Παρασκευή, 30 Ιουνίου 2017

ΡΗΤΟΡΙΚΗ: ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ - Κατὰ Μειδίου (213-218)

[213] Πλούσιοι πολλοὶ συνεστηκότες, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, τὸ δοκεῖν τινὲς εἶναι δι᾽ εὐπορίαν προσειληφότες, ὑμῶν παρίασι δεησόμενοι. τούτων μηδενί μ᾽, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, προῆσθε, ἀλλ᾽ ὥσπερ ἕκαστος τούτων ὑπὲρ τῶν ἰδίᾳ συμφερόντων καὶ ὑπὲρ τούτου σπουδάσεται, οὕτως ὑμεῖς ὑπὲρ ὑμῶν αὐτῶν καὶ τῶν νόμων καὶ ἐμοῦ τοῦ ἐφ᾽ ὑμᾶς καταπεφευγότος σπουδάσατε, καὶ τηρήσατε τὴν γνώμην ταύτην ἐφ᾽ ἧς νῦν ἐστέ.

[214] καὶ γὰρ εἰ μέν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, τόθ᾽ ὅτ᾽ ἦν ἡ προβολή, τὰ πεπραγμέν᾽ ὁ δῆμος ἀκούσας ἀπεχειροτόνησε Μειδίου, οὐκ ἂν ὁμοίως ἦν δεινόν· καὶ γὰρ μὴ γεγενῆσθαι, καὶ μὴ περὶ τὴν ἑορτὴν ἀδικήματα ταῦτ᾽ εἶναι, καὶ πόλλ᾽ ἂν εἶχέ τις αὑτὸν παραμυθήσασθαι.

[215] νῦν δὲ τοῦτο καὶ πάντων ἄν μοι δεινότατον συμβαίη, εἰ παρ᾽ αὐτὰ τἀδικήμαθ᾽ οὕτως ὀργίλως καὶ πικρῶς καὶ χαλεπῶς ἅπαντες ἔχοντες [ἐφαίνεσθε], ὥστε Νεοπτολέμου καὶ Μνησαρχίδου καὶ Φιλιππίδου καί τινος τῶν σφόδρα τούτων πλουσίων δεομένων καὶ ἐμοῦ καὶ ὑμῶν, ἐβοᾶτε μὴ ἀφεῖναι, καὶ προσελθόντος μοι Βλεπαίου τοῦ τραπεζίτου, τηλικοῦτ᾽ ἀνεκράγετε, ὡς, τοῦτ᾽ ἐκεῖνο, χρήματά μου ληψομένου,

[216] ὥστε μ᾽, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, φοβηθέντα τὸν ὑμέτερον θόρυβον θοἰμάτιον προέσθαι καὶ μικροῦ γυμνὸν ἐν τῷ χιτωνίσκῳ γενέσθαι, φεύγοντ᾽ ἐκεῖνον ἕλκοντά με, καὶ μετὰ ταῦτ᾽ ἀπαντῶντες «ὅπως ἐπέξει τῷ μιαρῷ καὶ μὴ διαλύσει· θεάσονταί σε τί ποιήσεις Ἀθηναῖοι» τοιαῦτα λέγοντες· ἐπειδὴ κεχειροτόνηται μὲν ὕβρις τὸ πρᾶγμ᾽ εἶναι, ἐν ἱερῷ δ᾽ οἱ ταῦτα κρίνοντες καθεζόμενοι διέγνωσαν, διέμεινα δ᾽ ἐγὼ καὶ οὐ προὔδωκ᾽ οὔθ᾽ ὑμᾶς οὔτ᾽ ἐμαυτόν, τηνικαῦτ᾽ ἀποψηφιεῖσθ᾽ ὑμεῖς.

[217] μηδαμῶς· πάντα γὰρ τὰ αἴσχιστ᾽ ἔνεστιν ἐν τῷ πράγματι. εἰμὶ δ᾽ οὐ τούτων ὑμῖν ἄξιος (πῶς γάρ, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι;) κρίνων ἄνθρωπον καὶ δοκοῦντα καὶ ὄντα βίαιον καὶ ὑβριστήν, ἡμαρτηκότ᾽ ἀσελγῶς ἐν πανηγύρει, μάρτυρας τῆς ὕβρεως τῆς ἑαυτοῦ πεποιημένον οὐ μόνον ὑμᾶς, ἀλλὰ καὶ τοὺς ἐπιδημήσαντας ἅπαντας τῶν Ἑλλήνων. ἤκουσεν ὁ δῆμος τὰ πεπραγμένα τούτῳ. τί οὖν; ὑμῖν καταχειροτονήσας παρέδωκεν.

[218] οὐ τοίνυν οἷόν τ᾽ ἀφανῆ τὴν γνῶσιν ὑμῶν γενέσθαι, οὐδὲ λαθεῖν, οὐδ᾽ ἀνεξέταστον εἶναι τί ποθ᾽ ὡς ὑμᾶς τοῦ πράγματος ἐλθόντος ἔγνωτε· ἀλλ᾽ ἐὰν μὲν κολάσητε, δόξετε σώφρονες εἶναι καὶ καλοὶ κἀγαθοὶ καὶ μισοπόνηροι, ἂν δ᾽ ἀφῆτε, ἄλλου τινὸς ἡττῆσθαι. οὐ γὰρ ἐκ πολιτικῆς αἰτίας, οὐδ᾽ ὥσπερ Ἀριστοφῶν ἀποδοὺς τοὺς στεφάνους ἔλυσε τὴν προβολήν, ἀλλ᾽ ἐξ ὕβρεως, ἐκ τοῦ μηδὲν ἂν ὧν πεποίηκ᾽ ἀναλῦσαι δύνασθαι κρίνεται. πότερ᾽ οὖν τούτου γενομένου κρεῖττον αὖθις ἢ νυνὶ κολάσαι; ἐγὼ μὲν οἶμαι νῦν· κοινὴ γὰρ ἡ κρίσις, καὶ τἀδικήματα πάντ᾽ ἐφ᾽ οἷς νῦν κρίνεται κοινά.

