Δευτέρα, 26 Ιουνίου 2017

ΡΗΤΟΡΙΚΗ: ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ - Κατὰ Μειδίου (175-183)

[175] Βούλομαι τοίνυν ὑμῖν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, καὶ ὅσων ἤδη καταχειροτονήσαντος τοῦ δήμου περὶ τὴν ἑορτὴν ἀδικεῖν ὑμεῖς κατεγνώκατε, εἰπεῖν, καὶ δεῖξαι τί πεποιηκότες αὐτῶν ἔνιοι τίνος ὀργῆς τετυχήκασι παρ᾽ ὑμῶν, ἵνα ταῦτα πρὸς τὰ τούτῳ πεπραγμέν᾽ ἀντιθῆτε. πρῶτον μὲν τοίνυν, ἵνα πρώτης τῆς τελευταίας γεγονυίας μνησθῶ καταγνώσεως, περὶ τὰ μυστήρι᾽ ἀδικεῖν Εὐάνδρου κατεχειροτόνησεν ὁ δῆμος τοῦ Θεσπιῶς, προβαλλομένου αὐτὸν Μενίππου, Καρός τινος ἀνθρώπου. ἔστι δ᾽ ὁ αὐτὸς νόμος τῷδε τῷ περὶ τῶν Διονυσίων ὁ περὶ τῶν μυστηρίων, κἀκεῖνος ὕστερος τοῦδ᾽ ἐτέθη.

[176] τί οὖν ποιήσαντος, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, κατεχειροτονήσατε τοῦ Εὐάνδρου; τοῦτ᾽ ἀκούσατε. ὅτι δίκην ἐμπορικὴν καταδικασάμενος τοῦ Μενίππου, οὐκ ἔχων πρότερον λαβεῖν αὐτόν, ὡς ἔφη, τοῖς μυστηρίοις ἐπιδημοῦντος ἐπελάβετο. κατεχειροτονήσατε μὲν διὰ ταῦτα, καὶ οὐδ᾽ ὁτιοῦν ἄλλο προσῆν, εἰσελθόντα δ᾽ εἰς τὸ δικαστήριον ἐβούλεσθε μὲν θανάτῳ κολάσαι, τοῦ δὲ προβαλλομένου πεισθέντος τὴν δίκην τε πᾶσαν ἀφεῖναι ἠναγκάσατ᾽ αὐτόν, ἣν ᾑρήκει πρότερον (ἦν δὲ δυοῖν αὕτη ταλάντοιν), καὶ προσετιμήσατε τὰς βλάβας, ἃς ἐπὶ τῇ χειροτονίᾳ μένων ἐλογίζεθ᾽ αὑτῷ γεγενῆσθαι πρὸς ὑμᾶς ἅνθρωπος.

[177] εἷς μὲν οὗτος ἐξ ἰδίου πράγματος, οὐδεμιᾶς ὕβρεως προσούσης, ὑπὲρ αὐτοῦ τοῦ παραβῆναι τὸν νόμον τοσαύτην ἔδωκε δίκην. εἰκότως· τοῦτο γάρ ἐσθ᾽ ὃ φυλάττειν ὑμᾶς δεῖ, τοὺς νόμους, τὸν ὅρκον· ταῦτ᾽ ἔχεθ᾽ ὑμεῖς οἱ δικάζοντες ἀεὶ παρὰ τῶν ἄλλων ὡσπερεὶ παρακαταθήκην, ἣν ἅπασιν, ὅσοι μετὰ τοῦ δικαίου πρὸς ὑμᾶς ἔρχονται, σῶν ὑπάρχειν δεῖ.

[178] ἕτερος ἀδικεῖν ποτ᾽ ἔδοξεν ὑμῖν περὶ τὰ Διονύσια, καὶ κατεχειροτονήσατ᾽ αὐτοῦ παρεδρεύοντος ἄρχοντι τῷ υἱεῖ, ὅτι θέαν τινὸς καταλαμβάνοντος ἥψατο, ἐξείργων ἐκ τοῦ θεάτρου· ἦν δ᾽ οὗτος ὁ τοῦ βελτίστου πατὴρ Χαρικλείδου, τοῦ ἄρξαντος.

