Τετάρτη, 17 Μαΐου 2017

Καθοδόν προς τον κόσμο των Προσωκρατικών

Η γένεση της προσωκρατικής φιλοσοφίας

§1. Ανήκει στη μοίρα του ανθρώπου να ταξιδεύει μέσα στο χρόνο και να επισταθμεύει σε περιόδους, που κυοφορούν μια φωτεινή απαρχή της ανθρώπινης σκέψης, παρά και ενάντια ενίοτε στο σκοταδισμό των καιρών. Αυτό είναι εξάλλου το κύριο χαρακτηριστικό της ιστορίας, που παρηγορεί την απαρηγόρητη, κατά τα άλλα, ανθρώπινη ζωή. Μια τέτοια περίοδος είναι εκείνη της γένεσης της ελληνικής φιλοσοφίας, που μας διανοίγει ολοταχώς προς την ζωοδότρα εστία της προσωκρατικής φιλοσοφίας. Η τελευταία αρχίζει να αναδύεται στην ιστορική σκηνή, κατά τον 6ο αι. π.Χ., ως ορθολογικός στοχασμός ορισμένων διανοητών έναντι του ασύντακτου, αλλά άκρως παντοδύναμου ακόμη μυθολογικού τρόπου σκέψης. Υπόσχεται να καθιδρύσει ένα νέο σκέπτεσθαι στη ζωή του ανθρώπου και του πολιτισμού του, που να συνδυάζει θεωρητική ερμηνεία του σύμπαντος κόσμου και πρακτική αντιμετώπιση καίριων ζητημάτων της οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής οργάνωσης του ανθρώπινου κόσμου. Γι’ αυτό και ο λόγος των προσωκρατικών διανοητών δεν εκτυλίσσεται ερήμην του κοινωνικού και πολιτικού γίγνεσθαι, αλλά σε συνδυασμό με πρακτικές τους συμβολές για τη θεσμική συγκρότηση της πόλεως, για τη χάραξη αποτελεσματικής πολιτικής στρατηγικής, για την αντιμετώπιση δυσοίωνων καταστάσεων, για μια στοχαστική θεώρηση του θείου κ.λπ. Πρόκειται για ένα ανεπανάληπτο επίτευγμα της ιστορίας, το οποίο όμως δεν προέκυψε στιγμιαία και αιφνίδιαˑ κυοφορήθηκε καθ’ όλο τον προηγούμενο χρόνο και δέσποσε στο κέντρο της ζωής, ευθύς με την ωρίμανση όλων των υλικών και πνευματικών συνθηκών. Παρόμοιο επίτευγμα πάνω σε ελληνικό έδαφος και από αληθινούς δημιουργούς είναι και εκείνο της δημοκρατίας.

