Κυριακή, 7 Μαΐου 2017

ΚΟΙΝΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΠΕΜΠΤΟΥ ΑΙΩΝΑ

Με τον Ηρόδοτο και τον Θουκυδίδη ο πέμπτος αιώνας είδε τη δημιουργία της ιστοριογραφίας ως μιας χωριστής μορφής πνευματικής και καλλιτεχνικής δραστηριότητας που μπορούσε να κρατήσει ενάντια στην ποίηση από τη μια και τη φιλοσοφία από την άλλη. Σίγουρα μια έννοια ιστορίας υπήρχε στην Ελλάδα από την εποχή του Ομήρου, και η ποίηση, η φιλοσοφία και η επιστήμη συνέβαλαν αποφασιστικά στο σχηματισμό του νέου λογοτεχνικού είδους. Αλλά οι καταλύτες που μεταμόρφωσαν τις προσπάθειες αυτές σε κάτι καινούργιο ήταν η εμπειρία των Περσικών πολέμων και οι μεταστροφές της αθηναϊκής ηγεμονίας και τα δύο ανύψωσαν την έννοια της σπουδαιότητας του παρελθόντος για το παρόν κι επίσης την έννοια του τραγικού περιορισμού της ανθρώπινης δράσης. Η ιστορία γεννήθηκε από το πνεύμα της τραγωδίας.
 
Ένα χαρακτηριστικό της ιστορίας είναι η μνημειακότητά της: η ιστορία επρόκειτο να ασχοληθεί με μεγάλα θέματα και το κάθε θέμα θα είχε τον ιστορικό του. Αυτό κάνει τη διαβεβαίωση για αρμοδιότητα του ιστορικού κάτι παραπάνω από επιστημονική απαίτηση: ό, τι ήταν για τον Όμηρο η Μούσα (δηλ. η ποιητική παράδοση), για τον Ηρόδοτο και τον Θουκυδίδη ήταν η ἱστορίη. Η αξίωση ότι ο ιστορικός είναι ανώτερος από τον ποιητή με αυστηρότερα κριτήρια αλήθειας διατυπώνεται και από τους δύο ιστορικούς, από τον Ηρόδοτο στη διάκριση ανάμεσα στους μυθικούς χρόνους και την πιο πρόσφατη περίοδο που γνωρίζουμε (π.χ. 1.5.3), από τον Θουκυδίδη στη δυσφήμηση των ποιητών και “λογογράφων” στα κεφάλαια για τη μέθοδο. Η φιλαλήθεια του ιστορικού είναι ουσιαστική στην αποδοχή των ερμηνειών του και των κρίσεων για τις αξίες από το ακροατήριο. Σ' αυτά βρίσκεται η πραγματική λειτουργία, η “χρησιμότητα”, της ιστορίας. Στον Ηρόδοτο η χρησιμότητα δεν είναι ακόμη ενσυνείδητη έννοια, όπως είναι στον Θουκυδίδη, αλλά οι Ιστορίες του ζητούν καθαρά να δημιουργήσουν ένα πατριωτικό και ηθικό αντίκτυπο· συμβάλλουν στη συντήρηση των κοινωνικών αξιών με την κατανόηση του παρελθόντος. Από την αρχή λοιπόν η αρχαία ιστοριογραφία δεν περιορίζεται στη διατήρηση της γραπτής μνείας, αλλά σκοπεύει επίσης στην επίδραση πάνω στο ακροατήριο μέσω του παραδείγματος. Η φύση του ακροατηρίου εκείνου διαφέρει για τους δυο συγγραφείς: ο Ηρόδοτος απευθύνεται σ’ όλους τους Έλληνες, ο Θουκυδίδης σ’ ένα πιο ειδικό ακροατήριο διανοουμένων. Και οι δύο γράφουν πατριωτική, όχι απλώς αντικειμενική ιστορία.
 
Ο στενός σύνδεσμος ιστορίας και λογοτεχνίας παρήγαγε ένα χαρακτηριστικό τρόπο παρουσίασης που δημιουργεί δυσκολίες για όποιον προσπαθεί να κάνει χρήση των ιστορικών έργων της αρχαιότητας ως πηγών. Ιδιαίτερα μέσω της επίδρασης του έπους και του δράματος ο Ηρόδοτος και ο Θουκυδίδης διαμόρφωσαν ένα ύφος που ακολουθήθηκε από όλους τους αρχαίους ιστορικούς, που μπορούν να ονομαστούν μιμητικοί, δηλ. γράφουν σαν να ήταν παρόντες στα γεγονότα που περιγράφουν. (Εξαίρεση αποτελεί ο ιστορικός της Οξυρύγχου που σκοπεύει σε μια πιο αμερόληπτη αφήγηση). Όταν ο Ηρόδοτος περιγράφει τις συνομιλίες μεταξύ Γύγη και Κανδαύλη ή τα συναισθήματα του Ξέρξη μετά τη Σαλαμίνα δύσκολα μπορούμε να πιστέψουμε ότι αυτό βασίζεται σε μαρτυρίες είναι μάλλον μια φανταστική, “ποιητική” αναπαράσταση που σκοπεύει στην αυθεντικότητα σε μια ιδεαλιστική έννοια. Το ίδιο ισχύει για τον Θουκυδίδη όταν δίνει τα ελατήρια για πράξεις σκαλίζοντας, κατά κάποιο τρόπο, στο νου αυτών που συμμετείχαν (π.χ. τα αισθήματα του Κλέωνα και της συνέλευσης στη συζήτηση της Πύλου, 4.27 κ.ε.) χωρίς να κατονομάζει τους πληροφοριοδότες. Η χρήση των λόγων είναι μονάχα το πιο εμφανές τέχνασμα της μιμητικής μεθόδου· φτάνει στις πιο μικρές αφηγηματικές λεπτομέρειες και πάει να καταστρέψει τη διάκριση ανάμεσα στο “γεγονός” και την ερμηνεία του. Ο παράγοντας αυτός, περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον, δίνει στην αρχαία ιστοριογραφία τον μοναδικό χαρακτήρα της.