Τρίτη, 20 Ιουνίου 2017

ΡΗΤΟΡΙΚΗ: ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ - Κατὰ Μειδίου (128-135)

[128] Εἰ μὲν τοίνυν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, σώφρονα καὶ μέτριον πρὸς τἄλλα παρεσχηκὼς αὑτὸν Μειδίας καὶ μηδένα τῶν ἄλλων πολιτῶν ἠδικηκὼς εἰς ἔμ᾽ ἀσελγὴς μόνον οὕτω καὶ βίαιος ἐγεγόνει, πρῶτον μὲν ἔγωγ᾽ ἀτύχημ᾽ ἂν ἐμαυτοῦ τοῦθ᾽ ἡγούμην, ἔπειτ᾽ ἐφοβούμην ἂν μὴ τὸν ἄλλον ἑαυτοῦ βίον οὗτος μέτριον δεικνύων καὶ φιλάνθρωπον διακρούσηται τούτῳ τὸ δίκην ὧν ἔμ᾽ ὕβρικεν δοῦναι.

[129] νυνὶ δὲ τοσαῦτ᾽ ἐστὶ τἄλλ᾽ ἃ πολλοὺς ὑμῶν ἠδίκησεν καὶ τοιαῦτα, ὥστε τούτου μὲν τοῦ δέους ἀπήλλαγμαι, φοβοῦμαι δὲ πάλιν τοὐναντίον μή, ἐπειδὰν πολλὰ καὶ δείν᾽ ἑτέρους ἀκούηθ᾽ ὑπ᾽ αὐτοῦ πεπονθότας, τοιοῦτός τις ὑμῖν λογισμὸς ἐμπέσῃ «τί οὖν; σὺ δεινότερ᾽ ἢ τῶν ἄλλων εἷς ἕκαστος πεπονθὼς ἀγανακτεῖς;» πάντα μὲν δὴ τὰ τούτῳ πεπραγμένα οὔτ᾽ ἂν ἐγὼ δυναίμην πρὸς ὑμᾶς εἰπεῖν, οὔτ᾽ ἂν ὑμεῖς ὑπομείναιτ᾽ ἀκούειν, οὐδ᾽, εἰ τὸ παρ᾽ ἀμφοτέρων ἡμῶν ὕδωρ ὑπάρξειε πρὸς τὸ λοιπόν, πᾶν τό τ᾽ ἐμὸν καὶ τὸ τούτου προστεθέν, οὐκ ἂν ἐξαρκέσειεν· ἃ δ᾽ ἐστὶ μέγιστα καὶ φανερώτατα, ταῦτ᾽ ἐρῶ.

[130] μᾶλλον δ᾽ ἐκεῖνο ποιήσω· ἀναγνώσομαι μὲν ὑμῖν, ὡς ἐμαυτῷ γέγραμμαι, πάντα τὰ ὑπομνήματα, λέξω δ᾽ ὅ τι ἂν πρῶτον ἀκούειν βουλομένοις ὑμῖν ᾖ, τοῦτο πρῶτον, εἶθ᾽ ἕτερον, καὶ τἄλλα τὸν αὐτὸν τρόπον, ἕως ἂν ἀκούειν βούλησθε. ἔστι δὲ ταῦτα παντοδαπά, καὶ ὕβρεις πολλαὶ καὶ περὶ τοὺς οἰκείους κακουργήματα καὶ περὶ τοὺς θεοὺς ἀσεβήματα, καὶ τόπος οὐδείς ἐστιν ἐν ᾧ τοῦτον οὐ θανάτου πεποιηκότ᾽ ἄξια πόλλ᾽ εὑρήσετε.

ΥΠΟΜΝΗΜΑΤΑ ΤΩΝ ΜΕΙΔΙΟΥ ΑΔΙΚΗΜΑΤΩΝ.