 §2. Γενέθλιος τόπος της δημοκρατίας είναι η Αθήναˑ όχι όμως και της ελληνικής φιλοσοφίας. Γενέθλιος τόπος της τελευταίας, υπό τη μορφή του προσωκρατικού στοχασμού, είναι οι ελληνικές αποικίες της Μικράς Ασίας, με βασική κοιτίδα τη Μίλητο, από όπου κατάγονται οι τρεις Μιλήσιοι διανοητές: Θαλής, Αναξίμανδρος και Αναξιμένης. Επίσης η Κολοφώνα, πατρίδα του Ξενοφάνη, η Έφεσος (Ηράκλειτος), η Σάμος (Πυθαγόρας-Μέλισσος), οι Κλαζομενές (Αναξαγόρας) τα Άβδηρα (Λεύκιππος και Δημόκριτος) κ.α. ή ακόμη και οι εποικισμένες περιοχές της κάτω Ιταλίας και της Σικελίας, η Ελέα και ο Ακράγαντας (Ζήνων, Παρμενίδης, Εμπεδοκλής). Ωστόσο, η Αθήνα αναδείχτηκε, στα μετέπειτα χρόνια, σε κέντρο πνευματικών ζυμώσεων, οι οποίες δεν θα έπρεπε να αμφισβητούν τα καθιερωμένα όρια του υγιούς κοινού νου. Κάθε υπέρβαση του status της μαζικής κουλτούρας τιμωρούνταν με θάνατο ή εξορία, όπως συνέβη με τον Σωκράτη, τον Αναξαγόρα, τον Πρωταγόρα κ.α., και θα συνέβαινε επίσης με τον Αριστοτέλη, μετά το θάνατο του Αλεξάνδρου, εάν δεν έφευγε από την Αθήνα. Τέτοια φαινόμενα αποτελούν ιστορικά τεκμήρια για το πώς η φιλοσοφία, χωρίς να εχθρεύεται την καθημερινότητα, είναι το ευθέως αντίθετο προς την επιδερμική, τη λεγόμενη μαζική, κουλτούρα αυτής της καθημερινότητας. Σύμφωνα με τον Χέγκελ, η φιλοσοφία θεωρείται για τον κοινό νου μια ανεστραμμένη Λογική. Η καλλιέργεια συνεπώς της φιλοσοφίας, πολύ περισσότερο δε η άσκησή της, εκκινεί από την αναγκαιότητα να δίνει νέα πνοή στο πνεύμα της εποχής (Zeitgeist) και να το ανυψώνει σε αυθεντικό θεωρεῖν, που σημαίνει: σε εποπτική σκέψη, σε κατανοητική ερμήνευση του πραγματικού. Εδώ έγκειται και η μεγάλη αξία του γεμάτου ελληνική ιδιοφυία συμβάντος της σκέψης, που ονομάζεται προσωκρατική φιλοσοφία.

§3. Για τον άνθρωπο, επομένως, που θέλει να φιλοσοφεί αληθινά, η φιλοσοφία δεν αποτελεί μια απλώς επαγγελματική απασχόληση, δικαιολογητική για υποχθόνιες σκοπιμότητες και ιδιοτελείς υπολογισμούς, όπως συμβαίνει κατά πολύ σήμερα με ορισμένους κηφήνες, που από καθέδρας ασχολούνται με τη φιλοσοφία ως διορισμένοι υπάλληλοι των διαφόρων κέντρων ή παράκεντρων εξουσίας, εκείνα δηλαδή που ο Σαρτρ αποκαλούσε παρακράτος. Η τάση της ελληνικής φιλοσοφίας, από τις απαρχές της ακόμη, αποβλέπει στην υπηρέτηση θεωρητικών σκοπών, στενά συνυφασμένων με πρακτικούς σκοπούς. Αυτή είναι η χαρακτηριστική κορυφογραμμή της προσωκρατικής φιλοσοφίας. Δυνάμει αυτής της γραμμής, η φιλοσοφία επανέρχεται στην επι-φάνεια της ανθρώπινης πραγματικότητας ως αληθινή φιλοσοφία, ως η διαλεκτική ερμηνεία του κόσμου. Όπως μας λέει ο Πλάτων, ο αληθινός φιλόσοφος δεν έχει καμιά σχέση με εκείνον τον τύπο ανθρώπου, που ασωτεύει αχαλίνωτα, ενίοτε μάλιστα μεταμφιέζεται σε φιλομαθή και διαλαλεί πως τάχα του αρέσει η φιλοσοφία, την ίδια στιγμή που η «ακρόπολη της ψυχής του … είναι άδεια από γνώσεις και ωραίες ενασχολήσεις και από αληθινούς στοχασμούς» (Πολιτεία 560b). Απεναντίας, ο πραγματικός φίλος της σοφίας [=φιλό-σοφος] αντιμετωπίζει το ρεύμα της ζωής μέσα από την πιο βαθιά γνωριμία με την ιδέα του αγαθού, ώστε να αγαπά τη σοφία και να την αγαπά ολοκληρωτικά. Προς τούτο καλλιεργεί την έμφυτη ορμή της φιλομάθειας –έμφυτη σε κάθε άνθρωπο– εξευγενίζει ενθουσιαστικά την ψυχή του ως τα απώτερα ύψη και βάθη της, για να επιτύχει τελικά, σε κάποια ευλογημένη στιγμή, την πλήρη ταύτισή του με τη φιλοσοφία. Μια τέτοια ταύτιση σημαίνει πως ο φιλομαθής μετουσιώνει σε ύψιστη αρχή του βίου του τη διαλεκτική και μάλιστα ως την πιο ακαταμάχητη ερμηνευτική δύναμη.

