Παρασκευή, 26 Μαΐου 2017

Προς μια φιλοσοφία της τεχνολογίας

Ο άνθρωπος ως κατοικίδιο ζώο της τεχνικής

§1: Η οντολογική συνθήκη του ανθρώπου, στη σημερινή πλανητική εποχή, είναι η πλαισιοθέτησή (Ge-stell) του, σημειώνει με νόημα ο Χάιντεγκερ. Πρόκειται για τη Μοιραία (Geschcklich) περικύκλωσή του από μια τόσο ανεπτυγμένη τεχνολογία, και μάλιστα σε επίπεδο Πληροφορικής Τεχνολογίας, που μοιάζει σαν ένα άκρως πειθήνιο υποζύγιό της. Τι απομένει τότε στον άνθρωπο; Η φιλοσοφική διερώτηση εντός αυτής της οντολογικής του συνθήκης και για τούτη την ίδια. Το ερώτημα λοιπόν είναι: Ποια ενδότερη συνάφεια μπορεί να υπάρχει ανάμεσα στη φιλοσοφία και την τεχνολογία, όταν μάλιστα με την πρώτη νοείται συνήθως μια θεωρητική ενατένιση των πραγμάτων –από το αρχαίο ελληνικό θεωρείν μέχρι τα σύγχρονα μεταφυσικά ρεύματα, συμπεριλαμβανομένου εδώ και του μαρξισμού– και με τη δεύτερη ένα φαινόμενο κυρίως «υλικού πολιτισμού»; Η σχέση φιλοσοφίας και τεχνολογίας, από άποψη αρχής, είναι πάντοτε μια σχέση της ανθρώπινης κατάστασης και ως τέτοια αξίζει να μελετάται ξανά και ξανά. Τι σημαίνει σχέση της ανθρώπινης κατάστασης; Κατά κύριο λόγο, εκείνη τη σχέση, που ενυπάρχει μέσα σ’ αυτή τούτη την ιστορικο-πολιτισμική εξέλιξη του ανθρώπου και του δίνει ζωή και ύπαρξη: Η ζωή προϋποθέτει τη θεμελιώδη δραστηριότητα του ανθρώπου, όπως αυτή-εδώ εκδηλώνεται, υπό πολλαπλές –σχεδόν άπειρες– μορφές, ως σκεπτόμενη πράξη. Το Dasein αναζητά τα νοήματά του μέσα στο έργο του ανθρώπου, που σχεδόν πάντα αναδύεται ως ένα Όλο κριτικού θεωρήματος και εφαρμοσμένου τεχνουργήματος. Χάρη σε τούτο το Όλο, η περατή συνθήκη της ζωής μας και ο μεταβαλλόμενος χρόνος της αποκτούν αντοχή, διάρκεια και προοπτική.

§2: Από την εποχή κιόλας των Προσωκρατικών έχουμε μοναδικές απόπειρες σύλληψης και καθίδρυσης στη ζωή μας του πιο πάνω Όλου: οι αξιωματικές αρχές φυσικής-υλικής υφής, που έφερε στο προσκήνιο η φιλοσοφική τους κουβέντα, όπως π.χ. το νερό (Θαλής), η φωτιά (Ηράκλειτος), ο αέρας (Αναξιμένης), το άπειρο (Αναξίμανδρος) κ.λπ., μαρτυρούν τις δυνατότητες, αλλά και την ανάγκη της πρώιμης φιλοσοφίας να σκέπτεται επιστημονικά και τεχνικά. Το να σκέπτεται κανείς τεχνικά, υπό ένα αρχέγονο νόημα, σημαίνει να αναζητεί το [επιστημονικό] όργανο ανά-γνωσης του Εαυτού μέσα σε έναν αντικειμενικό κόσμο. Μέσα από παράλληλους δρόμους και με σχετικά παρόμοιους τρόπους σκέφτηκαν ως φιλόσοφοι της πράξης, μεταξύ των άλλων, και οι Πλάτων, Αριστοτέλης, Καντ, Χέγκελ, Χάιντεγκερ και Μαρξ. Φιλόσοφοι της πράξης με το νόημα ότι έστρεψαν τη φιλοσοφία προς ένα είδος γνώσης, που ανατιμά πρακτικές και ανθρώπινες δράσεις, ικανές να μας διανοίγουν στην τεχνική θέαση των πραγμάτων και σε προσεγμένες ενασχολήσεις με την ουσία της τεχνολογίας. Ένα έκαστο υψηλό επίπεδο δημιουργίας, που προσγράφεται, για παράδειγμα, στους πιο πάνω φιλοσόφους με τρόπο βέβαια ιδιάζοντα στον καθένα, δεν προκύπτει από οποιαδήποτε μοναχική ενατένιση, αλλά από τη σύλληψη της έννοιας του οργάνου , όπως π.χ. το χαϊντεγκεριανό Ge-stell, και τον κατ’ αναγκαιότητα σχεδιασμό οργάνων.