[131] Ὅσα μὲν τοίνυν, ὦ ἄνδρες δικασταί, τὸν ἀεὶ προστυχόντ᾽ αὐτῷ πεποίηκεν, ταῦτ᾽ ἐστίν. καὶ παραλέλοιφ᾽ ἕτερα· οὐ γὰρ ἂν δύναιτ᾽ οὐδεὶς εἰσάπαξ εἰπεῖν ἃ πολὺν χρόνον οὗτος ὑβρίζων συνεχῶς ἅπαντα τὸν βίον εἴργασται. ἄξιον δ᾽ ἰδεῖν ἐφ᾽ ὅσον φρονήματος ἤδη προελήλυθε τῷ τούτων δίκην μηδενὸς δεδωκέναι. οὐ γὰρ ἡγεῖθ᾽, ὡς ἐμοὶ δοκεῖ, λαμπρὸν οὐδὲ νεανικὸν οὐδ᾽ ἄξιον ἑαυτοῦ ὅ τι ἄν τις πρὸς ἕν᾽ εἷς διαπράττηται, ἀλλ᾽ εἰ μὴ φυλὴν ὅλην καὶ βουλὴν καὶ ἔθνος προπηλακιεῖ καὶ πολλοὺς ἁθρόους ὑμῶν ἅμ᾽ ἐλᾷ, ἀβίωτον ᾤετ᾽ ἔσεσθαι τὸν βίον αὑτῷ.

[132] καὶ τὰ μὲν ἄλλα σιωπῶ, μυρί᾽ εἰπεῖν ἔχων, περὶ δὲ τῶν συστρατευσαμένων ἱππέων εἰς Ἄργουραν ἴστε δήπου πάντες οἷ᾽ ἐδημηγόρησε παρ᾽ ὑμῖν, ὅθ᾽ ἧκεν ἐκ Χαλκίδος, κατηγορῶν καὶ φάσκων ὄνειδος ἐξελθεῖν τὴν στρατιὰν ταύτην τῇ πόλει· καὶ τὴν λοιδορίαν ἣν ἐλοιδορήθη Κρατίνῳ περὶ τούτων, τῷ νῦν, ὡς ἐγὼ πυνθάνομαι, μέλλοντι βοηθεῖν αὐτῷ, μέμνησθε. τὸν δὴ τοσούτοις ἁθρόοις τῶν πολιτῶν ἔχθραν ἐπ᾽ οὐδενὶ τηλικαύτην ἀράμενον πόσῃ πονηρίᾳ καὶ θρασύτητι ταῦτα χρὴ νομίζειν πράττειν;

[133] καίτοι πότερ᾽ εἰσὶν ὄνειδος, ὦ Μειδία, τῇ πόλει οἱ διαβάντες ἐν τάξει καὶ τὴν σκευὴν ἔχοντες ἣν προσῆκε τοὺς ἐπὶ τοὺς πολεμίους ἐξιόντας καὶ συμβαλουμένους τοῖς συμμάχοις, ἢ σὺ ὁ μηδὲ λαχεῖν εὐχόμενος τῶν ἐξιόντων ὅτ᾽ ἐκληροῦ, τὸν θώρακα δ᾽ οὐδεπώποτ᾽ ἐνδύς, ἐπ᾽ ἀστράβης δ᾽ ὀχούμενος ἀργυρᾶς τῆς ἐξ Εὐβοίας, χλανίδας δὲ καὶ κυμβία καὶ κάδους ἔχων, ὧν ἐπελαμβάνονθ᾽ οἱ πεντηκοστολόγοι; ταῦτα γὰρ εἰς τοὺς ὁπλίτας ἡμᾶς ἀπηγγέλλετο· οὐ γὰρ εἰς ταὐτὸν ἡμεῖς τούτοις διέβημεν.

[134] εἶτα, εἴ σ᾽ ἐπὶ τούτοις ἔσκωψεν Ἀρχετίων ἤ τις ἄλλος, πάντας ἤλαυνες; εἰ μὲν γὰρ ἐποίεις ταῦτ᾽, ὦ Μειδία, ἃ σέ φασιν οἱ συνιππεῖς καὶ κατηγόρεις ὡς λέγοιεν περὶ σοῦ, δικαίως κακῶς ἤκουες· καὶ γὰρ ἐκείνους καὶ τουτουσὶ καὶ ὅλην τὴν πόλιν ἠδίκεις καὶ κατῄσχυνες. εἰ δὲ μὴ ποιοῦντός σου κατεσκεύαζόν τινες καταψευδόμενοί σου, οἱ δὲ λοιποὶ τῶν στρατιωτῶν οὐκ ἐκείνοις ἐπετίμων, ἀλλὰ σοὶ ἐπέχαιρον, δῆλον ὅτι ἐκ τῶν ἄλλων ὧν ἔζης ἄξιος αὐτοῖς ἐδόκεις εἶναι τοῦ τοιαῦτ᾽ ἀκούειν· σαυτὸν οὖν μετριώτερον ἐχρῆν παρέχειν, οὐκ ἐκείνους διαβάλλειν.

