Δευτέρα, 8 Μαΐου 2017

Η σημασία της πρώιμης προσκόλλησης για τη μετέπειτα ανάπτυξη του παιδιού

Η πραγματική μας πατρίδα είναι η παιδική μας ηλικία. -Roland Barthes, 1915-1980, Γάλλος σημειολόγος
 
Οι σχέσεις που αναπτύσσει το παιδί στην παιδική του ηλικία επηρεάζουν σημαντικά την εξέλιξη της προσωπικότητας του και στην μετέπειτα ζωή του ως ενήλικα. Ο λεγόμενος «δεσμός προσκόλλησης» και η ποιότητα της προσκόλλησης στη βρεφική ηλικία έχει αναγνωριστεί ως ένα βασικό χαρακτηριστικό στην ανάπτυξη της προσωπικότητας. Η έννοια της προσκόλλησης μπορεί να οριστεί ως μια έντονη συναισθηματική σχέση μεταξύ του βρέφους και του βασικού προσώπου που το φροντίζει. Αποτελεί μια διαρκή συναισθηματική σύνδεση που παράγει την επιθυμία για συνεχή επικοινωνία των εμπλεκομένων προσώπων καθώς και τη δυσφορία κατά τη διάρκεια του αποχωρισμού.

Τα βρέφη δημιουργούν στενούς συναισθηματικούς δεσμούς με το πρόσωπο που τα φροντίζει (συνήθως με τη μητέρα) γιατί με αυτόν τον τρόπο, αφενός εξασφαλίζεται η συναισθηματική σχέση με το κύριο πρόσωπο παροχής φροντίδας και αφετέρου δημιουργείται μια ασφαλής βάση για να μπορέσει το βρέφος να εξερευνήσει το περιβάλλον γύρω του. Η ποιότητα και το είδος του «δεσμού προσκόλλησης» έχει αναγνωριστεί ως ένα κεντρικό στοιχείο στην ανάπτυξη της προσωπικότητας μέσω της έρευνας του Βρετανού ψυχαναλυτή John Bowlby (1907-1990) και της Αμερικανο-Καναδής ψυχολόγου Mary Ainsworth (1913 -1999). Ο John Bowlby εισήγαγε τον όρο «attachment» (δεσμός, πρόσδεση, προσκόλληση) και περιέγραψε το δεσμό αυτό ως μια «ψυχολογική επικοινωνία μεταξύ των ανθρώπων». Ο Bowlby ορίζει ως «δεσμό προσκόλλησης» το συναισθηματικό δεσμό ανάμεσα σε ένα βρέφος και το «σημαντικό» πρόσωπο που έχει αναλάβει την πρωταρχική φροντίδα του βρέφους. Η Mary Ainsworth από την άλλη, εισάγει την έννοια της «ασφαλούς βάσης» κατά την οποία ένα βρέφος χρησιμοποιεί τη διαθεσιμότητα της μητέρας του ως ασφαλή βάση για να εξερευνήσει το περιβάλλον του και να δοκιμάσει νέες δεξιότητες και συμπληρώνει τη θεωρία του Bowlby.

