Σάββατο, 17 Ιουνίου 2017

ΡΗΤΟΡΙΚΗ: ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ - Κατὰ Μειδίου (108-115)

[108] Ἐν ὅσῳ δὲ τὸν νόμον, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, λαμβάνει, βούλομαι μικρὰ πρὸς ὑμᾶς εἰπεῖν, δεηθεὶς ὑμῶν ἁπάντων πρὸς Διὸς καὶ θεῶν, ὦ ἄνδρες δικασταί· περὶ πάντων ὧν ἂν ἀκούητε, τοῦθ᾽ ὑποθέντες ἀκούετε τῇ γνώμῃ, τί ἄν, εἴ τις ἔπασχε ταῦθ᾽ ὑμῶν, ἐποίει, καὶ τίν᾽ ἂν εἶχεν ὀργὴν ὑπὲρ αὑτοῦ πρὸς τὸν ποιοῦντα. ἐγὼ γὰρ ἐνηνοχὼς χαλεπῶς ἐφ᾽ οἷς περὶ τὴν λῃτουργίαν ὑβρίσθην, ἔτι πολλῷ χαλεπώτερον, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, τούτοις τοῖς μετὰ ταῦτ᾽ ἐνήνοχα καὶ μᾶλλον ἠγανάκτηκα.

[109] τί γὰρ ὡς ἀληθῶς πέρας ἂν φήσειέ τις εἶναι κακίας καὶ τίν᾽ ὑπερβολὴν ἀναιδείας καὶ ὠμότητος καὶ ὕβρεως, ἄνθρωπος εἰ ποιήσας δεινὰ νὴ Δία καὶ πόλλ᾽ ἀδίκως τινά, ἀντὶ τοῦ ταῦτ᾽ ἀναλαμβάνειν καὶ μεταγιγνώσκειν, πολλῷ δεινότερ᾽ ὕστερον ἄλλα προσεξεργάζοιτο, καὶ χρῷτο τῷ πλουτεῖν μὴ ἐπὶ ταῦτ᾽ ἐν οἷς μηδένα βλάπτων αὐτὸς ἄμεινόν τι τῶν ἰδίων θήσεται, ἀλλ᾽ ἐπὶ τἀναντία, ἐν οἷς ἀδίκως ἐκβάλλων τινὰ καὶ προπηλακίσας αὑτὸν εὐδαιμονιεῖ τῆς περιουσίας;

[110] ταῦτα τοίνυν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, πάντα τούτῳ πέπρακται κατ᾽ ἐμοῦ. καὶ γὰρ αἰτίαν ἐπήγαγέ μοι φόνου ψευδῆ καὶ οὐδὲν ἐμοὶ προσήκουσαν, ὡς τὸ πρᾶγμ᾽ αὔτ᾽ ἐδήλωσεν, καὶ γραφὴν λιποταξίου μ᾽ ἐγράψατο τρεῖς αὐτὸς τάξεις λελοιπώς, καὶ τῶν ἐν Εὐβοίᾳ πραγμάτων (τουτὶ γὰρ αὖ μικροῦ παρῆλθέ μ᾽ εἰπεῖν), ἃ Πλούταρχος ὁ τούτου ξένος καὶ φίλος διεπράξατο, ὡς ἐγὼ αἴτιός εἰμι, κατεσκεύαζε πρὸ τοῦ τὸ πρᾶγμα γενέσθαι πᾶσιν φανερὸν διὰ Πλουτάρχου γεγονός.

[111] καὶ τελευτῶν βουλεύειν μου λαχόντος δοκιμαζομένου κατηγόρει, καὶ τὸ πρᾶγμ᾽ εἰς ὑπέρδεινόν μοι περιέστη· ἀντὶ γὰρ τοῦ δίκην ὑπὲρ ὧν ἐπεπόνθειν λαβεῖν, δοῦναι πραγμάτων ὧν οὐδὲν ἐμοὶ προσῆκεν ἐκινδύνευον. καὶ ταῦτα πάσχων ἐγὼ καὶ τοῦτον τὸν τρόπον ὃν διεξέρχομαι νυνὶ πρὸς ὑμᾶς ἐλαυνόμενος, οὐκ ὢν οὔτε τῶν ἐρημοτάτων οὔτε τῶν ἀπόρων κομιδῇ, οὐκ ἔχω, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, τί χρὴ ποιῆσαι.

[112] εἰ γὰρ εἰπεῖν τι καὶ περὶ τούτων ἤδη δεῖ, οὐ μέτεστι τῶν ἴσων οὐδὲ τῶν ὁμοίων, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, πρὸς τοὺς πλουσίους τοῖς λοιποῖς ἡμῖν, οὐ μέτεστιν, οὔ· ἀλλὰ καὶ χρόνοι τούτοις τοῦ τὴν δίκην ὑποσχεῖν, οὓς ἂν αὐτοὶ βούλωνται, δίδονται, καὶ τἀδικήμαθ᾽ ἕωλα τὰ τούτων ὡς ὑμᾶς καὶ ψύχρ᾽ ἀφικνεῖται, τῶν δ᾽ ἄλλων ἡμῶν ἕκαστος, ἄν τι συμβῇ, πρόσφατος κρίνεται. καὶ μάρτυρές εἰσιν ἕτοιμοι τούτοις καὶ συνήγοροι πάντες καθ᾽ ἡμῶν εὐτρεπεῖς· ἐμοὶ δ᾽ οὐδὲ τἀληθῆ μαρτυρεῖν ἐθέλοντας ὁρᾶτ᾽ ἐνίους.