[135] σὺ δ᾽ ἀπειλεῖς πᾶσιν, ἐλαύνεις πάντας· τοὺς ἄλλους ἀξιοῖς ὅ τι σὺ βούλει σκοπεῖν, οὐκ αὐτὸς σκοπεῖς ὅ τι μὴ λυπήσεις τοὺς ἄλλους ποιῶν. καὶ τὸ δὴ σχετλιώτατον καὶ μέγιστον ἔμοιγε δοκοῦν ὕβρεως εἶναι σημεῖον· τοσούτων ἀνθρώπων, ὦ μιαρὰ κεφαλή, σὺ παρελθὼν ἁθρόων κατηγόρεις, ὃ τίς οὐκ ἂν ἔφριξε ποιῆσαι τῶν ἄλλων;

***
[128] Αν λοιπόν, Αθηναίοι, η συμπεριφορά του Μειδία ήταν από κάθε άλλη άποψη συνετή και μετριοπαθής και, χωρίς να έχει αδικήσει κανέναν άλλο συμπολίτη του, είχε φανεί τόσο κτηνώδης και βίαιος μόνο απέναντί μου, καταρχήν θα θεωρούσα το γεγονός ως προσωπική μου ατυχία· έπειτα θα είχα τον φόβο μήπως, επιδεικνύοντας μετριοπάθεια και καλοσύνη στην υπόλοιπη ζωή του, αποφύγει την τιμωρία για τις προσβολές του απέναντί μου.

[129] Τώρα όμως είναι τόσα πολλά και σοβαρά τα αδικήματά του σε βάρος πολλών από σας, ώστε, ενώ έχω απαλλαγεί από αυτόν τον φόβο, φοβάμαι πάλι το αντίθετο, μήπως δηλαδή, όταν ακούσετε για τις πολλές και φοβερές συμφορές τις οποίες έχει προκαλέσει σε άλλους, σας περάσει από τον νου μία τέτοια σκέψη: «Γιατί αγανακτείς; Μήπως συ υπέφερες περισσότερο από όλους τους άλλους;» Όλες βέβαια τις πράξεις του ούτε εγώ θα μπορούσα να σας αναφέρω ούτε σεις θα είχατε την υπομονή να τις ακούσετε· ακόμη και αν μου παραχωρούσατε για τον υπόλοιπο λόγο μου όλον τον χρόνο που παραχωρήσατε και στους δυο μας —τον δικό μου και τον δικό του— πάλι δεν θα έφθανε· θα αναφέρω μόνο τα σημαντικότερα και πιο φανερά γεγονότα·

[130] ή καλύτερα θα κάμω το εξής: θα σας διαβάσω όλα τα υπομνήματα, όπως τα έχω συντάξει για δική μου χρήση· θα αρχίσω με ό,τι θέλετε να ακούσετε πρώτα, έπειτα θα προχωρήσω στη δεύτερη προτίμησή σας και ούτω καθεξής, έως ότου έχετε διάθεση να με ακούτε. Είναι κάθε λογής τα υπομνήματα αυτά: και πολλές βιαιότητες και απάτες σε βάρος συγγενών και πράξεις ασέβειας προς τους θεούς· πουθενά δεν θα τον βρείτε να μην έχει κάμει πολλά αδικήματα που να αξίζουν τη θανατική ποινή.

ΥΠΟΜΝΗΜΑΤΑ ΤΩΝ ΑΔΙΚΗΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΜΕΙΔΙΑ

[131] Αυτές, κύριοι δικαστές, τις συμφορές έχει προκαλέσει σε όποιον συναντούσε κάθε φορά. Έχω παραλείψει και πολλά άλλα· κανένας δεν θα μπορούσε να εξιστορήσει σε μία και μόνη φορά όλες τις βιαιότητες, τις οποίες μια ολόκληρη ζωή συνεχώς επιχειρεί. Αξίζει όμως να διαπιστώσετε σε ποιό βαθμό αναίδειας έχει κιόλας φθάσει, επειδή δεν έχει τιμωρηθεί για κανένα από τα αδικήματά του. Πίστευε, όπως μου φαίνεται, ότι μία ενέργεια σε βάρος ενός ανθρώπου δεν είναι ούτε λαμπρό κατόρθωμα ούτε αρκετά τολμηρό ούτε αντάξιο αυτού του ίδιου· αν δεν επρόκειτο να εξευτελίσει ολόκληρη φυλή, τη Βουλή ή μία τάξη πολιτών και να καταδιώξει πολλούς από σας συγχρόνως, νόμιζε ότι η ζωή δεν έχει γι᾽ αυτόν καμιά αξία.

