Σάββατο, 13 Μαΐου 2017

Πώς το παρελθόν μας και τα βιώματά μας επηρεάζουν τη σχέση μας

Το παρελθόν μας – όλα εκείνα τα πράγματα που κουβαλάμε από αυτό -επαναλαμβάνεται μέσα από τη ζωή μας. Υπάρχει στις αναλαμπές της παιδικής μας ηλικίας, σε εικόνες και συναισθήματα που μερικές φορές μοιάζουν ασύνδετα το ένα με το άλλο. Υπάρχουν αναμνήσεις από λακκούβες γεμάτες λάσπη, πρόσωπα, παιχνίδια, δωμάτια, αυλές, σύννεφα ή το φως του ήλιου που ακουμπά στο πλάι μιας αποθήκης. Το σώμα μας «θυμάται» τις φορές που αποτύχαμε και τις φορές που κατορθώσαμε κάτι σπουδαίο. Θυμάται ακόμα τη θλίψη και τον φόβο που βιώσαμε, την οργή, την εμπιστοσύνη και την ελπίδα.
 
Με τη βοήθεια της προσαρμοστικότητας, λαμβάνουμε τα βιολογικά μας χαρακτηριστικά και επιβιώνουμε την παιδική μας ηλικία αγνοώντας τα μέρη του εαυτού μας που παραμένουν υποσυνείδητα. Μπορεί να απορρίψουμε όλα εκείνα που δυσαρεστούν τους γονείς μας και να θεωρήσουμε τις άμεσες σωματικές αντιδράσεις τους απέναντί μας ως μια αναπαράσταση όλου του κόσμου με αποτέλεσμα να χτίσουμε τις προσδοκίες και τις στρατηγικές μας με βάση αυτές.
 
Μετά την παιδική ηλικία, καθώς αρχίζουμε να ερευνούμε και να προσαρμοζόμαστε σε διάφορα καινούρια συστήματα, αρχίζουμε να αναγνωρίζουμε την αυθαίρετη φύση τους. Η διαπίστωση μπορεί να μας οδηγήσει σταδιακά και φυσικά προς την επανασύνδεση με τα μέρη του εαυτού μας που είχαμε παραμελήσει. Αυτή τη μετάβαση συχνά ακολουθεί ένα μείγμα αποδοχής και θλίψης.
 
Οι εμπειρίες της παιδικής μας ηλικίας διαμορφώνουν τις προσδοκίες μας στις σχέσεις, καθώς και τον τρόπο δημιουργίας δεσμών. Οι συγκεκριμένες εμπειρίες μπορεί να δημιουργήθηκαν στην προ-λεκτική φάση, και μπορεί να μην έχουμε τη δυνατότητα να τις εκφράσουμε με σαφείς λέξεις ακόμα και προς τον ίδιο μας τον εαυτό. Όταν όμως οι σχέσεις φτάνουν σε ένα συγκεκριμένο σημείο και γίνονται πιο στενές, συχνά ξεπηδούν από μέσα μας, ίσως με τη μορφή του φόβου ή του θυμού, ως μια αυτοματοποιημένη αντίδραση που συμβαίνει χωρίς να το καταλαβαίνουμε και συνήθως το αντιλαμβανόμαστε αργότερα, όταν το σώμα μας πλέον είναι ήρεμο.
 
