Τρίτη, 23 Μαΐου 2017

Ο Αριστοτέλης και οι παρανοήσεις της τελεολογίας στις θετικές επιστήμες

H αριστοτελική τελεολογία έμελλε να ακολουθήσει ίσως την πιο περιπετειώδη πορεία από κάθε άλλη ιδέα ανά τους αιώνες. Ως βασικότερη αρχή του Αριστοτέλη, σημάδεψε κάθε πτυχή του έργου του, από την ερμηνεία της κίνησης, μέχρι την ηθική αρετή και τους εκπαιδευτικούς στόχους ή, για να μιλήσουμε με σύγχρονα δεδομένα, από την καθαρή επιστημονική σκέψη μέχρι και τις απολύτως φιλοσοφικές και κοινωνιολογικές θέσεις του.
 
Στο λεξικό του Μπαμπινιώτη ως τελεολογία ορίζεται: «η αντίληψη ότι τα πάντα στον κόσμο διέπονται από ένα σκοπό, προς την εκπλήρωση του οποίου τείνουν». Ο Αριστοτέλης έφτασε στην αντίληψη αυτή με καθαρή παρατήρηση και λογική σκέψη, χωρίς δυνατότητες για  πειραματική εφαρμογή ή επιστημονική επαλήθευση, χωρίς εργαστηριακή υποδομή ή τεχνολογική βοήθεια. Ως εκ τούτου η τελεολογία είναι μη μετρήσιμη, δηλαδή μη χειροπιαστά αποδείξιμη με τον αμιγώς επιστημονικό τρόπο. Αφού δεν μπορεί να μετρηθεί, άρα δεν μπορεί να έχει δείκτες, δεν μπορεί να έχει πειραματική επαλήθευση, δεν μπορεί δηλαδή να αποκτήσει επιστημονική οντότητα. Παραμένει μια μεταφυσική σκέψη, ένα άλμα λογικής, θα λέγαμε ένα δόγμα, που οφείλει να γίνει αποδεκτό γιατί προσφέρει μια ερμηνεία.
 
Παρόμοιο δόγμα του Αριστοτέλη, στην ερμηνεία της κίνησης είναι το πρώτο κινούν που «κινεί όλα όσα βρίσκονται σε κίνηση χωρίς να κινείται το ίδιο και που πρέπει να είναι μάλλον ελκτικό παρά απωθητικό, αιώνιο, χωρίς υλικές διαστάσεις, χωρίς μέγεθος πεπερασμένο ή άπειρο και αμερές». (Δεν μπορεί να διαιρεθεί σε μέρη). Η αντίληψη για το πρώτο κινούν δίνει την εντύπωση περισσότερο μιας θεολογικής προσέγγισης – και μάλιστα σύγχρονης – παρά επιστημονικής τεκμηρίωσης. Η αριστοτελική θεωρία της κίνησης ίσχυσε για πολλούς αιώνες, όσο κράτησε η γεωκεντρική αντίληψη του κόσμου.
 
Την αντίληψη αυτή θα καταρρίψει πολύ αργότερα ο Γαλιλαίος που μίλησε για την αμετάτροπο κίνηση που είναι ομαλή κυκλική και δεν αποδίδεται σε κανένα κινούν. Με το Γαλιλαίο εισάγεται η σύγχρονη επιστημονική μέθοδος, όπου μόνο το πείραμα μπορεί να έχει αποδεικτική ισχύ και πηγή για κάθε επιστημονικά τεκμηριωμένη αντίληψη είναι η μέτρηση και μόνο η μέτρηση. Μπροστά σ’ αυτή τη νέα επιστημονική πνοή οι αριστοτελικές εικασίες αποδυναμώνονται. Ο επιστημονικός κόσμος χαράζει μια νέα πορεία όπου καμία φιλοσοφική προσέγγιση των φυσικών επιστημών δεν έχει θέση. Όταν πια ο Νεύτωνας παγίωσε τη θεωρία της αδράνειας στην κίνηση με τον περιβόητο τύπο F = m. γ ήταν τουλάχιστον αναχρονιστικό να μιλά κανείς για τον Αριστοτέλη.
 