§4. Εάν λοιπόν ο Πλάτων έφτασε να συλλάβει σε μια εντελή μορφή τη διαλεκτική, είναι γιατί προηγήθηκε όλη η, κατά την ορολογία του Νίτσε, προπλατωνική, κοινώς προσωκρατική φιλοσοφία, της οποίας ο Λόγος εν γένει σμιλεύτηκε με εξόχως διαλεκτικό τρόπο, ανεξάρτητα, εάν η έννοια της διαλεκτικής δεν είχε εισαχθεί ακόμη ως αντικείμενο έρευνας. Πώς εξηγείται αυτή η διαλεκτική αφύπνιση του Λόγου, χωρίς την προ-απαιτούμενη διανοητική/φιλοσοφική προπαιδεία. Εξηγείται από το γεγονός ότι αυτή τούτη η διαλεκτική δεν αντανακλά απλώς έναν τρόπο εξωτερικής επικοινωνίας, κοινής συνομιλίας ή εμπειρικής αποτίμησης, αλλά τη βαθύτερη ουσία του ανθρωπίνως υπάρχειν. Πώς έχει αυτό το υπάρχειν στα χρόνια γένεσης της ελληνικής φιλοσοφίας; Σε όλες τις εκφάνσεις της ανθρώπινης ζωής είναι ενεργές ποικίλες θεολογικές δοξασίες, όχι σπάνια με τη μορφή Θεογονιών και Κοσμογονιών, και αποτελούν την πρωταρχική ύλη για την εξήγηση της καταγωγικής αρχής των όντων. Το σύνολο σχεδόν των δοξασιών του ελληνικού κόσμου διέπεται από την παντοκρατορία του μύθου, που αποτελεί αστείρευτη πηγή ερεθισμάτων, εμπνεύσεων, φαντασιακών εκλεπτύνσεων ή παρορμήσεων για υψηλή ποίηση (π.χ. Όμηρος ή Ησιοδος), για μεταφυσικές, ήτοι μυστικιστικές συλλήψεις (π.χ. Ορφισμός), ή για εξυμνήσεις του ήθους ή του θείου. Στην δομική ενδοχώρα ωστόσο του μυθολογικού πλούτου μπορεί να εντοπίσει κανείς και κάποια φιλοσοφικά προμηνύματα, που προοιωνίζονται, κατά κάποιο τρόπο, την έλευση του φιλοσοφικού στοχασμού των προσωκρατικών. Πάντως, το κύριο γνώρισμα αυτού του στοχασμού είναι η τιτάνια προσπάθεια να δώσει ορθολογικές εξηγήσεις στα φαινόμενα της φύσης και του κόσμου σε συνδυασμό πάντα και με ένα πρότυπο κοινωνικοπολιτικής ηθικής. Έτσι, όταν η προσωκρατική σκέψη εκκινεί από την ερμηνεία της φύσης, νοούμενης ως οντολογικής αρχής του κόσμου, δεν παραλείπει να ασχοληθεί και με συναφή οντολογικά, γνωσιοθεωρητικά ή ηθικά προβλήματα, σχετικά με τη δημόσια ή ιδιωτική ζωή των ανθρώπων, ως ζωτικών μελών της πόλεως, και να κατανοήσει την ενδότερη Λογική κίνηση της εν λόγω πραγματικότητας. Κατ’ αυτόν τον τρόπο αναπτύσσει έναν Λόγο, που ενσαρκώνει, κατά το δυνατόν, αυτή την κίνηση και αποστέργει μυθολογικές εξηγήσεις. Βέβαια, μια τέτοια δυναμική εκδίπλωση του προσωκρατικού Λόγου δεν ήταν ούτε μπορούσε να είναι ενιαίαˑ ήταν ωστόσο κατ’ εξοχήν διεισδυτική και διαλεκτική.