Σάββατο, 24 Ιουνίου 2017

ΡΗΤΟΡΙΚΗ: ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ - Κατὰ Μειδίου (160-168)

[160] Ἀλλὰ νὴ Δία τριήρη ἐπέδωκεν· ταύτην γὰρ οἶδ᾽ ὅτι θρυλήσει, καὶ φήσει «ἐγὼ ὑμῖν τριήρη ἐπέδωκα». οὑτωσὶ δὴ ποιήσατε. εἰ μέν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, φιλοτιμίας εἵνεκα ταύτην ἐπέδωκεν, ἣν προσήκει τῶν τοιούτων ἔχειν χάριν, ταύτην ἔχετ᾽ αὐτῷ καὶ ἀπόδοτε, ὑβρίζειν δὲ μὴ δῶτε· οὐδενὸς γὰρ πράγματος οὐδ᾽ ἔργου τοῦτο συγχωρητέον. εἰ δὲ δὴ καὶ δειλίας καὶ ἀνανδρίας εἵνεκα δειχθήσεται τοῦτο πεποιηκώς, μὴ παρακρουσθῆτε. πῶς οὖν εἴσεσθε; ἐγὼ καὶ τοῦτο διδάξω· ἄνωθεν δέ, βραχὺς γάρ ἐσθ᾽ ὁ λόγος, λέξω.

[161] ἐγένοντ᾽ εἰς Εὔβοιαν ἐπιδόσεις παρ᾽ ὑμῖν πρῶται· τούτων οὐκ ἦν Μειδίας, ἀλλ᾽ ἐγώ, καὶ συντριήραρχος ἦν μοι Φιλῖνος ὁ Νικοστράτου. ἕτεραι δεύτεραι μετὰ ταῦτ᾽ εἰς Ὄλυνθον· οὐδὲ τούτων ἦν Μειδίας. καίτοι τόν γε δὴ φιλότιμον πανταχοῦ προσῆκεν ἐξετάζεσθαι. τρίται νῦν αὗται γεγόνασιν ἐπιδόσεις· ἐνταῦθ᾽ ἐπέδωκεν. πῶς; ἐν τῇ βουλῇ γιγνομένων ἐπιδόσεων παρὼν οὐκ ἐπεδίδου τότε·

[162] ἐπειδὴ δὲ πολιορκεῖσθαι τοὺς ἐν Ταμύναις στρατιώτας ἐξηγγέλλετο, καὶ πάντας ἐξιέναι τοὺς ὑπολοίπους ἱππέας, ὧν εἷς οὗτος ἦν, προεβούλευσεν ἡ βουλή, τηνικαῦτα φοβηθεὶς τὴν στρατείαν ταύτην εἰς τὴν ἐπιοῦσαν ἐκκλησίαν, πρὶν καὶ προέδρους καθέζεσθαι, παρελθὼν ἐπέδωκεν. τῷ δῆλον, ὥστε μηδ᾽ ἀντειπεῖν αὐτὸν ἔχειν, ὅτι τὴν στρατείαν φεύγων, οὐ φιλοτιμίᾳ, τοῦτ᾽ ἐποίησεν; τοῖς μετὰ ταῦτα πραχθεῖσιν ὑπ᾽ αὐτοῦ.

[163] τὸ μὲν γὰρ πρῶτον, ὡς οὐκ ἐδόκει, προϊούσης τῆς ἐκκλησίας καὶ λόγων γιγνομένων, τῆς τῶν ἱππέων βοηθείας ἤδη δεῖν, ἀλλ᾽ ἀνεπεπτώκει τὰ τῆς ἐξόδου, οὐκ ἀνέβαιν᾽ ἐπὶ τὴν ναῦν ἣν ἐπέδωκεν, ἀλλὰ τὸν μέτοικον ἐξέπεμψε τὸν Αἰγύπτιον, Πάμφιλον, αὐτὸς δὲ μένων ἐνθάδε τοῖς Διονυσίοις διεπράττετο ταῦτ᾽ ἐφ᾽ οἷς νυνὶ κρίνεται·

[164] ἐπειδὴ δ᾽ ὁ στρατηγὸς Φωκίων μετεπέμπετο τοὺς ἐξ Ἀργούρας ἱππέας ἐπὶ τὴν διαδοχὴν καὶ κατείληπτο σοφιζόμενος, τόθ᾽ ὁ δειλὸς καὶ κατάρατος οὑτοσὶ λιπὼν τὴν τάξιν ταύτην ἐπὶ τὴν ναῦν ᾤχετο, καὶ ὧν ἱππαρχεῖν ἠξίωσε παρ᾽ ὑμῖν ἱππέων, τούτοις οὐ συνεξῆλθεν. εἰ δ᾽ ἐν τῇ θαλάττῃ κίνδυνός τις ἦν, εἰς τὴν γῆν δῆλον ὅτι ᾤχετ᾽ ἄν.

