Δευτέρα, 19 Ιουνίου 2017

ΡΗΤΟΡΙΚΗ: ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ - Κατὰ Μειδίου (122-127)

[122] Τίς οὖν ὑπερβολή, τίς ὁμοία τῇ τούτου γέγον᾽ ἢ γένοιτ᾽ ἂν πονηρία; ὃς ἄνδρ᾽ ἀτυχοῦντα, οὐδὲν αὐτὸν ἠδικηκότα (ἐῶ γὰρ εἰ φίλον), ἅμα συκοφαντεῖν ᾤετο δεῖν καὶ πρὸς ἔμ᾽ αὑτὸν διαλύειν ἠξίου, καὶ ταῦτ᾽ ἔπραττε καὶ χρήματ᾽ ἀνήλισκεν ἐπὶ τῷ μετ᾽ ἐκείνου κἀμὲ προσεκβαλεῖν ἀδίκως.

[123] Τοῦτο μέντοι τὸ τοιοῦτον ἔθος καὶ τὸ κατασκεύασμ᾽, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, τὸ τοῖς ὑπὲρ αὑτῶν ἐπεξιοῦσι δικαίως ἔτι πλείω περιιστάναι κακά, οὐκ ἐμοὶ μὲν ἄξιόν ἐστ᾽ ἀγανακτεῖν καὶ βαρέως φέρειν, ὑμῖν δὲ τοῖς ἄλλοις παριδεῖν, πολλοῦ γε καὶ δεῖ, ἀλλὰ πᾶσιν ὁμοίως ὀργιστέον, ἐκλογιζομένοις καὶ θεωροῦσιν ὅτι τοῦ μέν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, ῥᾳδίως κακῶς παθεῖν ἐγγύταθ᾽ ὑμῶν εἰσιν οἱ πενέστατοι καὶ ἀσθενέστατοι, τοῦ δ᾽ ὑβρίσαι καὶ τοῦ ποιήσαντας μὴ δοῦναι δίκην, ἀλλὰ τοὺς ἀντιπαρέξοντας πράγματα μισθώσασθαι, οἱ βδελυροὶ καὶ χρήματ᾽ ἔχοντές [εἰσιν ἐγγυτάτω].

[124] οὐ δὴ δεῖ παρορᾶν τὰ τοιαῦτα, οὐδὲ τὸν ἐξείργοντα δέει καὶ φόβῳ τὸ δίκην ὧν ἂν ἡμῶν ἀδικηθῇ τις λαμβάνειν παρ᾽ αὐτοῦ ἄλλο τι χρὴ νομίζειν ποιεῖν ἢ τὰς τῆς ἰσηγορίας καὶ τὰς τῆς ἐλευθερίας ἡμῶν μετουσίας ἀφαιρεῖσθαι. ἐγὼ μὲν γὰρ ἴσως διεωσάμην, καὶ ἄλλος τις ἄν, ψευδῆ λόγον καὶ συκοφαντίαν, καὶ οὐκ ἀνήρπασμαι· οἱ δὲ πολλοὶ τί ποιήσετε, ἂν μὴ δημοσίᾳ πᾶσιν φοβερὸν καταστήσητε τὸ εἰς ταῦτ᾽ ἀποχρῆσθαι τῷ πλουτεῖν;

[125] δόντα λόγον καὶ ὑποσχόντα κρίσιν περὶ ὧν ἄν τις ἐγκαλῇ, τότ᾽ ἀμύνεσθαι τοὺς [ἀδίκως] ἐφ᾽ αὑτὸν ἐλθόντας χρή, καὶ τότ᾽, ἂν ἀδικοῦντας ὁρᾷ τις, οὐ προαναρπάζειν, οὐδ᾽ ἐπάγοντ᾽ αἰτίας ψευδεῖς ἄκριτον ζητεῖν ἀποφεύγειν, οὐδ᾽ ἐπὶ τῷ διδόναι δίκην ἀσχάλλειν, ἀλλὰ μὴ ποιεῖν ἐξ ἀρχῆς ἀσελγὲς μηδέν.