Το χάσμα του Αριστοτέλη με τις επιστήμες παίρνει καθαρά συγκρουσιακό χαρακτήρα, αν αναλογιστούμε την καταπίεση της ανθρώπινης σκέψης από τη χριστιανική ηθική του πέτρινου μεσαίωνα. Η εκκλησία των γεωκεντρικών αντιλήψεων και της άυλης μεταφυσικής υπόστασης, όπως είναι λογικό, έκανε παντιέρα τον Αριστοτέλη, επιβάλλοντάς τον και καταπνίγοντας κάθε αντίθετη φωνή. (Η περίπτωση του Γαλιλαίου είναι αρκούντως κατατοπιστική). Μέσα σ’ αυτό το κλίμα η κατάρριψη της αριστοτελικής σκέψης αποτέλεσε βασικό στόχο των επιστημών, αφού, στην ουσία, επρόκειτο για την κατάρριψη της ίδιας της θεολογικής δικτατορίας που είχε οχυρωθεί πίσω της.
 
Υπό το κράτος των νέων επιστημονικών θεωριών δημιουργήθηκε ένα είδος αντιαριστοτελικού φανατισμού, καθώς οποιαδήποτε φιλοαριστοτελική στάση ταυτιζόταν πλέον με το θρησκευτικό σκοταδισμό. Η ταύτιση του Αριστοτέλη με την επικρατούσα μεσαιωνική εκκλησιαστική αντίληψη δεν είναι απλώς παρεξήγηση σε βάρος του, αλλά κατάφωρη αδικία απέναντι σ’ ένα φιλόσοφο – θεμελιωτή του ορθού λόγου, που από θέση αρχής προσπάθησε να φτάσει στην αντικειμενική αλήθεια παραβλέποντας κάθε άλλη οπτική πέρα από τη φυσική παρατήρηση.
 
Ο Αριστοτέλης μπορεί να μην είναι επιστήμονας με τη σύγχρονη έννοια – εξάλλου θα ήταν παράλογο να απαιτούμε κάτι τέτοιο από ένα στοχαστή που έδρασε τον 4ο αιώνα π. Χ. – ωστόσο, ανήκει σίγουρα σ’ αυτούς που έθεσαν τις βάσεις της επιστημονικής σκέψης. Σε κανένα σημείο δεν αναφέρει κανένα θεό ως κινητήρια δύναμη οποιασδήποτε δράσης, αλλά πάντα μελετά την ίδια τη φύση, όπως οφείλει κάθε επιστήμονας. Οποιαδήποτε σύνδεσή του με το χριστιανισμό είναι απολύτως αυθαίρετη, αλλά μπορεί να ερμηνευτεί, αν αναλογιστούμε το ολικό παράλογο αιώνων καταστολής της σκέψης, που, όπως είναι φυσικό, επέφερε την πόλωση θρησκείας – επιστήμης.
 
Ο Αριστοτέλης ταυτίστηκε με τη θεοκρατική φωνή της συντήρησης κι αυτό δεν έχει ξεπεραστεί ούτε στις μέρες μας. Ακόμη και στο λεξικό του Μπαμπινιώτη στο λήμμα τελεολογία (πέρα από τον ορισμό που ήδη παρατέθηκε) υπάρχει η συμπληρωματική φράση που χαρακτηρίζει το σκοπό ως «συνηθ. προκαθορισμένο από ένα υπέρτατο ον, τον θεό», αντίληψη, αριστοτελικά τουλάχιστον, απολύτως εσφαλμένη, αφού ο Αριστοτέλης δεν απέδωσε πουθενά την ύπαρξη του τελικού σκοπού πέρα από την ίδια τη φύση.
 