[165] οὐ μὴν Νικήρατός γ᾽ οὕτως ὁ τοῦ Νικίου, ὁ ἀγαπητός, ὁ ἄπαις, ὁ παντάπασιν ἀσθενὴς τῷ σώματι· οὐδ᾽ Εὐκτήμων ὁ τοῦ Αἰσίωνος, οὐχ οὕτως· οὐδ᾽ Εὐθύδημος ὁ τοῦ Στρατοκλέους· ἀλλ᾽ αὐτῶν ἕκαστος ἑκὼν ἐπιδοὺς τριήρη οὐκ ἀπέδρα ταύτῃ τὴν στρατείαν, ἀλλὰ τὴν μὲν [ἐπίδοσιν] ἐν χάριτος μέρει καὶ δωρειᾶς παρεῖχον πλέουσαν τῇ πόλει, οὗ δ᾽ ὁ νόμος προσέταττεν, ἐνταῦθα τοῖς σώμασιν αὐτοὶ λῃτουργεῖν ἠξίουν.

[166] ἀλλ᾽ οὐχ ὁ ἵππαρχος Μειδίας, ἀλλὰ τὴν ἐκ τῶν νόμων τάξιν λιπών, οὗ δίκην ὀφείλει τῇ πόλει δοῦναι, τοῦτ᾽ ἐν εὐεργεσίας ἀριθμήσει μέρει. καίτοι τὴν τοιαύτην τριηραρχίαν, ὢ πρὸς θεῶν, πότερον τελωνίαν καὶ πεντηκοστὴν καὶ λιποτάξιον καὶ στρατείας ἀπόδρασιν καὶ πάντα τὰ τοιαῦθ᾽ ἁρμόττει καλεῖν, ἢ φιλοτιμίαν; οὐδένα γὰρ τρόπον ἄλλον ἐν τοῖς ἱππεῦσιν αὑτὸν ἀτελῆ ποιῆσαι στρατείας δυνάμενος ταύτην εὕρηκε Μειδίας καινὴν ἱππικήν τινα πεντηκοστήν.

[167] καὶ γὰρ αὖ τοῦτο. τῶν ἄλλων ἁπάντων τῶν ἐπιδόντων τριηράρχων παραπεμπόντων ὑμᾶς ὅτε δεῦρ᾽ ἀπεπλεῖτ᾽ ἐκ Στύρων, μόνος οὗτος οὐ παρέπεμπεν, ἀλλ᾽ ἀμελήσας ὑμῶν χάρακας καὶ βοσκήματα καὶ θυρώμαθ᾽ ὡς αὑτὸν καὶ ξύλ᾽ εἰς τὰ ἔργα τὰ ἀργύρει᾽ ἐκόμιζεν, καὶ χρηματισμός, οὐ λῃτουργία γέγονεν ἡ τριηραρχία τῷ καταπτύστῳ τούτῳ. ἀλλὰ μὴν ὡς ἀληθῆ λέγω σύνιστε μὲν τὰ πολλὰ τούτων, ὅμως δὲ καὶ μάρτυρας ὑμῖν καλῶ.