§3: Στη νεωτερική, ήτοι μετα-νεωτερική εποχή, ο Χάιντεγκερ εγκατέστησε στο κέντρο της φιλοσοφικής κουβέντας –πρωτίστως με το έργο του Είναι και Χρόνος– μια ύψιστη δημιουργία: την απαράμιλλη αναλυτική της καθημερινής πράξης, στη βάση του ανθρώπινου Dasein. Αλλά και σε μετέπειτα κείμενά του, ιδιαίτερα στο ερώτημα για την τεχνική, αναπτύσσει μια ισχυρή ερωτηματική σκέψη για την ουσία της τεχνικής. Την αναζητά στη συνύφανσή της με την ίδια την ουσία του ανθρώπου ως παρ-ουσία. Επομένως, «η ουσία της τεχνικής διόλου δεν είναι κάτι το τεχνικό», δηλαδή δεν περιορίζεται σε ένα σύγχρονο υπολογιστικό θεωρείν και πράττειν παρά ανιχνεύεται στις ρίζες της ιστορικότητας του ανθρώπου, δηλαδή στην αρχαία ελληνική σκέψη. Τι μας λέει ετούτη η ανίχνευση; Ανάμεσα στα άλλα πως:

«η ουσία ενός πράγματος είναι εκείνο που αυτό το πράγμα είναι. Ρωτάμε για την τεχνική, όταν ρωτάμε για το τι είναι αυτή. Ο καθένας γνωρίζει τις δυο αποφάνσεις που δίνουν απάντηση στο ερώτημά μας. Η μια λέει: η τεχνική είναι ένα μέσο για την επίτευξη σκοπών. Η άλλη λέει: η τεχνική είναι μια δραστηριότητα του ανθρώπου. Αμφότεροι οι τρόποι προσδιορισμού της τεχνικής είναι του αυτού είδους. Γιατί ανήκει στη δραστηριότητα του ανθρώπου, να θέτει σκοπούς και να εφοδιάζεται προς τούτο τα μέσα και να τα χρησιμοποιεί ... Η τεχνική είναι ένα instrumentum (=εργαλείο, όργανο)».

Εδώ ο Χάιντεγκερ παρουσιάζει τον εργαλειακό χαρακτήρα της τεχνικής· αυτό δηλαδή που συνήθως ισχύει, χωρίς να θέλει να μείνει σ’ αυτόν. Ο εν λόγω χαρακτήρας είναι κάτι το σωστό, το ορθό, όχι όμως και το απόλυτο αληθές, Άλλο σωστό ή ορθό και άλλο αληθές, χωρίς βέβαια να αλληλο-αναιρούνται ριζικά. Ως σωστό συνιστά μια ιστορική οδό προς το ζητούμενο, προς την αλήθεια του σήμερα.