Η ικανοποίηση των αναγκών μας εξαρτάται από τον τρόπο που συνέβαινε από γενιά σε γενιά
Όταν οι ανάγκες μας καλύπτονται από τους γονείς μας αλλά και από εμάς σωστά και με συνέπεια κατά τη διάρκεια της παιδικής ηλικίας, το συγκεκριμένο μοτίβο δημιουργίας δεσμών είναι πιθανό να συνεχιστεί σε όλες τις γενιές. Ασφαλής προσκόλληση/δεσμός σημαίνει ότι ξέρουμε πώς να είμαστε απέναντι στον εαυτό μας και απέναντι στους άλλους.
Οι δύο ακραίοι τύποι προσκόλλησης/δεσμού (αγχώδης/αποφευκτικός) προκύπτουν όταν οι γονείς δεν ξέρουν πώς να ανταποκρίνονται σε συγκεκριμένες συμπεριφορές ή συναισθήματα. Ίσως κανείς δεν τους βοήθησε να διαμορφώσουν αυτή την ικανότητα ή ίσως βιώσαν τραύματα που επηρέασαν την ικανότητά τους να ανταποκρίνονται στις ανάγκες μας. Όποια κι αν είναι η αιτία, όταν στην παιδική μας ηλικία υπάρχει αδυναμία ικανοποίησης των αναγκών μας, είναι πιθανό να αρχίσουμε να χωριζόμαστε από κάποιες πλευρές του εαυτού μας και να χάσουμε τη σχέση με αυτές καθώς και με τους άλλους.
Όταν ένα άτομο με περιορισμένη ανοχή στα εσωτερικά ερεθίσματα γίνεται γονέας, ένα σύνολο «περιοριστικών» ικανοτήτων συχνά περνά στην επόμενη γενιά. Με άλλα λόγια, τα παιδιά μαθαίνουν ότι είναι καλύτερο να αποφεύγουν το δυσάρεστο συναίσθημα τόσο απέναντι στον εαυτό τους όσο και στους άλλους. Από τη μια πλευρά, αυτό είναι κάτι που μπορεί να υιοθετηθεί και ακόμη να φανεί χρήσιμο αφού βασίζεται στις εμπειρίες. Από την άλλη, η προστασία του εαυτού μας από τα εσωτερικά ερεθίσματα μπορεί να μετατραπεί σε μια περιοριστική οπτική μέσα από την οποία τα παιδιά μαθαίνουν τον κόσμο και αυτό το μοτίβο ενδέχεται να διαιωνιστεί.
 
Ο γονέας δεν είναι ο μοναδικός δάσκαλος. Τα παιδιά μαθαίνουν από τα αδέλφια τους, από τους συγγενείς, μέσα από τα δυσάρεστα γεγονότα, μέσα από τα πολλά απρόβλεπτα της ζωής. Στις περιπτώσεις που ένα παιδί αποτυγχάνει να προσδιορίσει την αίσθηση του εαυτού του ή πτυχές του εαυτού του χάνονται, ένα διαφορετικό μοτίβο – ένα μοτίβο ψυχικής αποσύνδεσης – μπορεί να συνεχίσει από γενιά σε γενιά και να οδηγήσει σε ακραίες αντιδράσεις και πόλωση. Αυτή η ανασφαλής προσκόλληση μπορεί να είναι αποφευκτική ή αγχώδης, μια εσωτερικευμένη αίσθηση ψυχικής ακαμψίας ή χάους, μια αίσθηση είτε του «υπερβολικού» είτε του «όχι αρκετού».
 
Ολοκλήρωση μέσω της διαφοροποίησης
Τόσο εσωτερικά όσο και εξωτερικά, θα πρέπει να προσδιορίσουμε τα κομμάτια του παζλ πριν το φτιάξουμε. Πρώτα χωρίζουμε, αναγνωρίζουμε και προσδιορίζουμε. Χωρίζουμε προκειμένου να διαφοροποιηθούμε, να εντοπίσουμε τις παρούσες αλλαγές από τον προηγούμενο χωρισμό. Ύστερα κάνουμε σχέσεις. Κάνουμε σχέσεις για να πειραματιστούμε, να μοιραστούμε ό,τι έχουμε μάθει, να αποκαλύψουμε τον εαυτό μας ο ένας στον άλλο, να δείξουμε στους άλλους πώς να μας φέρονται ή για να δείξουμε σε διάφορες πλευρές του εαυτού μας πώς να αντιμετωπίζουν άλλες πλευρές.
 
Μια σημαντική πρόκληση είναι η υποβόσκουσα «επιθυμία» των δύο ακραίων τύπων προσκόλλησης/δεσμού ότι κάποιος άλλος θα έρθει να μας σώσει ή να μας δώσει αξία, θα μας φροντίσει ή θα μας προσδιορίσει. Αυτή η επιθυμία συχνά είναι το αποτέλεσμα μιας εμπειρίας από την παιδική μας ηλικία που τελικά δεν πραγματοποιήθηκε. Για να έχουμε εμείς τον έλεγχο της ζωής μας, πρέπει να αποκοπούμε από αυτή την επιθυμία.
 