[179] καὶ μέγα γ᾽ ὑμῖν τοῦτ᾽ ἐδόκει δίκαιον ἔχειν ὁ προβαλλόμενος λέγειν, «εἰ κατελάμβανον, ἄνθρωπε, θέαν, εἰ μὴ τοῖς κηρύγμασιν, ὡς σύ με φῄς, ἐπειθόμην, τίνος ἐκ τῶν νόμων εἶ κύριος, καὶ ὁ ἄρχων αὐτός; τοῖς ὑπηρέταις ἐξείργειν εἰπεῖν, οὐκ αὐτὸς τύπτειν. οὐδ᾽ οὕτω πείθομαι· ἐπιβολὴν ἐπιβαλεῖν, πάντα μᾶλλον πλὴν αὐτὸς ἅψασθαι τῇ χειρί· πολλὰ γὰρ πρὸ τοῦ μὴ τὸ σῶμ᾽ ἕκαστον ὑβρίζεσθαι πεποιήκασιν οἱ νόμοι». ταῦτ᾽ ἔλεγεν μὲν ἐκεῖνος, ἐχειροτονήσατε δ᾽ ὑμεῖς· οὐ μὴν εἰσῆλθεν εἰς τὸ δικαστήριον οὗτος, ἀλλ᾽ ἐτελεύτησεν πρότερον.

[180] ἑτέρου τοίνυν ὅ τε δῆμος ἅπας κατεχειροτόνησ᾽ ἀδικεῖν περὶ τὴν ἑορτήν, καὶ ὑμεῖς εἰσελθόντ᾽ ἀπεκτείνατε τοῦτον, Κτησικλέα, ὅτι σκῦτος ἔχων ἐπόμπευε, καὶ τούτῳ μεθύων ἐπάταξέ τιν᾽ ἐχθρὸν ὑπάρχονθ᾽ ἑαυτῷ· ἐδόκει γὰρ ὕβρει καὶ οὐκ οἴνῳ τύπτειν, ἀλλὰ τὴν ἐπὶ τῆς πομπῆς καὶ τοῦ μεθύειν πρόφασιν λαβὼν ἀδικεῖν, ὡς δούλοις χρώμενος τοῖς ἐλευθέροις.

[181] ἁπάντων τοίνυν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, τούτων, ὧν ὁ μὲν ὧν εἷλεν ἀποστάς, ὁ δὲ καὶ θανάτῳ ζημιωθεὶς φαίνεται, πολλῷ δεινότερ᾽ εὖ οἶδ᾽ ὅτι πάντες ἂν εἶναι φήσειαν τὰ Μειδίᾳ πεπραγμένα· οὔτε γὰρ πομπεύων οὔτε δίκην ᾑρηκὼς οὔτε παρεδρεύων οὔτ᾽ ἄλλην σκῆψιν ἔχων οὐδεμίαν πλὴν ὕβριν, τοιαῦτα πεποίηκεν οἷ᾽ οὐδεὶς ἐκείνων. καὶ τούτους μὲν ἐάσω.

[182] ἀλλὰ Πύρρον, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, τὸν Ἐτεοβουτάδην, ἐνδειχθέντα δικάζειν ὀφείλοντα τῷ δημοσίῳ, θανάτῳ ζημιῶσαί τινες ὑμῶς ᾤοντο χρῆναι, καὶ τέθνηκεν ἁλοὺς παρ᾽ ὑμῖν· καίτοι τοῦτο τὸ λῆμμα δι᾽ ἔνδειαν, οὐ δι᾽ ὕβριν λαμβάνειν ἐπεχείρησεν ἐκεῖνος. καὶ πολλοὺς ἂν ἑτέρους ἔχοιμι λέγειν, ὧν οἱ μὲν τεθνᾶσιν, οἱ δ᾽ ἠτιμωμένοι διὰ πολλῷ τούτων εἰσὶν ἐλάττω πράγματα. ὑμεῖς [δ᾽], ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, Σμίκρῳ δέκα ταλάντων ἐτιμήσατε καὶ Σκίτωνι τοσούτων ἑτέρων, δόξαντι παράνομα γράφειν, καὶ οὔτε παιδί᾽ οὔτε φίλους οὔτε συγγενεῖς οὔθ᾽ ὁντινοῦν ἠλεήσατε τῶν παρόντων ἐκείνοις.

[183] μὴ τοίνυν, ἐὰν μὲν εἴπῃ τις παράνομα, οὕτως ὀργιζόμενοι φαίνεσθε, ἐὰν δὲ ποιῇ, μὴ λέγῃ, πράως διάκεισθε. οὐδὲν γὰρ ῥῆμ᾽ οὐδ᾽ ὄνομ᾽ οὕτως ἐστὶ τοῖς πολλοῖς ὑμῶν χαλεπόν, ὡς ὅσ᾽ ὑβρίζων τις τὸν ἐντυχόνθ᾽ ὑμῶν διαπράττεται. μὴ τοίνυν αὐτοὶ καθ᾽ ὑμῶν αὐτῶν δεῖγμα τοιοῦτον ἐξενέγκητ᾽, ἄνδρες Ἀθηναῖοι, ὡς ἄρ᾽ ὑμεῖς, ἂν μὲν τῶν μετρίων τινὰ καὶ δημοτικῶν λάβηθ᾽ ὁτιοῦν ἀδικοῦντα, οὔτ᾽ ἐλεήσετ᾽ οὔτ᾽ ἀφήσετε, ἀλλ᾽ ἀποκτενεῖτ᾽ ἢ ἀτιμώσετε, ἂν δὲ πλούσιος ὤν τις ὑβρίζῃ, συγγνώμην ἕξετε. μὴ δῆτα· οὐ γὰρ δίκαιον· ἀλλ᾽ ἐπὶ πάντων ὁμοίως ὀργιζόμενοι φαίνεσθε.