Μέσα σ’ αυτό το κλίμα είναι εύκολο να καταλάβουμε γιατί ο Αριστοτέλης θεωρείται μεταφυσικός φιλόσοφος. Δεν είναι μόνο το έργο του «Μετά τα φυσικά» που συνέβαλε στο χαρακτηρισμό αυτό, αλλά η ίδια η αντίληψη της τρέχουσας επιστήμης που τον τοποθετούσε στους μεταφυσικούς με την έννοια της θεολογικής στρέβλωσης. Αν θεωρήσουμε ως μεταφυσική σκέψη αυτή που δεν μπορεί να αποδειχθεί πειραματικά ή να μετρηθεί με οποιοδήποτε τρόπο, τότε ασφαλώς η τελεολογική θεώρηση του κόσμου είναι μεταφυσική σκέψη.
 
Όμως μεταφυσική σκέψη δεν είναι και ο απόλυτος χώρος του Νεύτωνα – «ένα τεράστιο, ακίνητο και παγκόσμιο σύστημα αναφοράς μέσα στο οποίο βρίσκεται και κινείται ολόκληρο το σύμπαν» – αφού δεν είναι ούτε μετρήσιμος ούτε αντιληπτός με τις αισθήσεις; Και τελικά, σε τι διαφέρει, ως προς το μεταφυσικό κομμάτι, ο απόλυτος χώρος του Νεύτωνα από το αριστοτελικό πρώτο κινούν; Ο χωρόχρονος του Αϊνστάιν και οι καμπυλώσεις του – η γνωστή ιστορία με το σεντόνι που καμπυλώνει και που εξηγεί τις πλανητικές κινήσεις – είναι ή όχι μεταφυσική σκέψη; Αν δεχτούμε ότι η αποκορύφωση της ανθρώπινης επιστημονικής σκέψης καταλήγει και πάλι σε μεταφυσικά συμπεράσματα, τότε γιατί τόσος αρνητισμός προς το μεταφυσικό της αριστοτελικής τελεολογίας;
 
Σήμερα υπάρχουν φωνές που δικαιώνουν τον Αριστοτέλη τόσο στη βιολογία, όσο και στη κβαντική μηχανική. Τελικά, το αν η τελεολογία ισχύει ή όχι έχει μικρή σημασία, καθώς η πορεία της ανθρώπινης επιστημονικής σκέψης εξελίσσεται μόνο μέσα από ανατροπές, γεγονός που βεβαιώνει ότι οι αλήθειες του σήμερα προφανώς θα είναι η ιστορία του αύριο κι ότι ανά πάσα στιγμή το μεγαλύτερο επιστημονικό δεδομένο μπορεί να γίνει μουσειακό είδος. Σημασία έχει η ίδια η ανθρώπινη σκέψη, που διαρκώς αναζητά μια βαθύτερη αλήθεια αδυνατώντας να την πλησιάσει (σ’ έναν αγώνα που προφανώς δεν θα τελειώσει ποτέ) και που τελικά καταφεύγει στη μεταφυσική, δηλαδή στην έσχατη υπόθεση, καθώς δεν μπορεί να πράξει διαφορετικά.
 
Όμως, οι μεταφυσικές υποθέσεις της επιστήμης δε σχετίζονται επ’ ουδενί με τη θρησκευτικότητα, αφού η επιστήμη λειτουργεί μόνο μέσα από τη διαρκή αναζήτηση, ενώ οι θρησκείες ανακόπτουν κάθε αναζήτηση. Οι επιστήμες δεν θεωρούν τίποτε δεδομένο και γι’ αυτό δε σταματούν να εξελίσσονται, ενώ οι θρησκείες θεωρούν τα πάντα δεδομένα και απεχθάνονται τις εξελίξεις. Η μεταφυσική των θρησκειών εκτοπίζει τη σκέψη, αφού δεν αφήνει κανένα περιθώριο, ενώ οι επιστήμες την αποθεώνουν. Ουσιαστικά, αντιπαραβάλλεται η μεταφυσική της πνευματικής εγρήγορσης με τη μεταφυσική της πνευματικής νωθρότητας. Το να συγκαταλέγουμε την αριστοτελική μεταφυσική στην θεοκρατική – θρησκευτική αντίληψη, δεν είναι απλώς παρανόηση, είναι η απόλυτη σύγχυση εννοιών.