Η απόκτηση του ελέγχου αυτού συχνά προκύπτει σταδιακά: «Αν οι άλλοι δεν με βοηθήσουν, εγώ τι πρέπει να κάνω;». Συχνά η απόκτηση του ελέγχου συμπίπτει με μια σχέση ή λαμβάνει χώρα σε μια οργανωμένη κοινωνία. Ίσως υπάρχει μια υποβόσκουσα αποδοχή στο να αφήνουμε τα πράγματα να πάρουν τον δρόμο τους και ταυτόχρονα μια αναγνώριση του τι πραγματικά συμβαίνει: «Αυτή τη στιγμή, ακόμη και χωρίς να έχω λύσει τα ζητήματα που κουβαλώ από το παρελθόν, είμαι καλά. Λυπάμαι για τις στιγμές που δεν ένιωθα καλά. Μαθαίνω όσα οι γονείς μου αγνοούσαν εκείνη την εποχή. Οι ανάγκες μου πλέον ικανοποιούνται και το σώμα μου είναι ήρεμο».
 
Ενστικτώδης συμπεριφορά: η αντίδραση μάχης ή φυγής στην εξέλιξη ενός παιδιού
Σε περίπτωση που οι γονείς μας ενεργοποιούσαν τα συναισθήματα ή τη συμπεριφορά μας με τρόπο που να προκαλεί την αντίδραση μάχης, χάνουμε τη δυνατότητα να δράσουμε και μπορεί να νιώθουμε ότι εισέβαλαν σε σημαντικό βαθμό. Πρόκειται για δομικό στοιχείο της αποφευκτικής προσκόλλησης και μας κάνει να νιώθουμε μια εσωτερικευμένη, συνεχή αίσθηση ελέγχου, συναισθηματικής απόρριψης και αδιαφορίας. Νιώθουμε ότι οι ανάγκες μας δεν έχουν σημασία, ότι χάνουμε τον εαυτό μας. Έτσι, είναι πιθανόν να αποφασίσουμε να μην δίνουμε τίποτα άλλο πλέον, να αναδιπλωθούμε.
 
Αυτές οι ακραίες αντιδράσεις αντιπροσωπεύουν την ιδιαίτερή μας θέση σε ένα παγκόσμιο πρότυπο βασικών ανθρώπινων αντιδράσεων – μάχη, φυγή ή πάγωμα – και απεικονίζουν τους τρόπους που αυτό το μοτίβο διαδίδεται από τη μία γενιά στην επόμενη.
 
Άλλες φορές, όταν ένας γονέας απομακρύνεται από κάτι που εμείς αντιλαμβανόμαστε ως ιδιαίτερης σημασίας για τον εαυτό μας, εσωτερικεύουμε αυτή την αντίδραση φυγής και συνεχίζουμε να εγκαταλείπουμε τον εαυτό μας σε όλη μας τη ζωή θεωρώντας ότι κάποιο κομμάτι μας είναι άσχημο και πρέπει να παραμείνει κρυφό. Αυτή η πεποίθηση καθώς και η επακόλουθη δημιουργία προτύπων εσωτερικής πόλωσης που απλώς ενισχύουν το κομμάτι μέσα μας ώστε να γίνει πιο εμφανές, χαρακτηρίζουν τον τύπο προσκόλλησης που είναι γνωστός ως αγχώδης.
 
Λαμβάνοντας υπόψη την υψηλή συχνότητα ύπαρξης ακραίων μορφών προσκόλλησης σε πολιτιστική αλλά και παγκόσμια κλίμακα, είναι πολύ σημαντικό να ξεκινήσουμε να εξερευνούμε τις δικές μας αντιδράσεις. Σε θεμελιώδες επίπεδο, η επίγνωση και ο συντονισμός με τις δικές μας φυσικές βιολογικές αντιδράσεις μπορούν να επηρεάσουν τις επόμενες γενιές.