[132] Παραλείπω τα άλλα γεγονότα, μολονότι μπορώ να πω πάρα πολλά. Γνωρίζετε όμως ασφαλώς όλοι όσα είπε μπροστά σας, όταν επέστρεψε από τη Χαλκίδα, για τους ιππείς με τους οποίους είχε εκστρατεύσει στην Άργουρα· τους κατηγόρησε και διακήρυξε ότι η εκστρατεία αυτή αποδείχθηκε επαίσχυντη για την πόλη μας· θυμόσασθε επίσης τις βρισιές που εκτόξευσε τότε σχετικά με το ζήτημα αυτό εναντίον του Κρατίνου, ο οποίος, όπως πληροφορούμαι, πρόκειται σήμερα να τον υπερασπισθεί. Πόση λοιπόν κακοήθεια και θρασύτητα πρέπει να αποδώσουμε σε έναν άνθρωπο ο οποίος χωρίς καμία αιτία προκάλεσε τέτοια εχθρότητα τόσων πολλών ατόμων ταυτοχρόνως;

[133] Και όμως, Μειδία, ποιοί από τους δύο ντροπιάζουν την πόλη; Εκείνοι που προχώρησαν συνταγμένοι και οπλισμένοι, όπως ταίριαζε σε άνδρες που επρόκειτο να ενωθούν με τους συμμάχους τους και να εκστρατεύσουν εναντίον των εχθρών, ή συ, ο οποίος την ώρα της κληρώσεως ευχόσουν να μην κληρωθείς να λάβεις μέρος στην εκστρατεία; Συ, ο οποίος ποτέ μέχρι σήμερα δεν φόρεσες θώρακα, αλλά επέστρεφες ιππεύοντας πάνω σε ασημοστολισμένη σέλα που είχες φέρει από την Εύβοια; Συ ο οποίος είχες πολυτελή ρούχα, ποτήρια, και κάδους που δήμευσαν οι υπάλληλοι του τελωνείου; Όλα αυτά τα μαθαίναμε εμείς που ανήκαμε στο πεζικό, γιατί δεν είχαμε αποβιβασθεί στο ίδιο μέρος με το ιππικό.

[134] Και επειδή σε περιγέλασε για το θέμα αυτό ο Αρχετίων ή κάποιος άλλος, τους κυνηγούσες όλους; Αν πράγματι, Μειδία, είχες κάμει όσα σου καταλογίζουν οι συνάδελφοί σου στο ιππικό (και τους κατηγορούσες γιατί τα έλεγαν για σένα), δίκαια σε κακολογούσαν· γιατί έβλαπτες και καταντρόπιαζες και εκείνους και όσους συμπολίτες σου παρευρίσκονται εδώ και όλη την πόλη. Αν όμως μερικοί επινοούσαν αυτές τις κατηγορίες εναντίον σου και έλεγαν ψέματα, χωρίς συ να έχεις κάμει τίποτε, ενώ οι υπόλοιποι στρατιώτες, αντί να τους ψέξουν, κάγχαζαν σε βάρος σου, είναι φανερό ότι από τον τρόπο της ζωής σου γενικά σε έκριναν άξιο για παρόμοιες κακολογίες· έπρεπε λοιπόν συ να είσαι πιο συγκρατημένος και όχι να κατηγορείς εκείνους.

[135] Αντίθετα, συ απειλείς και καταδιώκεις τους πάντες· έχεις την απαίτηση να σκέπτονται οι άλλοι ό,τι συ επιθυμείς, αλλά δεν σκέπτεσαι τί θα κάμεις συ ο ίδιος για να μη λυπήσεις τους άλλους. Η σοβαρότερη και μεγαλύτερη απόδειξη της αναίδειάς σου είναι, κατά τη γνώμη μου, η εξής: ανέβηκες στο βήμα, άθλιε, και κατηγόρησες συγχρόνως τόσους πολλούς ανθρώπους· ποιός άλλος θα το έκαμνε αυτό χωρίς να τον καταλάβει φρίκη;