Παρασκευή, 12 Μαΐου 2017

Ο Ξενοφώντας και η μάχη της Μαντινείας

Ο θάνατος του Επαμεινώνδα στη μάχη της ΜαντίνειαςΗ συμμαχική απομόνωση της Σπάρτης δεν κράτησε πολύ. Μολονότι οι Λακεδαιμόνιοι δεν έκαναν καμία κίνηση προσέγγισης σε κανένα, τα ίδια τα γεγονότα ανέτρεψαν την κατάσταση, αφού όλη η Πελοπόννησος φλεγόταν από το παιχνίδι της κυριαρχίας.
 
Από τη στιγμή που η Θήβα δεν έκανε καμία άλλη εκστρατεία στην Πελοπόννησο – πέρα από εκείνη που απείλησε την πόλη της Σπάρτης – οι σύμμαχοί της (και κυρίως οι Αρκάδες) επιδόθηκαν σ’ έναν αγώνα επεκτατισμού στοχεύοντας – ο καθένας για τον εαυτό του – την επικράτηση στο χώρο της Πελοποννήσου. Θα έλεγε κανείς ότι απούσης της Θήβας και καταπονημένης της Σπάρτης η Πελοπόννησος έμεινε χωρίς αφεντικό και οι υποψήφιοι για τη θέση δεν μπορούσαν άλλο να περιμένουν. Έχουμε μπει πια στο 364 π. Χ., όταν «οι Ηλείοι κατέλαβαν τον Λασιώνα, που άλλοτε τους ανήκε αλλά τώρα αποτελούσε τμήμα της Αρκαδικής Ομοσπονδίας. Οι Αρκάδες ωστόσο δεν έμειναν αδιάφοροι, παρά κήρυξαν ευθύς επιστράτευση και κίνησαν να τους χτυπήσουν». (7,4,12-13).
Η δεύτερη μεγάλη μάχη της αρχαιότητας που έγινε γνωστή ως Μάχη της Μαντινείας διεξήχθη περίπου 15 χλμ. βορείως της Τρίπολης το καλοκαίρι του 362 π.Χ. μεταξύ δύο συνασπισμών που είχαν επικεφαλής αντίστοιχα τη Θήβα και τη Σπάρτη, τις δύο τότε ισχυρότερες πόλεις της Ελλάδας, με έπαθλο την ηγεμονία της.
Η δεύτερη μεγάλη μάχη της αρχαιότητας που έγινε γνωστή ως Μάχη της Μαντινείας διεξήχθη περίπου 15 χλμ. βορείως της Τρίπολης το καλοκαίρι του 362 π.Χ. μεταξύ δύο συνασπισμών που είχαν επικεφαλής αντίστοιχα τη Θήβα και τη Σπάρτη, τις δύο τότε ισχυρότερες πόλεις της Ελλάδας, με έπαθλο την ηγεμονία της.
Οι σύμμαχοι της Θήβας αρχίζουν πια και συγκρούονται ανοιχτά για τη διεκδίκηση της πελοποννησιακής πίτας. Οι Λακεδαιμόνιοι, όταν είχαν την κυριαρχία, δεν άφηναν ποτέ τους συμμάχους να πολεμούν, χωρίς οι ίδιοι να πάρουν θέση κάνοντας το διαιτητή – ή και με εκστρατεία, αν το απαιτούσαν οι περιστάσεις. Ο ισχυρός πρέπει συνέχεια να ελέγχει τους συμμάχους και να τους υπενθυμίζει ότι οι διεκδικήσεις τους πρέπει να έχουν όρια κι ότι τις τελικές αποφάσεις θα τις πάρουν άλλοι.
 
Αν οι σύμμαχοι δε νιώθουν τη διαρκή επίβλεψη της ισχύος – που κάποιες φορές θα συνοδεύεται κι από την ανάλογη επίδειξη για το σωφρονισμό όλων – πέρα από το ότι αρχίζουν κι έχουν παράλογες απαιτήσεις, σταδιακά νιώθουν ανεξέλεγκτοι και είναι θέμα χρόνου το πότε θα αρχίσουν να διεκδικούν την ισχύ για τον εαυτό τους αμφισβητώντας το αφεντικό. Με άλλα λόγια, στη σύγκρουση Ηλείων και Αρκάδων η Θήβα έπρεπε να παρέμβει αμέσως. Η αδράνεια της Θήβας θα δώσει την εντύπωση ότι η Πελοπόννησος είναι προς διεκδίκηση, γεγονός ιδιαίτερα ζημιογόνο, αφού όποιος τελικά επιβληθεί, δεν μπορεί παρά να γίνει η επόμενη ανταγωνιστική δύναμη.
 
Οι Αρκάδες κατάφεραν να επικρατήσουν των Ηλείων κι αμέσως μετά «βάδισαν εναντίον των πόλεων των Ακρωρείων, τις κατέλαβαν εκτός από τη Θραύστο και κατόπιν έφτασαν στην Ολυμπία. Εκεί περίφραξαν το Κρόνιο κι εγκατέστησαν φρουρά, ελέγχοντας έτσι το βουνό της Ολυμπίας· κυρίεψαν και τα Μάργανα, τα οποία τους παραδόθηκαν από μερικούς κατοίκους». (7,4,14). Η Αρκαδική Ομοσπονδία δε θα μπορούσε να κάνει πιο σαφείς τις προθέσεις της στην Πελοπόννησο. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά επιτέθηκαν και στην πόλη των Ηλείων, χωρίς επιτυχία, λεηλατώντας τη χώρα.
 
