταν μετά τα γεγονότα αυτά ο Φιλόστρατος ορίσθηκε χορηγός χορού αγοριών κατά τα Διονύσια και αναδείχθηκε νικητής, ο Χαβρίας ούτε τον κτύπησε ούτε του άρπαξε το στεφάνι ούτε πλησίασε όπου δεν έπρεπε.

[65] Μολονότι όμως θα μπορούσα να αναφέρω πολλά παραδείγματα ανθρώπων οι οποίοι για διαφόρους λόγους έγιναν εχθροί μεταξύ τους, δεν άκουσα ούτε είδα ποτέ μέχρι σήμερα κανέναν που να είναι τόσο αναιδής ώστε να κάμει κάτι τέτοιο. Γνωρίζω ότι κανένας σας δεν θυμάται αυτό, ότι δηλαδή από όσους γίνονταν εχθροί στο παρελθόν για ιδιωτικές ή δημόσιες διαφορές, κανείς δεν παρευρισκόταν την ώρα που καλούσαν τους κριτές του αγώνα ούτε υπαγόρευε τον όρκο κατά την ορκωμοσία, και κανείς γενικά σε τέτοιες περιστάσεις δεν έδειχνε εχθρότητα.

[66] Όλες αυτές και παρόμοιες πράξεις, Αθηναίοι, μπορούν κάπως να συγχωρηθούν σε ένα χορηγό ο οποίος παρασύρθηκε από την επιθυμία της νίκης· το να κυνηγά όμως κάποιος κάποιον από έχθρα, εσκεμμένα, σε κάθε ευκαιρία και να δείχνει ότι η προσωπική του δύναμη είναι ανώτερη από τους νόμους, αυτό είναι, μά τον Ηρακλή, σοβαρό, άδικο και ασύμφορο για σας παράπτωμα. Γιατί ποιός χορηγός θα ήταν τόσο ασυλλόγιστος ή τόσο εξαθλιωμένος, ώστε να ξοδεύει πρόθυμα και με τη θέλησή του ακόμα και μία δραχμή, αν φαινόταν από πριν ότι, αν κάποιος όπως ο Μειδίας ή άλλος τόσο αναιδής και πλούσιος είναι εχθρός του, πρώτα θα στερηθεί τη νίκη, ακόμη κι αν αγωνισθεί καλύτερα, και έπειτα θα μειονεκτεί σε όλα και θα εξευτελίζεται διαρκώς; Κανένας βέβαια.

[67] Αντίθετα, νομίζω ότι το κίνητρο που ωθεί όλους και να επιθυμούν τη νίκη και να ξοδεύουν με προθυμία είναι η πεποίθηση καθενός ότι έχει ίσα και νόμιμα δικαιώματα σε ένα δημοκρατικό πολίτευμα. Τα δικαιώματα αυτά, Αθηναίοι, τα στερήθηκα εξαιτίας του Μειδία και, εκτός από τις προσβολές που δέχθηκα, έχασα επιπλέον και τη νίκη. Θα αποδείξω επίσης σε όλους σας πέρα από κάθε αμφιβολία ότι ο Μειδίας, χωρίς βιαιότητα, χωρίς να με προσβάλει και να με κτυπήσει, μπορούσε και να με ενοχλεί και να σας δείχνει τις φιλοδοξίες του νόμιμα, χωρίς να μπορώ να ανοίξω το στόμα μου εναντίον του.

[68] Έπρεπε δηλαδή, Αθηναίοι, όταν εγώ ανέλαβα στην εκκλησία του δήμου τις δαπάνες της χορηγίας για την Πανδιονίδα φυλή, να προσφερθεί και αυτός να ορισθεί αντίπαλός μου χορηγός για τη δίκη του, την Ερεχθηίδα φυλή· και αφού έρθει σε ίση μοίρα με μένα και ξοδέψει, όπως και εγώ, την περιουσία του, έτσι να προσπαθήσει να μου αφαιρέσει τη νίκη· ούτε τότε όμως έπρεπε να με προσβάλει με αυτόν τον τρόπο και να με κτυπά.

[69] Τώρα όμως δεν έκαμε αυτό, με το οποίο θα τιμούσε τον λαό, ούτε έδειξε καμιά τέτοια παλληκαριά. Και εμένα, ο οποίος ανέλαβα τη χορηγία —είτε κανείς, Αθηναίοι, θέλει να νομίσει από παραφροσύνη (γιατί είναι ίσως τρέλα να επιχειρεί κάποιος κάτι πέρα από τις δυνάμεις του) είτε από φιλοδοξία—, με ενοχλούσε συνεχώς τόσο φανερά και με τόση κτηνωδία, ώστε τα ιερά ενδύματα ούτε ο χορός ούτε τελικά και εγώ ο ίδιος δεν γλίτωσα από τα χέρια του.