***
[175] Θέλω ακόμη να σας μιλήσω, Αθηναίοι, και για όσους καταδικάσατε για βεβήλωση της εορτής, αφού είχαν πρώτα καταδικασθεί από την εκκλησία του δήμου, και να σας δείξω τί έκαμαν ορισμένοι από αυτούς και ποιά οργή αντιμετώπισαν από μέρους σας· έτσι θα μπορέσετε να συγκρίνετε τις πράξεις τους με τη διαγωγή του Μειδία. Πρώτα —για να αρχίσω από την πιο πρόσφατη καταδικαστική απόφαση— ο λαός καταδίκασε τον Εύανδρο από τις Θεσπιές γιατί προσέβαλε τα μυστήρια, μετά από καταγγελία κάποιου Μενίππου από την Καρία. Ο νόμος αυτός για τα μυστήρια είναι ο ίδιος με τον νόμο ο οποίος αφορά τα Διονύσια και έχει θεσπισθεί μετά από αυτόν.

[176] Τί λοιπόν έκαμε ο Εύανδρος, Αθηναίοι, και τον καταδικάσατε; Ακούστε τα εξής: αφού ο Εύανδρος πέτυχε να καταδικασθεί ο Μένιππος για εμπορική υπόθεση και, επειδή, όπως ισχυρίσθηκε, δεν μπόρεσε να τον συλλάβει προηγουμένως, επωφελήθηκε από την παραμονή του στην Αθήνα για τα μυστήρια και τον συνέλαβε. Τον καταδικάσατε γι᾽ αυτό και μόνο, χωρίς να υπάρχει καμία άλλη αιτία, και όταν παρουσιάσθηκε στο δικαστήριο, θελήσατε να του επιβάλετε την ποινή του θανάτου· επειδή όμως ο μηνυτής του κάμφθηκε, τον αναγκάσατε να επιστρέψει το ποσό που είχε λάβει από τη δίκη την οποία είχε κερδίσει παλαιότερα (ανερχόταν σε δύο τάλαντα)· επιπλέον, τον υποχρεώσατε να αποζημιώσει τον Μένιππο για τις δαπάνες στις οποίες, σύμφωνα με τους λογαριασμούς του, είχε υποβληθεί όταν ήταν στην Αθήνα για την προκαταρκτική σας απόφαση.

[177] Αυτή είναι μία περίπτωση ανθρώπου, ο οποίος για ιδιωτική υπόθεση και χωρίς να υπάρχει βίαιη προσβολή τιμωρήθηκε τόσο σκληρά μόνο και μόνο επειδή παραβίασε τον νόμο. Και δικαιολογημένα· γιατί αυτά πρέπει σεις να διαφυλάσσετε: τους νόμους και τον όρκο σας· αυτά έχουν δοθεί από τους άλλους πολίτες σε σας τους δικαστές κατά κάποιον τρόπο ως παρακαταθήκη, που πρέπει να διατηρηθεί απαραβίαστη σε όφελος όλων εκείνων οι οποίοι, έχοντας το δίκαιο με το μέρος τους, καταφεύγουν σε σας.

[178] Ένας άλλος κάποτε σας έδωσε την εντύπωση ότι βεβήλωσε τα Διονύσια· αν και ήταν πάρεδρος του γιου του, που ήταν άρχοντας, τον καταδικάσατε γιατί, απομακρύνοντας από το θέατρο κάποιον ο οποίος του είχε καταλάβει τη θέση, τον κτύπησε· ο άνθρωπος αυτός ήταν πατέρας του διακεκριμένου άρχοντα Χαρικλείδη.