[113] ταῦτα μὲν οὖν ἀπείποι τις ἄν, οἶμαι, θρηνῶν. τὸν δὲ νόμον μοι λέγ᾽ ἐφεξῆς, ὥσπερ ἠρξάμην. λέγε.

ΝΟΜΟΣ.
Ἐάν τις Ἀθηναίων λαμβάνῃ παρά τινος, ἢ αὐτὸς διδῷ ἑτέρῳ, ἢ διαφθείρῃ τινὰς ἐπαγγελλόμενος, ἐπὶ βλάβῃ τοῦ δήμου ἢ ἰδίᾳ τινὸς τῶν πολιτῶν, τρόπῳ ἢ μηχανῇ ᾑτινιοῦν, ἄτιμος ἔστω καὶ παῖδες καὶ τὰ ἐκείνου.

[114] Οὕτω τοίνυν οὗτός ἐστ᾽ ἀσεβὴς καὶ μιαρὸς καὶ πᾶν ἂν ὑποστὰς εἰπεῖν καὶ πρᾶξαι, εἰ δ᾽ ἀληθὲς ἢ ψεῦδος ἢ πρὸς ἐχθρὸν ἢ φίλον ἢ τὰ τοιαῦτα, ἀλλ᾽ οὐδ᾽ ὁτιοῦν διορίζων, ὥστ᾽ ἐπαιτιασάμενός με φόνου καὶ τοιοῦτο πρᾶγμ᾽ ἐπαγαγών, εἴασε μέν μ᾽ εἰσιτητήρι᾽ ὑπὲρ τῆς βουλῆς ἱεροποιῆσαι καὶ θῦσαι καὶ κατάρξασθαι τῶν ἱερῶν ὑπὲρ ὑμῶν καὶ ὅλης τῆς πόλεως,

[115] εἴασε δ᾽ ἀρχεθεωροῦντ᾽ ἀγαγεῖν τῷ Διὶ τῷ Νεμείῳ τὴν κοινὴν ὑπὲρ τῆς πόλεως θεωρίαν, περιεῖδε δὲ ταῖς σεμναῖς θεαῖς ἱεροποιὸν αἱρεθέντ᾽ ἐξ Ἀθηναίων ἁπάντων τρίτον αὐτὸν καὶ καταρξάμενον τῶν ἱερῶν. ἆρ᾽ ἄν, εἴ γ᾽ εἶχε στιγμὴν ἢ σκιὰν τούτων ὧν κατεσκεύαζεν κατ᾽ ἐμοῦ, ταῦτ᾽ ἂν εἴασεν; ἐγὼ μὲν οὐκ οἶμαι. οὐκοῦν ἐξελέγχεται τούτοις ἐναργῶς ὕβρει ζητῶν μ᾽ ἐκβάλλειν ἐκ τῆς πατρίδος.

***
[108] Μέχρι να βρει τον νόμο (ο γραμματέας), θέλω, Αθηναίοι, να σας πω ακόμη λίγα λόγια. Σας παρακαλώ όλους, κύριοι δικαστές, στο όνομα του Δία και των άλλων θεών, να ακούσετε όσα ειπωθούν και να σκεφθείτε τί θα έκαμνε καθένας σας, αν τα πάθαινε αυτά και πόσο θα εξοργιζόταν εναντίον του δράστη. Εγώ, μολονότι πικράθηκα για τους εξευτελισμούς που δέχθηκα στη διάρκεια της λειτουργίας μου, πολύ περισσότερο στενοχωρήθηκα και αγανάκτησα για όσα έγιναν στη συνέχεια.

[109] Ποιό πράγματι είναι το όριο της κακοήθειας και το αποκορύφωμα της αναισχυντίας, της ωμότητας και της αυθάδειας —θα μπορούσε κάποιος να ισχυρισθεί—, αν ένας άνθρωπος ο οποίος διέπραξε, μά τον Δία, πολλές και φοβερές αδικίες σε βάρος κάποιου συνανθρώπου του, αντί να προσπαθεί να επανορθώσει το σφάλμα του και να μετανοήσει, κάνει στη συνέχεια ακόμη φοβερότερα αδικήματα και χρησιμοποιεί τον πλούτο του όχι για να βελτιώσει κάπως τη θέση του χωρίς να βλάψει κανέναν, αλλά αντίθετα για να εξορίσει άδικα κάποιον και, αφού τον εξευτελίσει, ο ίδιος να καμαρώνει για την αφθονία των αγαθών του;