ΜΑΡΤΥΡΕΣ.
[168] [Κλέων Σουνιεύς, Ἀριστοκλῆς Παιανιεύς, Πάμφιλος, Νικήρατος Ἀχερδούσιος, Εὐκτήμων Σφήττιος, καθ᾽ ὃν καιρὸν ἐκ Στύρων ἀπεπλέομεν δεῦρο τῷ στόλῳ παντί, ἐτύχομεν τριηραρχοῦντες καὶ αὐτοὶ καὶ Μειδίας ὁ νῦν κρινόμενος ὑπὸ Δημοσθένους, ᾧ μαρτυροῦμεν. παντὸς δὲ τοῦ στόλου πλεόντων ἐν τάξει, καὶ τῶν τριηράρχων ἐχόντων παράγγελμα μὴ χωρίζεσθαι ἕως ἂν δεῦρο καταπλεύσωμεν, Μειδίας ὑπολειφθεὶς τοῦ στόλου, καὶ γεμίσας τὴν ναῦν ξύλων καὶ χαράκων καὶ βοσκημάτων καὶ ἄλλων τινῶν, κατέπλευσεν εἰς Πειραιᾶ μόνος μεθ᾽ ἡμέρας δύο, καὶ οὐ συγκατέστησε τὸν στόλον μετὰ τῶν ἄλλων τριηράρχων.]

***
[160] Αλλά, μά τον Δία, σας δώρισε μία τριήρη! Είμαι βέβαιος ότι θα την διατυμπανίζει και θα ισχυρισθεί: «Σας προσέφερα μία τριήρη». Κάμετε λοιπόν το εξής, Αθηναίοι: αν σας την δώρισε από φιλοδοξία, αναγνωρίστε και ανταποδώστε του την ευγνωμοσύνη που αξίζει μία τέτοια προσφορά, αλλά μην του επιτρέπετε να σας φέρεται προσβλητικά· γιατί για τίποτε, για καμιά πράξη δεν πρέπει αυτό να το ανεχθείτε. Αν όμως αποδειχθεί ότι σας την προσέφερε από δειλία και ανανδρία, μην εξαπατηθείτε. Πώς θα το εξακριβώσετε; Θα σας το εξηγήσω και αυτό. Θα σας διηγηθώ την υπόθεση από την αρχή, δεν είναι μεγάλη.

[161] Για πρώτη φορά έγιναν εκούσιες εισφορές στην πόλη μας για την εκστρατεία στην Εύβοια· ανάμεσα στους δωρητές δεν ήταν ο Μειδίας, αλλά εγώ, και μαζί μου ήταν τριήραρχος ο Φιλίνος, ο γιος του Νικοστράτου. Δεύτερες εισφορές έγιναν μετά για την Όλυνθο· ούτε τότε ήταν ο Μειδίας ανάμεσα στους δωρητές. Και όμως, ένας άνθρωπος με φιλοδοξίες έπρεπε βέβαια να δώσει παντού το «παρών». Τώρα συνεισφέρουμε για τρίτη φορά· σήμερα προσέφερε και αυτός τη συνδρομή του. Πώς; Μολονότι ήταν παρών στη Βουλή όταν γίνονταν οι εκούσιες εισφορές, δεν προσέφερε τότε τίποτε·

[162] όταν όμως έφθασε η αγγελία ότι πολιορκούνταν οι στρατιώτες που βρίσκονταν στις Ταμύνες και η Βουλή αποφάσισε με προβούλευμα να σταλούν εκεί όλοι οι υπόλοιποι ιππείς στους οποίους ανήκε και ο Μειδίας, τότε, επειδή φοβήθηκε στην εκστρατεία αυτή, στην επόμενη εκκλησία του δήμου, πριν ακόμα καθίσει το προεδρείο, ανέβηκε στο βήμα και εξάγγειλε την προσφορά του. Από τί αποδεικνύεται, χωρίς αυτός να μπορεί να φέρει αντίρρηση, ότι προσέφερε τη δωρεά αυτή όχι από φιλοδοξία, αλλά για να αποφύγει την εκστρατεία; Από όσα έκαμε έπειτα.

[163] Πρώτα, επειδή ήταν φανερό, καθώς παρατεινόταν η συνέλευση και γίνονταν συζητήσεις, ότι δεν χρειαζόταν πια η βοήθεια του ιππικού και είχε εγκαταλειφθεί η ιδέα της εκστρατείας, ο Μειδίας δεν επιβιβάσθηκε στο πλοίο που είχε δωρίσει, αλλά έστειλε τον Αιγύπτιο μέτοικο Πάμφιλο· ο ίδιος έμεινε εδώ και κατά τα Διονύσια επιχείρησε αυτά για τα οποία σήμερα δικάζεται.