[179] Κρίνατε ότι ο κατήγορος είχε απόλυτο δίκαιο όταν έλεγε: «Αν, κύριε, καταλάμβανα τη θέση και δεν υπάκουα στις προειδοποιήσεις, όπως συ ισχυρίζεσαι, ποιά δικαιώματα παραχωρεί ο νόμος σε σένα και τον ίδιο τον άρχοντα; Το δικαίωμα να διατάξεις τους υπηρέτες σου να με απομακρύνουν και όχι να με κτυπήσεις συ ο ίδιος. Αρνούμαι και έτσι να υπακούσω; Έχεις το δικαίωμα να μου επιβάλεις πρόστιμο, τα πάντα, εκτός από τη χειροδικία· οι νόμοι έχουν πράγματι λάβει πολλές προφυλάξεις για να αποφεύγεται η κατά πρόσωπο προσβολή των πολιτών». Αυτό ήταν το επιχείρημά του και σεις το επιδοκιμάσατε με την ψήφο σας· ο κατήγορος όμως πέθανε πριν εμφανισθεί στο δικαστήριο.

[180] Η εκκλησία του δήμου καταδίκασε ομόφωνα και άλλον πολίτη, τον Κτησικλή, για αδίκημα που αφορούσε την εορτή· όταν δικάσθηκε, τον καταδικάσατε σε θάνατο, επειδή κατά τη διάρκεια πομπής κρατούσε μαστίγιο από δέρμα, με το οποίο μεθυσμένος κτύπησε έναν προσωπικό εχθρό του. Θεωρήθηκε ότι τον κτύπησε για να τον προσβάλει και όχι γιατί ήταν μεθυσμένος, και ότι με πρόφαση την πομπή και τη μέθη διάπραξε το αδίκημα να μεταχειρισθεί σαν δούλο έναν ελεύθερο άνθρωπο.

[181] Είμαι βέβαιος, Αθηναίοι, ότι όλοι θα συμφωνούσατε ότι τα αδικήματα του Μειδία είναι πολύ σοβαρότερα από τη διαγωγή όλων αυτών, από τους οποίους ο ένας στερήθηκε τα πλεονεκτήματα που κέρδισε από τη δίκη και ο άλλος καταδικάσθηκε σε θάνατο· γιατί ο Μειδίας, χωρίς να μετέχει σε πομπή ή να έχει κερδίσει δίκη ή να είναι πάρεδρος, χωρίς να έχει κανένα άλλο κίνητρο εκτός από την αυθάδειά του, φέρθηκε χειρότερα από όλους εκείνους. Γι᾽ αυτούς δεν θα πω περισσότερα.

[182] Όταν όμως ο Πύρρος, Αθηναίοι, από την οικογένεια των Ετεοβουταδών καταγγέλθηκε ότι έλαβε μέρος σε δικαστήριο ως δικαστής ενώ χρωστούσε στο δημόσιο, μερικοί από σας τον θεώρησαν άξιο θανατικής καταδίκης· καταδικάσθηκε από το δικαστήριό σας και θανατώθηκε· και όμως ο άνθρωπος αυτός επιδίωξε να λάβει μισθό δικαστή εξαιτίας της φτώχιας του και όχι από αυθάδεια. Θα μπορούσα να αναφέρω και πολλούς άλλους, από τους οποίους άλλοι θανατώθηκαν και άλλοι έχουν στερηθεί τα πολιτικά τους δικαιώματα για αδικήματα πολύ κατώτερα από του Μειδία. Σεις, Αθηναίοι, ορίσατε δέκα τάλαντα πρόστιμο στον Σμίκρο και άλλα τόσα στον Σκίτωνα, επειδή κρίνατε ότι πρότειναν παράνομα ψηφίσματα, χωρίς να ευσπλαγχνισθείτε ούτε τα παιδιά ούτε τους φίλους ούτε τους συγγενείς τους ούτε κανέναν από όσους παρευρίσκονταν στο δικαστήριο για να τους υπερασπισθούν.

[183] Μη λοιπόν δείχνετε τόση οργή, αν κάποιος εισηγείται παρανομίες, και τόση επιείκεια, αν δεν εισηγείται, αλλά κάνει παρανομίες. Γιατί δεν υπάρχει λέξη ή ονομασία που να δυσαρεστεί τόσο πολύ τους περισσότερους από σας όσο οι συνεχείς προσβολές κάποιου προς οποιονδήποτε συμπολίτη σας. Μην παρουσιάσετε επομένως σεις οι ίδιοι, Αθηναίοι, μία τέτοια απόδειξη εναντίον σας, ότι δηλαδή σεις, ενώ θα συγχωρήσετε τις βιαιότητες ενός πλουσίου, δεν θα ευσπλαγχνισθείτε ούτε θα αθωώσετε έναν δημοκρατικό άνθρωπο, ο οποίος ανήκει στη μεσαία τάξη, αν τον συλλάβετε να κάμει κάποιο αδίκημα, αλλά θα τον καταδικάσετε σε θάνατο ή θα του στερήσετε τα πολιτικά του δικαιώματα. Όχι, αυτό δεν είναι δίκαιο! Αντίθετα, πρέπει να δείχνετε σε όλες τις περιπτώσεις την ίδια αγανάκτηση.