Κυριακή, 28 Μαΐου 2017

Hegel: από τη φύση στο πνεύμα

Τι είναι η φιλοσοφία του πνεύματος;

Το υπό συζήτηση άρθρο αποτελεί το τρίτο τμήμα της εγελιανής Εγκυκλοπαίδειας των Φιλοσοφικών Επιστημών. Σε αντίθεση με την κοινή Εγκυκλοπαίδεια γνώσεων, όπου συναθροίζονται εξωτερικές πληροφορίες και οι επί μέρους επιστήμες παρατίθενται εξίσου εξωτερικά, στην εγελιανή Εγκυκλοπαίδεια πρόκειται για τη συστηματική οργάνωση της σκέψης με βάση την κίνηση του Λόγου (Vernunft). Ο Λόγος αυτός συνδυάζει γλώσσα και σκέψη και γνωρίζεται στην καθημερινή μας ζωή με τη μορφή ενός διανοηματικού όλου, που ανακαλύπτει συνεχώς τον εαυτό του μέσα στη και από τη σχέση του με τα πράγματα και τις συνθήκες του ανθρώπου. Απ’ αυτή την άποψη δεν αποτελεί ένα κοινό γλωσσικό όργανο για να γνωρίσουμε ή να εκφράσουμε κάτι ξένο προς τον εαυτό μας, αλλά τον συμπαντικό λόγο του ιστορικού και γνωσιο-οντο-λογικού Είναι μας ως κόσμου του ανθρώπου. Πώς νοείται αυτός ο κόσμος; Ως εκείνος που έρχεται από τη φύση και καθιδρύει κοινωνία και πολιτεία, ανα-ζωογονώντας συγχρόνως μέσα από εκάστοτε νέους αναβαθμούς την ιστορική του συνθήκη, την ύπαρξή του. Όλο τούτο το έργο ανήκει στον άνθρωπο ως δημιουργό. Δημιουργός σημαίνει ότι έργω και λόγω προσδιορίζεται μέσα από την οντολογική του σχέση – διαλεκτική περατού [=υποκειμενικού, αντικειμενικού] και απόλυτου πνεύματος– αλλά και μέσα στις αναφορικές [=πολιτικές-πολιτισμικές-θεσμικές-καλλιτεχνικές-θρησκευτικές] του σχέσεις με τον και εντός του πραγματικού κόσμου. Όταν συνεπώς ο Χέγκελ μιλάει για αντικειμενικό πνεύμα, έχει κατά νου την έννοια του τελευταίου στην αντικειμενική της έκ-φραση. Πώς συλλαμβάνεται αυτός ο αντικειμενικός της χαρακτήρας; Ως βούληση. Πρόκειται, με άλλα λόγια, για την έννοια της βούλησης, έτσι όπως ενεργοποιείται, ως πράξη του πνεύματος, δηλαδή του ανθρώπου ως πνεύματος, μέσα από ένα σύνολο προσδιορισμών, κατηγοριών κ.λπ., που συνθέτουν τη φιλοσοφική θεωρία του Δικαίου.  

Το αντικειμενικό πνεύμα εκδιπλώνει την πράξη του, ήτοι την πρακτική του θέσμιση, κοινωνικο-πολιτικά με τη μορφή της πολιτικής κοινωνίας και του κράτους και ιστορικά ως προ-νοητική ιστορία του κόσμου. Καθ’ όλη τούτη τη διεργασία εργάζεται δυναμικά και αποφασιστικά προς την ολοκλήρωσή του. Έτσι σκέπτεται και πράττει συνεχώς, ξανασκέπτεται και συνεχίζει να πράττει εν όψει ενός ποθούμενου σκοπού: της αυτοπραγμάτωσής του. Τούτο σημαίνει πως ανα/μετα-στοχάζεται εν έργω, όχι βέβαια για το πώς θα κλέψει το κράτος και θα εξαπατήσει την κοινωνία των πολιτών, όπως συμβαίνει με τους μισθοφόρους και πραιτοριανούς του πολιτικού σήμερα, αλλά πώς θα φτάσει να δομήσει την ευδαιμονία της αυτοπραγμάτωσής του ως ένα ανέγγιχτο από φθορά και διαφθορά οργανικό όλο, που δεν θα είναι μια στατική δόμηση οργανωμένων συμφερόντων, αλλά η απόλυτη αυτό-κατεύθυνση του Εαυτού, στη βάση της απόλυτης, δηλαδή μια αρκούντως ελεύθερης αυτογνωσίας. Ο Χέγκελ επιχειρηματολογεί εδώ πως η ύψιστη μορφή του εν λόγω ανα/μετα-στοχαστικού πράττειν είναι το απόλυτο πνεύμα, καθώς αντικείμενό του δεν είναι κάποιο αντι-κείμενο (Gegenstand), δηλαδή κάτι εξωτερικό, αλλά το ίδιο το συν-ειδητό, πνευματικό του Είναι. Το τελευταίο τούτο υποδηλώνει την ανα-συλλογή όλων των προηγούμενων μορφών του [=υποκειμενικού και αντικειμενικού πνεύματος] σε τούτη την απόλυτη μορφή του. Δομικά στοιχεία αυτής της απόλυτης ευφροσύνης του είναι η τέχνη, η θρησκεία και το αποκορύφωμα: η φιλοσοφία. Σε ένα τέτοιο τέλος, ήτοι ύψιστη επίτευξη, μπορεί να φτάσει μόνο ο άνθρωπος και ποτέ το ζώο. Γιατί; Επειδή ακριβώς είναι αυτός που σκέπτεται, ξανα-σκέπτεται και μετα-σκέπτεται, απαντά ο Χέγκελ. Η ολοκλήρωση μιας τέτοιας πορείας ωστόσο δεν αποτελεί καθηκοντολογική υποχρεωτικότητα, που επιβάλλει η σκέψη, αφού ως σκέψη δεν λειτουργεί καταναγκαστικά, αλλά είναι σύμφυτη με τη φύση του ανθρώπου και γίνεται εφικτή, στο μέτρο που ο τελευταίος αρχίζει να γνωρίζει τον εαυτό του μέσα στο φιλοσοφικό γίγνεσθαι.