[126] Ὅσα μὲν τοίνυν εἴς τε τὴν λῃτουργίαν καὶ τὸ σῶμ᾽ ὑβρίσθην, καὶ πάντ᾽ ἐπιβουλευόμενος τρόπον καὶ πάσχων κακῶς ἐκπέφευγα, ἀκηκόατ᾽, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι. καὶ παραλείπω δὲ πολλά· οὐ γὰρ ἴσως ῥᾴδιον πάντ᾽ εἰπεῖν. ἔχει δ᾽ οὕτως. οὐκ ἔστ᾽ ἐφ᾽ ὅτῳ τῶν πεπραγμένων ἐγὼ μόνος ἠδίκημαι, ἀλλ᾽ ἐπὶ μὲν τοῖς εἰς τὸν χορὸν γεγενημένοις ἀδικήμασιν ἡ φυλή, δέκατον μέρος ὑμῶν, συνηδίκηται, ἐπὶ δ᾽ οἷς ἔμ᾽ ὕβρισε καὶ ἐπεβούλευσεν οἱ νόμοι, δι᾽ οὓς εἷς ἕκαστος ὑμῶν σῶς ἐστιν· ἐφ᾽ ἅπασι δὲ τούτοις ὁ θεός, ᾧ χορηγὸς ἐγὼ καθειστήκειν, καὶ τὸ τῆς ὁσίας, ὁτιδήποτ᾽ ἐστί, τὸ σεμνὸν καὶ τὸ δαιμόνιον [συνηδίκηται].

[127] δεῖ δὴ τούς γε βουλομένους ὀρθῶς τὴν κατ᾽ ἀξίαν τῶν πεπραγμένων παρὰ τούτου δίκην λαμβάνειν, οὐχ ὡς ὑπὲρ ἐμοῦ μόνον ὄντος τοῦ λόγου τὴν ὀργὴν ἔχειν, ἀλλ᾽ ὡς ἐν ταὐτῷ τῶν νόμων, τοῦ θεοῦ, τῆς πόλεως, ὁμοῦ πάντων ἠδικημένων, οὕτω ποιεῖσθαι τὴν τιμωρίαν, καὶ τοὺς βοηθοῦντας καὶ τοὺς συνεξεταζομένους μετὰ τούτου μὴ συνηγόρους μόνον, ἀλλὰ καὶ δοκιμαστὰς τῶν τούτῳ πεπραγμένων ὑπολαμβάνετ᾽ εἶναι.

***
[122] Ποιά υπερβολική δολιότητα, ποιά κακοήθεια ήταν ή θα μπορούσε να είναι όμοια με τη δική του; Αυτός, ο οποίος νόμιζε καθήκον του να συκοφαντεί ένα δυστυχισμένο άνθρωπο, που δεν τον είχε βλάψει καθόλου —αφήνω ότι ήταν φίλος του—, ενώ συγχρόνως τον παρακαλούσε επίμονα να μεσολαβήσει για να συμφιλιωθεί μαζί μου! Παράλληλα με αυτές του τις ενέργειες ξόδευε χρήματα για να εξορίσει άδικα μαζί με τον Αρίσταρχο και εμένα.

[123] Η συνήθειά του όμως αυτή, Αθηναίοι, και οι ραδιουργίες του, οι οποίες πολλαπλασιάζουν ακόμη περισσότερο τις συμφορές εκείνων που υπερασπίζονται μία δίκαιη υπόθεσή τους, δεν πρέπει να προκαλούν μόνο τη δική μου αγανάκτηση και δυσφορία, και σεις οι άλλοι να αδιαφορείτε. Κάθε άλλο! Αντίθετα, πρέπει όλοι να εξοργίζεσθε εξίσου, όταν σκέπτεσθε και παρατηρείτε ότι τον κίνδυνο να κακοποιηθούν εύκολα τον διατρέχουν περισσότερο οι φτωχότεροι και οι ασθενέστεροι από σας, ενώ οι αναίσχυντοι και οι πλούσιοι έχουν την ευχέρεια να προσβάλλουν βίαια χωρίς να τιμωρούνται για τις πράξεις τους, και να εξαγοράζουν πράκτορες για να δημιουργούν αντιπερισπασμούς στους αντιπάλους τους.

