Δευτέρα, 15 Μαΐου 2017

Ηράκλειτος: Πόλεμος πατήρ πάντων

Ένα από τα πιο γνωστά αποσπάσματα του Ηράκλειτου είναι το απόσπασμα 53 για τον πόλεμο:

 «Πόλεμος πάντων μὲν πατήρ ἐστι, πάντων δὲ βασιλεύς, καὶ τοὺς μὲν θεοὺς ἔδειξε τοὺς δὲ ἀνθρώπους, τοὺς μὲν δούλους ἐποίησε τοὺς δὲ ἐλευθέρους»

«Ο πόλεμος είναι ο πατέρας των πάντων και των πάντων βασιλιάςˑ κι άλλους τους ανέδειξε θεούς κι άλλους ανθρώπους· άλλους τους έκανε δούλους κι άλλους ελεύθερους»                    

Θεμελιακό πρόταγμα της Ηρακλείτειας σκέψης είναι ο πόλεμος. Στο παρόν απόσπασμα, πιο ρητά στο απ. 80, παρουσιάζεται να είναι κοινός, όπως σε άλλα αποσπάσματα ο Λόγος. Πώς κατανοείται τελικά αυτή η έννοια; Δεν είναι μόνο και κυρίως μια δύναμη κοινωνική, αλλά η πιο ισχυρή, ακατάλυτη και υπέρτατη δύναμη, που είναι εγκατεστημένη μέσα στα πράγματα, μέσα στον κόσμο, μέσα στην ολότητα και διέπει τις εσωτερικές, ως προς την ίδια την ουσία των όντων, συγκρούσεις, αντιμαχίες, καθώς και τις αντίστοιχες μεταξύ αυτών των όντων. Έτσι ο πόλεμος συνδυάζει: εναντιότητες, αντιθέσεις, ενοποιήσεις. Όπως ερμηνεύει ο Χάιντεγκερ, ο πόλεμος είναι ο αγώνας, η έρις, που μας διανοίγει στις αυθεντικές αντιμαχίες ή συγκρούσειςˑ αυτές δε με τη σειρά τους μας διανοίγουν στην αρμονία. Όλη αυτή η κίνηση από την αντιμαχία στην αρμονία και αντίστροφα είναι ένας περιορισμός, αλλά όχι με την κοινή έννοια της ορισμένης οριοθέτησης, του περίκλειστου ορίζοντα, του φραγμού. παρά ως προχώρηση έξω απ’ αυτόν το φραγμό, από το προκαθορισμένο όριο, προς ένα άνοιγμα, μια έκ-θεση, δηλαδή τοποθέτηση έξω από το δεδομένο πλαίσιο.

Τι σημαίνει αυτό το άνοιγμα εν τέλει; Είναι μια δείξη προς έναν περι-ορισμό με το νόημα του προ-ορισμούˑ εκείνου του προ-ορισμού που διαγράφει μια πορεία προς πλήρωση της ουσίας των όντων. Ο αγώνας/πόλεμος αφορά έτσι το ίδιο το Είναι των όντων, γι’ αυτό και είναι ο γεννήτοράς τους: τα φέρνει στο γίγνεσθαι, αλλά συγχρόνως τα διαφυλάσσει μέσα στο Είναι ή άλλως τα διοικεί, τα ισορροπεί, τα εναρμονίζει με τον εαυτό τους και με το Είναι. Τούτο βέβαια αποκλείει δυο τινά: ούτε κηρύσσει την αδράνειά τους ούτε τα ρίχνει μέσα στα καθημερινά είδη των ταραχών, των αναστατώσεων, μέσα στην άρρυθμη οχλοβοή. Δεν υπάρχουν καθεαυτούς θεοί, μας λέει ο Χάιντεγκερ, ούτε καθεαυτούς άνθρωποι ή κυρίαρχοι ή δούλοι. Εννοεί πως δεν υπάρχουν ως οντολογικά πρώτα αυτά και άλλα παρόμοια όντα, αλλά οντολογικά πρώτος είναι ο πόλεμος, ο αγώνας, η πάλη, η μάχη και η διαμάχη, που δημιουργεί την αποφασιστική δυνατότητα για ζωή και για θάνατο. Η ευδοκίμηση, που προκύπτει από εδώ συνάπτει τα όντα εκάστοτε με την οντολογική τους συνθήκη ή κατάσταση.