Η «ποιότητα» προσκόλλησης Υπάρχουν δύο βασικές μορφές προσκόλλησης: η «ασφαλής» και η «ανασφαλής». Ο παράγοντας-κλειδί για την προώθηση μιας ασφαλούς προσκόλλησης είναι η συμπεριφορά των γονιών στην ανατροφή των παιδιών. Πολλές ερευνητικές μελέτες έχουν δείξει ότι η ευαίσθητη συμπεριφορά στην ανατροφή των παιδιών που δείχνει ανταπόκριση, προάγει την ασφαλή σύνδεση. Η πιο ανάλγητη, ή απορριπτική, ή ασυνεπής ανατροφή των παιδιών έχει συνδεθεί με την ανασφαλή προσκόλληση. Μια ασφαλής προσκόλληση χαρακτηρίζεται από την ικανότητα του παιδιού να χρησιμοποιεί τον ή την γονέα ως πηγή άνεσης και ως μια «ασφαλή βάση» από την οποία μπορεί να εξερευνήσει. Μια βασική αρχή της θεωρίας της προσκόλλησης είναι ότι η εξάρτηση οδηγεί στην ανεξαρτησία. Με άλλα λόγια, μόνο όταν ένα παιδί αισθανθεί ασφαλές ως προς τη διαθεσιμότητα του γονέα του, μπορεί να διερευνήσει πλήρως το περιβάλλον και να παίξει μόνο του. Οι γονικές συμπεριφορές που συνήθως συνδέονται με την ασφαλή προσκόλληση περιλαμβάνουν:
  • Ευαίσθητη και ανταποκριτική φροντίδα.
  • Ξεκάθαρες, συνεπείς, αναπτυξιακά κατάλληλες προσδοκίες και εποπτεία.
  • Ζεστή, θετική και ανταποκριτική λεκτική αλληλεπίδραση.
  • Βλέποντας το παιδί ως ένα μοναδικό άτομο, έχοντας διορατικότητα ως προς το παιδί (δηλαδή, γιατί κάνει αυτό που κάνει).
  • «Έχοντας το παιδί στο μυαλό μας» (δηλαδή, την ευαισθητοποίηση και την ικανότητα να σκεφτεί κανείς τα συναισθήματα του ίδιου του γονέα και την ανταπόκριση που έχουν στο παιδί).
Συμπεριφορές βρεφικής και παιδικής ηλικίας που συνδέονται με την ασφαλή προσκόλληση περιλαμβάνουν:
  • Ασφαλή εξερεύνηση με την παρουσία μιας μορφής προσκόλλησης.
  • Όταν πληγώνεται, να πηγαίνει σε μια μορφή προσκόλλησης για να νιώσει ασφάλεια/φροντίδα (δηλαδή, όχι σε έναν ξένο).
  • Αναζητώντας βοήθεια όταν χρειάζεται.
  • Προθυμία να συμμορφωθεί με τα όποια αιτήματα με την ελάχιστη δυνατή αντίρρηση.
  • Δεν υπάρχει μοτίβο ελέγχου ή κατεύθυνσης της συμπεριφοράς των κηδεμόνων (όχι αναστροφή των ρόλων).
Ευαίσθητη, ανταποκριτική συμπεριφορά των γονέων στην ανατροφή των παιδιών που προωθεί την ασφαλή προσκόλληση. Η πιο ανάλγητη, απορριπτική, ή ασυνεπής ανατροφή των παιδιών έχει συνδεθεί με ανασφαλή προσκόλληση. Μια ανασφαλής προσκόλληση χαρακτηρίζεται από την αδυναμία του παιδιού να χρησιμοποιήσει τον δικό του γονέα για να νιώσει άνετα ή ως ασφαλή βάση. Οι γονικές συμπεριφορές που συνήθως συνδέονται με ανασφαλή προσκόλληση περιλαμβάνουν:
  • Παρέμβαση στις προσπάθειες του παιδιού για εξερεύνηση (δηλαδή, παρεμβατική, υπερβολικά ελεγκτική συμπεριφορά).
  • Ασαφείς, ασυνεπής, αναπτυξιακά ακατάλληλες προσδοκίες και εποπτεία.
  • Αδιαφορία για τις ανάγκες και τα συναισθήματα του παιδιού.
  • Ασυνεπής, αναξιόπιστη ανταπόκριση.
  • Εχθρική, απειλητική και εκφοβιστική συμπεριφορά.
  • Ιεράρχηση των αναγκών του γονέα σε σχέση με αυτές του παιδιού (δηλαδή, απορροφημένος/η με τον εαυτό του/της).
  • Συμπεριφέρεται σαν παιδί ή μεταχειρίζεται το παιδί σαν να είναι αυτός / αυτή υπεύθυνος/η (δηλαδή, αναστροφή ρόλου).
  • Σημαντική απόσυρση, φόβος, δισταγμός ή δειλία όταν είναι κοντά στο παιδί.
  • Σεξουαλικά φορτισμένη ή υπερβολικά οικεία συμπεριφορά.
Οι πρώιμες προσκολλήσεις θέτουν τα θεμέλια για τις κοινωνικές και ακαδημαϊκές δεξιότητες του παιδιού. Ένας αριθμός μελετών που έχουν ακολουθήσει παιδιά από τη βρεφική ηλικία έως την εφηβεία ή την ενήλικη ζωή τους, κατέδειξαν ότι η ποιότητα της προσκόλλησης είναι ένας από τους ισχυρότερους προγνωστικούς παράγοντες της μετέπειτα ανάπτυξής τους. Η ασφαλής προσκόλληση προβλέπει υγιή κοινωνική, συναισθηματική, γνωστική, και ενθαρρυντική ανάπτυξη. Για παράδειγμα, ένα παιδί που είχε μια ασφαλή προσκόλληση με το γονέα ως βρέφος, είναι πιο πιθανό στην παιδική ηλικία να είναι ανεξάρτητο και να έχει αυτοπεποίθηση, για να έχει κατάλληλες αλληλεπιδράσεις με τους συνομηλίκους και τους εκπαιδευτικούς, να διαχειρίζεται τα συναισθήματά του/της, να είναι συγκεντρωμένο, περίεργο και να έχει κίνητρα στο σχολείο, αλλά και ισχυρές δεξιότητες επίλυσης προβλημάτων. Η ανασφαλής προσκόλληση προβλέπει προβλήματα τόσο αναπτυξιακά όσο και προσαρμογής. Για παράδειγμα, ένα παιδί που είχε προσκολληθεί με ανασφαλή τρόπο στο γονέα στη βρεφική ηλικία είναι πιο πιθανό στην παιδική ηλικία να έχει λιγότερες κοινωνικές δεξιότητες (π.χ., να επιδείξει απόσυρση ή επιθετικότητα), να ενεργεί με έντονες αντιδράσεις και να είναι ανυπάκουο, να έχει φτωχές δεξιότητες επικοινωνίας, να είναι παρορμητικό και ν’ αποσπάται εύκολα, και να μην έχει την περιέργεια και το κίνητρο στο σχολείο.

Είναι σημαντικό να σημειώσουμε ότι η ανασφαλής προσκόλληση δεν καταδικάζει ένα παιδί στην αποτυχία. Η αλλαγή σίγουρα μπορεί να συμβεί. Όσο περισσότερο ένα παιδί είναι σε προδιαγεγραμμένη πορεία, ωστόσο, τόσο πιο δύσκολο είναι να αλλάξει αυτή την πορεία. Σίγουρα η ανατροφή των παιδιών δεν συμβαίνει σε ένα αποστειρωμένο περιβάλλον. Πολλοί παράγοντες μπορεί να βοηθήσουν ή να εμποδίσουν την υποστηρικτική ανατροφή των παιδιών, όπως η οικονομική σταθερότητα, η ψυχική υγεία, η οικογενειακή ποιότητα, η κοινωνική υποστήριξη, και η ασφάλεια της γειτονιάς και η συνοχή της. Η προώθηση της υγιούς σχέσης παιδιού-γονέα δεν μπορεί να θεωρηθεί ως πανάκεια, αλλά μάλλον, ως ένα συστατικό της καλής πρακτικής.