***
[213] Πολλοί πλούσιοι, Αθηναίοι, οι οποίο απέκτησαν με τον πλούτο τους μία φαινομενική σπουδαιότητα, έχουν συνενωθεί και θα παρουσιασθούν για να σας παρακαλέσουν. Μη με παραδώσετε σε κανέναν από αυτούς, Αθηναίοι! Αλλά, όπως καθένας τους θα καταβάλει κάθε προσπάθεια για τα προσωπικά του συμφέροντα και την υπεράσπιση του Μειδία, έτσι και σεις να καταβάλετε κάθε προσπάθεια για τους εαυτούς σας, τους νόμους και εμένα, που έχω καταφύγει σε σας, και να μείνετε σταθεροί στη γνώμη που έχετε τώρα σχηματίσει.

[214] Γιατί, αν τότε, Αθηναίοι, όταν εκδικαζόταν η προβολή, ο λαός άκουγε τα γεγονότα και αθώωνε τον Μειδία, αυτό δεν θα ήταν τόσο φοβερό· θα μπορούσε κάποιος να παρηγορηθεί με τη σκέψη ότι η προσβολή δεν έγινε ποτέ ή ότι αυτή δεν βεβήλωσε την εορτή και άλλα πολλά.

[215] Τώρα όμως αυτό θα ήταν για μένα το οδυνηρότερο γεγονός από όλα: όταν τα αδικήματα ήταν πρόσφατα, εκδηλώνατε όλοι τόση οργή, πικρία και αγανάκτηση, ώστε, όταν ο Νεοπτόλεμος, ο Μνησαρχίδης, ο Φιλιππίδης και άλλοι από αυτούς τους πολύ πλουσίους παρακαλούσαν και σας και μένα, φωνάζατε να μην τον απαλλάξω από τη δίωξη· και όταν με πλησίαζε ο τραπεζίτης Βλεπαίος, τόσο δυνατά ξεφωνίσατε σαν να επρόκειτο —η γνωστή ιστορία— να με δωροδοκήσει.

[216] Επειδή φοβήθηκα τις κραυγές σας, Αθηναίοι, άφησα το επανωφόρι μου και παραλίγο θα έμενα γυμνός με το πουκάμισο στην προσπάθειά μου να απομακρυνθώ από αυτόν που με έσερνε. Όταν μετά τα γεγονότα αυτά με συναντούσατε, μου λέγατε: «Συνέχισε τη δίωξη αυτού του ελεεινού! Μη συμφιλιωθείς μαζί του! Οι Αθηναίοι θα παρακολουθήσουν τί θα κάμεις». Και τώρα που με την ψήφο σας η πράξη του έχει καταδικασθεί ως βίαιη προσβολή και όσοι έκριναν την υπόθεση έβγαλαν την ετυμηγορία τους καθισμένοι μέσα σε ιερό χώρο, τώρα που εγώ έμεινα πιστός στο καθήκον μου και δεν πρόδωσα ούτε σας ούτε τον εαυτό μου, τώρα σεις θα τον αθωώσετε!

[217] Ποτέ! Η απόφασή σας αυτή θα ήταν η μεγαλύτερη καταισχύνη. Δεν αξίζω τη μεταχείριση αυτήν από σας, Αθηναίοι, (πώς πράγματι θα την άξιζα;) εγώ, ο οποίος φέρνω στο δικαστήριο έναν άνθρωπο που και φαίνεται και είναι βίαιος και αυθάδης, που διέπραξε σοβαρές βιαιότητες στη διάρκεια εορταστικής συγκεντρώσεως με μάρτυρες της βιαιότητάς του όχι μόνο σας, αλλά και όλους τους Έλληνες που βρέθηκαν τότε στην πόλη μας. Ο λαός πληροφορήθηκε για τη διαγωγή του. Ποιό ήταν το αποτέλεσμα; Τον καταδίκασε και σας τον παρέδωσε.

[218] Είναι αδύνατο λοιπόν η απόφασή σας να μη γίνει γνωστή ή να διαφύγει την προσοχή και να μην εξετασθεί τί αποφασίσατε, όταν η υπόθεση έφθασε σε σας· αν τον τιμωρήσετε, θα θεωρηθείτε συνετοί, έντιμοι, γενναίοι και θα φανείτε ότι μισείτε τους κακοήθεις, ενώ, αν τον αθωώσετε, θα δώσετε την εντύπωση ότι υποκύψατε σε κάποιο άλλο κίνητρο. Γιατί η δίκη του Μειδία δεν οφείλεται σε πολιτικούς λόγους, ούτε μοιάζει με την υπόθεση του Αριστοφώντα, ο οποίος έδωσε πίσω τα στεφάνια και σταμάτησε την προβολή· ο Μειδίας δικάζεται για βίαιη προσβολή και δεν μπορεί να εξαφανίσει καμιάν από τις πράξεις του. Είναι προτιμότερο επομένως μετά από όσα έγιναν να τιμωρηθεί σήμερα ή μιαν άλλη φορά; Κατά τη γνώμη μου σήμερα, γιατί η δίκη είναι δημόσια, όπως δημόσια είναι και όλα τα αδικήματα για τα οποία τώρα δικάζεται.