[110] Όλα αυτά τα δεινά, Αθηναίοι, μου προξένησε ο Μειδίας. Πράγματι με κατηγόρησε ψέματα για φόνο, πράγμα που, όπως αποδείχθηκε από τα γεγονότα, δεν με αφορούσε καθόλου, και με κατήγγειλε για λιποταξία αυτός, ο οποίος τρεις φορές εγκατέλειψε τη θέση του· για τα γεγονότα της Ευβοίας —παραλίγο να λησμονήσω να τα αναφέρω—, για τα οποία υπαίτιος ήταν ο Πλούταρχος, ο φιλοξενούμενος και φίλος του, επιχείρησε να αποδώσει τις ευθύνες σε μένα, πριν γίνει σε όλους φανερό ότι υπεύθυνος γι᾽ αυτά ήταν ο Πλούταρχος.

[111] Όταν τέλος κληρώθηκα βουλευτής, με κατηγόρησε στη διάρκεια της νόμιμης δοκιμασίας και με έφερε σε πολύ επικίνδυνη θέση· γιατί, αντί να λάβω ικανοποίηση για όσα υπέφερα, κινδύνευα να τιμωρηθώ για πράξεις στις οποίες δεν είχα καμία ανάμειξη. Και ενώ υποφέρω αυτές τις βιαιότητες και καταδιώκομαι με τον τρόπο που ακριβώς τώρα σας περιγράφω, μολονότι δεν έχω τελείως στερηθεί τους φίλους ούτε είμαι εντελώς άπορος, δεν ξέρω τί πρέπει να κάμω.

[112] Γιατί, αν πρέπει επίσης να προσθέσω κάτι και γι᾽ αυτό το θέμα, Αθηναίοι, σε σύγκριση με τους πλουσίους εμείς οι υπόλοιποι δεν έχουμε ούτε ίσα ούτε όμοια δικαιώματα, όχι δεν τα έχουμε! Στους πλουσίους παραχωρούνται οι προθεσμίες που επιθυμούν για να δικασθούν, και τα αδικήματά τους φθάνουν σε σας λησμονημένα και ψυχρά· αντίθετα, αν κάποιος από εμάς τους υπόλοιπους εμπλακεί σε ένα αδίκημα, δικάζεται όταν αυτό είναι ακόμα πρόσφατο. Για τους πλουσίους, και μάρτυρες υπάρχουν πρόθυμοι και συνήγοροι, όλοι έτοιμοι να στραφούν εναντίον μας· αντίθετα, για υπεράσπιση δική μου ορισμένοι, όπως βλέπετε, είναι απρόθυμοι ακόμα και την αλήθεια να καταθέσουν.

[113] Θα ήταν, νομίζω, κουραστικό να παραπονείται κάποιος για την κατάσταση αυτή. Συνέχισε, παρακαλώ, την ανάγνωση του νόμου, που είχα αρχίσει. Διάβασε.

ΝΟΜΟΣ
Αν κάποιος Αθηναίος δωροδοκηθεί ή δωροδοκήσει αυτός κάποιον ή επιχειρήσει να εξαγοράσει άλλους με υποσχέσεις για να βλάψει την πόλη ή ιδιωτικά έναν πολίτη, με οποιονδήποτε τρόπο ή τέχνασμα, να στερείται τα πολιτικά του δικαιώματα και αυτός και τα παιδιά του και να δημεύεται η περιουσία του.

[114] Ο άνθρωπος αυτός είναι τόσο ασεβής, ελεεινός και πρόθυμος να πει ή να κάμει οτιδήποτε, χωρίς να διακρίνει αν αυτό είναι αλήθεια ή ψέμα, αν αφορά φίλο ή εχθρό ή κάτι τέτοιο ώστε, ενώ με κατηγόρησε για φόνο και μου απέδωσε μία τόσο βαριά πράξη, με άφησε να ασχοληθώ με τις θυσίες για την έναρξη των εργασιών της Βουλής και να εγκαινιάσω τις τελετές αυτές ως εκπρόσωπός σας και ως εκπρόσωπος όλης της πόλεως·

[115] με άφησε να ηγηθώ ως αρχιθέωρος στην επίσημη αποστολή της πόλεως στον ναό του Δία στη Νεμέα και αδιαφόρησε όταν από όλους γενικά τους Αθηναίους διάλεξαν εμένα μαζί με δύο άλλους για να αρχίσω τις θυσίες στις Ευμενίδες. Άραγε θα ανεχόταν να μου παραχωρούνται τα αξιώματα αυτά, αν είχε στη διάθεσή του έστω και την παραμικρή απόδειξη για τις κατηγορίες που επινοούσε εναντίον μου; Δεν το νομίζω. Αποδεικνύεται επομένως με τρόπο αναμφισβήτητο ότι με τις ραδιουργίες του αυτές επεδίωκε με αυθαιρεσία να με εξορίσει από την πατρίδα μου.