[164] Όταν όμως ο στρατηγός Φωκίων κάλεσε τους ιππείς της Άργουρας για να υπηρετήσουν με τη σειρά τους και αποδείχθηκε το τέχνασμά του, τότε ο δειλός και καταραμένος αυτός εγκατέλειψε τη θέση του στο ιππικό και επιβιβάσθηκε στο πλοίο του, αντί να εκστρατεύσει μαζί με τους ιππείς των οποίων, όταν ήταν εδώ, διεκδικούσε την αρχηγία. Αν όμως υπήρχε κάποιος κίνδυνος στη θάλασσα, αναμφίβολα θα κατέφευγε στην ξηρά.

[165] Δεν φέρθηκε όμως έτσι ο Νικήρατος, το μοναχοπαίδι, ο άτεκνος γιος του Νικία, αν και ήταν εντελώς ασθενικής κράσεως· ούτε ο Ευκτήμων, ο γιος του Αισίωνα, ούτε ο Ευθύδημος, ο γιος του Στρατοκλή· αντίθετα καθένας τους, αφού πρόθυμα προσέφερε μία τριήρη, δεν απέφυγε έτσι την εκστρατεία, αλλά, ως έκφραση ευγνωμοσύνης και δωρεάς, προσέφερε στην πόλη μία τριήρη έτοιμη να αποπλεύσει και επέμενε να υπηρετήσει προσωπικά την πατρίδα εκεί όπου όριζε ο νόμος.

[166] Δεν έκαμε όμως το ίδιο πράγμα ο ίππαρχος Μειδίας! Το γεγονός ότι λιποτάκτησε από τη θέση που του όρισαν οι νόμοι, που είναι κολάσιμο αδίκημα εναντίον της πόλεως, θα το υπολογίσει ως ευεργεσία του προς αυτή. Και όμως ταιριάζει, για όνομα των θεών, μία τέτοια τριηραρχία να την χαρακτηρίζουμε πράξη πατριωτισμού ή τελωνία, πεντηκοστή, λιποταξία, αποφυγή εκστρατείας και όλα τα παρόμοια; Επειδή δεν εύρισκε άλλον τρόπο για να απαλλαγεί από την υπηρεσία στο ιππικό, ο Μειδίας επινόησε αυτή τη νέα πεντηκοστή του ιππικού.

[167] Και κάτι άλλο: ενώ όλοι οι άλλοι τριήραρχοι, οι οποίοι σας είχαν δωρίσει τριήρεις, σας συνόδευαν όταν αποπλέατε από τα Στύρα για εδώ, ο Μειδίας μόνο δεν σας συνόδευε, αλλά χωρίς να ενδιαφερθεί για σας μετέφερε πασσάλους, ζώα και ξύλα για τις πόρτες του σπιτιού του και για τα αργυρωρυχεία του· για τον κατάπτυστο αυτόν η τριηραρχία κατάντησε κερδοσκοπία και όχι λειτουργία. Για να αποδείξω όμως την αλήθεια των λόγων μου, μολονότι πολλά από τα γεγονότα αυτά σας είναι γνωστά, θα σας παρουσιάσω και μάρτυρες.

ΜΑΡΤΥΡΕΣ
[168] [Εμείς, ο Κλέων από το Σούνιο, ο Αριστοκλής από την Παιανία, ο Πάμφιλος, ο Νικήρατος από τον Αχερδούντα, ο Ευκτήμων από τον Σφηττό, καταθέτουμε ότι, όταν αποπλέαμε από τα Στύρα για εδώ με όλον τον στόλο, είχαμε αναλάβει την τριηραρχία μαζί με τον Μειδία, ο οποίος σήμερα κατηγορείται στο δικαστήριο από τον Δημοσθένη, υπέρ του οποίου παρευρισκόμαστε ως μάρτυρες. Ενώ όλος ο στόλος έπλεε σε κανονικούς σχηματισμούς και οι τριήραρχοι είχαν λάβει τη διαταγή να μην απομακρυνθούν πριν επιστρέψουμε στην Αθήνα, ο Μειδίας έμεινε πίσω από τον στόλο, φόρτωσε το πλοίο του με ξύλα, πασσάλους, ζώα και άλλα, και έφθασε στον Πειραιά μετά από δύο ημέρες, μόνος, χωρίς να φέρει το πλοίο του πίσω στον ναύσταθμο μαζί με τους άλλους τριηράρχους.]