Ο πόλεμος, ως εκ τούτου, κάνει τους ανθρώπους είτε ελεύθερους είτε σκλάβους, πρωτίστως οντολογικά και συναφώς κοινωνικά. Η παρούσα κοινωνική οντολογία του σκλάβου και του ελεύθερου είναι ανάλογη με την οντολογική σχέση θεού και ανθρώπου. Ο πόλεμος, ως συμπαντικός που είναι, δεν εξαιρεί και τη ζωή της πόλης. Εδώ οι αντιμαχόμενες δυνάμεις είναι οι πολλοί, που έχουν απορροφηθεί από τις υλικές απολαύσεις και τα πλούτη, δηλαδή από την αποχαύνωση, και οι λίγοι άριστοι, που καλλιεργούν το Λόγο και πράττουν σύμφωνα με τη δικαιοσύνη. Κριτήριο για το ποιοι είναι οι άριστοι και ποιοι οι καθεύδοντες, οι αποχαυνωμένοι, δεν είναι υποχρεωτικά η κοινωνική τους θέση, αλλά η εναρμόνισή τους με τον αεί παρόντα κοινόν Λόγο. Πρακτικά τούτο σημαίνει πως κρίνονται ως άριστοι ή μη από το πώς υπερασπίζονται τα τείχη της πόλης –τα τείχη με την ευρύτερη μεταφορική σημασία– και όχι από τις εθνομηδενιστικές τάσεις. Από το ήθος και όχι από την διεφθαρμένη φύση του ενός ή του άλλου, από την προσηλωμένη βούληση στην αυθεντική κοινότητα των ανθρώπων και όχι από την παράδοση της πόλης στα αλλότρια συμφέροντα των υβριστών και προδοτών.

Απέναντι όμως στη διεφθαρμένη συντεχνία των δοσίλογων εξουσιαστών ο λαός πρέπει να αντιτάσσει τη δική του γραμμή υπεράσπισης της πόλεως. Δεν μπορεί να την αρνείται, εν ονόματι της διαφθοράς, αλλά να μάχεται για την καλύτερη δυνατή κοινότηταˑ την κοινότητα που θα έχει ως βάση της τη δικαιοσύνη και θα αποβλέπει στην επικράτηση του κοινού Λόγου, της συμπαντικής αρμονίας νοημάτων και αντίστοιχων τρόπων ζωής: όχι το απλώς ζην, αλλά το καλώς ζην. Η δικαιοσύνη, κατ’ αυτή την έννοια, δεν νοείται από τον Ηράκλειτο ως ο ένας ή ο άλλος μεμονωμένος νόμος, αλλά ως η ύψιστη πραγματικότητα του πολέμου για συμπαντική δικαιοσύνη. Τούτο δεν παραπέμπει σε έναν αγώνα απλώς για κάποιο αθροιστικό σύνολο νόμων –κι αυτό είναι καλό και απαραίτητο– αλλά για την εγκυρότητα του δικαίου ή του νόμου ως τέτοιου, με βάση αυτή τούτη τη Λογική τάξη του κόσμου. Η αναγκαία λοιπόν για την πόλη δικαιοσύνη –που είναι απρόσιτη για τα φαρμακερά βέλη των ξιπασμένων κυβερνητών της πόλεως, αλλά και φοβερός τιμωρός τους– αναδύεται μέσα από τη σύγκρουση ως η κανονικότητα, ο ρυθμός, ο συνεκτικός δεσμός πόλεως και κοσμικού γίγνεσθαι.