[124] Τέτοια συμπεριφορά δεν πρέπει να περνάει απαρατήρητη, ούτε πρέπει όποιος προσπαθεί με εκφοβισμούς και απειλές να εμποδίσει να βρούμε το δίκαιό μας για αδίκημα που μας προκάλεσε να θεωρείται ότι κάνει τίποτε άλλο από το να μας αφαιρεί το δικαίωμα της ελευθερίας του λόγου και την ελεύθερη συμμετοχή στα κοινά. Ίσως εγώ —και ένας-δυο άλλοι— κατόρθωσα να αποκρούσω μία ψευδή κατηγορία και συκοφαντία και δεν καταστράφηκα. Τί θα κάμετε όμως σεις, οι πολλοί, αν δεν δείξετε σε όλους με δημόσιον παραδειγματισμό πόσο επικίνδυνη είναι η κακή χρήση του πλούτου για τους σκοπούς αυτούς;

[125] Όταν ο κατηγορούμενος απολογηθεί και δικασθεί για τις κατηγορίες σε βάρος του, τότε πρέπει να αποκρούσει τις επιθέσεις εναντίον του· και τότε να μην προσπαθεί να απομακρύνει κάποιον μάρτυρα των αδικημάτων του ούτε, κατηγορώντας ψέματα, να ζητάει να αποφύγει τη δίκη ούτε να δυσφορεί γιατί τιμωρείται, αλλά από την αρχή να μην επιχειρεί καμιά βίαιη πράξη.

[126] Ακούσατε, Αθηναίοι, πόσες προσβολές δέχθηκα, και προσωπικά και αναφορικά με το λειτούργημά μου, και πώς κατόρθωσα να αποφύγω κάθε ραδιουργία και κακομεταχείριση. Παραλείπω όμως πολλά γεγονότα, γιατί δεν είναι ίσως εύκολο να τα αναφέρω όλα. Αυτή όμως είναι η κατάσταση: δεν υπάρχει ενέργεια του Μειδία η οποία να έχει αδικήσει μόνο εμένα, αλλά με τα αδικήματά του προς τον χορό έχει αδικήσει όλη τη φυλή μου, δηλ. το ένα δέκατο από σας, ενώ με τις προσβολές και τις ραδιουργίες σε βάρος μου έχει καταπατήσει τους νόμους, στους οποίους όλοι σας οφείλετε την προστασία σας· τέλος, με όλες αυτές τις πράξεις έχει προσβάλει τον θεό, στην υπηρεσία του οποίου εγώ έχω ορισθεί χορηγός, και τη σεβαστή και θεία δύναμη της ευσέβειας, σε οποιαδήποτε μορφή και αν εμφανίζεται αυτή.

[127] Όσοι επομένως θέλουν να τον τιμωρήσουν όπως του αξίζει για τις πράξεις του, δεν πρέπει να οργίζονται εναντίον του, σαν τα αδικήματά του να αφορούν μόνο εμένα, αλλά να καθορίζουν την ποινή έτσι σαν να έχουν ταυτόχρονα αδικηθεί οι νόμοι, ο θεός, η πόλη, τα πάντα· πρέπει ακόμη να πιστεύουν ότι όσοι τον βοηθούν και τον υποστηρίζουν όχι μόνο τον υπερασπίζονται, αλλά και επιδοκιμάζουν τη διαγωγή του.