 §4: Ο εργαλειακός χαρακτήρας της τεχνικής δεν είναι όλη η ουσία της, αλλά απλώς ο σωστός –όχι ακόμα ο αληθής– τρόπος για να αναπτύσσουμε περαιτέρω την ερωτηματική σκέψη. Μια τέτοιας μορφής ερωτηματική στάση μάς ξαναγυρίζει στους Έλληνες για να σκεφτούμε την τεχνική ως ένα ποιείν [=ποίησις], ένα παρ-άγειν, με τη σημασία του άγειν τα πράγματα στην ουσία ως παρ-ουσία: δηλαδή να αφήνουμε τα πράγματα να φανερώνονται, να εμφανίζονται, να φαίνονται. Η τεχνική, στη συνάφεια τούτη, και δη η νεωτερική τεχνική, προσεγγίζεται πλέον όχι απλώς ως κάτι το σωστό, το χρησιμοθηρικό, το περιορισμένο και περιοριστικό, αλλά ως μια αποκαλυπτόμενη και συγχρόνως αποκαλυπτική αλήθεια. Ποιο είναι το αποκαλυπτόμενο αληθές, σύμφωνα με τον Χάιντεγκερ; Το γεγονός ότι η τεχνική είναι το πεπρωμένο της Δύσης, με όλες τις αρνητικές και θετικές του φανερώσεις. Άρα εναπόκειται στην ερωτηματική σκέψη του ανθρώπου να διαχειρίζεται δεόντως αυτό το πεπρωμένο, αυτές τις φανερώσεις. Εάν όμως μια τέτοια σκέψη είναι απούσα, ο άνθρωπος μετατρέπεται σε κατοικίδιο ζώο του εργαλειακού-υπολογιστικού τρόπου της Τεχνικής σκέψης. Τότε συμβαίνει να εισέρχεται στη ζωή μας, ως κεραυνός εν αιθρία, το αποκαλυπτικό αληθές: η πλήρης τεχνικοποίηση του κόσμου εμφανίζεται, φανερώνεται, στην ουσία της, ως η απόλυτη εξουσία, οργανωμένη κρατικά και πλανητικά. Κατ’ αυτό το πνεύμα, η ουσία της σύγχρονης τεχνικής, μέσα από τις πιο ανεπτυγμένες τεχνολογίες, αποδεικνύεται ως η πλαισιο-θέτηση (Ge-stell), δηλαδή μια προηγηθείσα–πρωθύστερη κυριαρχία [=θέτειν/τοποθετείν σε πλαίσιο/α (stellen-gestellt)], η οποία εκδηλώνεται μεθύστερα σε μας τους ανθρώπους ως αλήθεια: ως η αποκαλυπτόμενη μοίρα μας. Ποτέ ωστόσο αυτή η μοίρα δεν είναι υποχρεωτικά ο δυνάστης μας:

«γιατί ο άνθρωπος γίνεται μόλις τότε ελεύθερος, όταν ανήκει στην περιοχή της μοίρας-προορισμού (Geschick) και κατ’ αυτό τον τρόπο γίνεται ένας άνθρωπος που ακούει, αλλά όχι ένας δουλοπάροικος που εξαναγκάζεται να υπακούει».  

Ως άνθρωποι που προοριζόμαστε ν’ ακούμε, αλλά να μην υπακούμε δουλικά:

«δεν δινόμαστε τυφλά στην τεχνική ούτε εξεγειρόμαστε αμήχανα εναντίον της … [παρά] διανοιγόμαστε στην ουσία της [σαν] μέσα σε μια απελευθερωτική κλήτευση».

Συμπέρασμα: όταν η σκέψη είναι απούσα, στο πεδίο της τεχνικής, της πολιτικής, της οικονομικής διαχείρισης, του πολιτισμού, της επιστήμης κ.ο.κ. είναι παρούσα η δουλεία ως εθελοδουλεία. Και όσο εθελόδουλος είναι κανείς, τόσο πιο ένθερμα υπερασπίζεται τις εκάστοτε άνομες εξ-ουσιαστικές [=εκτός ουσίας] βλέψεις μασκοφορεμένων κυβερνητών, που πρωτίστως χρήζουν αναγκαίας ψυχοθεραπείας και συνακόλουθα φιλοσοφικής-πολιτικής παίδευσης, τουλάχιστο στοιχειώδους, αν δεν είναι επιδεκτικοί μιας βαθύτερης φιλοσοφικής παιδείας.