Σάββατο, 6 Μαΐου 2017

Η συγκάλυψη δικαιολογείται, η προσποίηση όχι

Για τον λόγο αυτό, επιθυμώ εδώ να συστήσω εμφατικά την αποφυγή κάθε επιτήδευσης και προσποίησης. Κατ’ αρχάς, τούτη επισύρει την περιφρόνηση, καθώς συνιστά, πρώτον μεν, απάτη -η οποία αποτελεί καθ’ εαυτήν έκφραση δειλίας, αφού έχει ως βάση της τον φόβο-, δεύτερον δε, αυτοκαταδίκη εκείνου που την επιλέγει, καθώς ο άνθρωπος αυτός επιθυμεί να εμφανίζεται ως κάτι που δεν είναι, το όποιο αυτό κάτι, συνεπώς, το θεωρεί καλύτερο απ’ αυτό που όντως είναι.

Η προσποίηση κάποιου ότι έχει ένα προσόν και η καυχησιολογία του περί αυτού δεν είναι παρά μία ομολογία ότι δεν το έχει. Όταν κάποιος καυχάται για κάτι – είτε αυτό είναι γενναιότητα είτε λογιοσύνη είτε πνεύμα είτε χιούμορ είτε επιτυχία στις γυναίκες είτε πλούτη είτε αριστοκρατική καταγωγή είτε οτιδήποτε άλλο-, τότε μπορεί κανείς από την καυχησιολογία του να συμπεράνει ότι έχει κάποια έλλειψη ακριβώς σ’ αυτό για το όποιο καυχάται- διότι, βέβαια, όποιος έχει πράγματι και πλήρως ένα προσόν δεν διανοείται ούτε να κάνει επίδειξη ούτε να προσποιηθεί κάτι, αλλά είναι ήρεμος ως προς αυτό. Τούτο είναι και το πραγματικό νόημα του Ισπανικού γνωμικού herradura que chacolotea clavo le falta (από το πέταλο που κροταλίζει [sic] λείπει ένα καρφί).

Ωστόσο, όπως εξαρχής ελέχθη, δεν πρέπει κανείς ν’ αφήνει τα ηνία από τα χέρια του και να κάνει τον εαυτό του να φανεί όπως ακριβώς είναι, καθώς το φαύλον και κτηνώδες της ανθρώπινης μας φύσης απαιτεί όντως συγκάλυψη. Τούτο, όμως, δικαιολογεί μόνο το αρνητικό, την συγκάλυψη, όχι όμως και το θετικό, την προσποίηση. Επίσης, πρέπει να γνωρίζει κανείς ότι η προσποίηση ενός ανθρώπου αναγνωρίζεται πριν καν γίνει σαφές το τι ακριβώς προσποιείται.

ARTHUR SCHOPENHAUER, ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΠΡΑΚΤΙΚΗΣ ΣΟΦΙΑΣ