Όμως, οι πολεμικές επιχειρήσεις είναι πρώτης τάξεως ευκαιρία και για εκείνους που θέλουν να καταλάβουν την εξουσία μέσα στην πόλη: «Υπήρχαν κι από πριν εσωτερικές έριδες στην Ήλιδα: οι οπαδοί του Χαρόπου, του Θρασωνίδα και του Αργείου ήθελαν δημοκρατία, ενώ οι οπαδοί του Ευάλκα, του Ιππία και του Στρατόλα ήθελαν ολιγαρχία. Καθώς λοιπόν οι Αρκάδες, που είχαν μεγάλη δύναμη, θεωρούνταν σύμμαχοι των δημοκρατικών, οι οπαδοί του Χαρόπου ξεθάρρεψαν, συνεννοήθηκαν με τους Αρκάδες ότι θα τους βοηθήσουν και κυρίεψαν την ακρόπολη». (7,4,15).
 
Η κατάσταση που δημιουργείται γνωστή. Στη συγκεκριμένη περίπτωση οι οπαδοί των δημοκρατικών εκδιώχτηκαν από την ακρόπολη και ο Χάροπος και ο Αργείος εξορίστηκαν μαζί με τετρακόσιους άλλους. Οι Αρκάδες ανακατεύονται και με τη βοήθειά τους οι εξόριστοι κατέλαβαν την Πύλο, η οποία έγινε εστία πολέμου εναντίον της Ήλιδας, καθώς όλοι οι δημοκρατικοί της πόλης κατέφυγαν εκεί: «Οι Αρκάδες έκαναν κι άλλη εισβολή στην Ηλεία, γιατί οι εξόριστοι τους έπεισαν ότι η πόλη θα προσχωρούσε σ’ αυτούς». (7,4,16-17).
 
Ούτε όμως η νέα εισβολή έφερε κάποιο αποτέλεσμα, πέρα από τη λεηλασία της υπαίθρου. Αντίθετα, τα πράγματα άρχισαν να περιπλέκονται για τους Αρκάδες, καθώς φοβούμενοι προφανώς τις επεκτατικές τους διαθέσεις και οι Αχαιοί και οι Πελληνείς συμμάχησαν με τους Ηλείους και αγωνίστηκαν για τη σωτηρία της πόλης.
 
Οι Αρκάδες για να εκδικηθούν τους Πελληνείς κυρίευσαν τον Όλουρο, που ήταν δικός τους. Οι Πελληνείς, όμως, «είχαν προσχωρήσει πάλι στη συμμαχία των Λακεδαιμονίων». (7,4,17-18). Η νέα εκστρατεία των Αρκάδων εναντίον της Ήλιδος έφερε σε τέτοια πίεση τους Ηλείους, που τους ανάγκασε να στείλουν πρέσβεις στη Σπάρτη.
 
Η Θήβα βρίσκεται πια στο περιθώριο των πελοποννησιακών εξελίξεων. Μια συμμαχική της δύναμη ζητά επίσημα τη βοήθεια των Λακεδαιμονίων προκειμένου να πολεμήσει έναν άλλο σύμμαχο. Οι Σπαρτιάτες δεν έχασαν την ευκαιρία. Ο Αρχίδαμος εκστράτευσε και κατέλαβε τον Κρώμνο: «Οι Αρκάδες καθώς ήταν συγκεντρωμένοι από την εκστρατεία εναντίον της Ήλιδος, βάδισαν προς τον Κρώμνο, τον περιέφραξαν με διπλό φράγμα, κι έτσι δίχως να κινδυνεύουν πολιόρκησαν τη φρουρά του Κρώμνου». (7,4,21).
 
Η Σπάρτη εμπλέκεται για τα καλά στη σύρραξη. Ο Αρχίδαμος λεηλατεί την Αρκαδία και τη Σκιρίτιδα, αλλά δεν μπορεί να απωθήσει τους Αρκάδες από τον Κρώμνο. Στη σύγκρουση που έγινε οι Λακεδαιμόνιοι δεν μπόρεσαν να νικήσουν τους Αρκάδες και τους Επαρίτους και ο ίδιος ο Αρχίδαμος τραυματίστηκε στο μηρό. Το ηθικό των Σπαρτιατών κλονίστηκε σοβαρά «καθώς έβλεπαν τον Αρχίδαμο πληγωμένο κι άκουγαν τα ονόματα των σκοτωμένων, που ήταν γενναίοι και σχεδόν όλοι τους σημαντικοί άνθρωποι». (7,4,24-25).
 
Η εκεχειρία που προτάθηκε από κάποιον ηλικιωμένο Σπαρτιάτη έγινε δεκτή με ανακούφιση και από τους Αρκάδες, που κατάφεραν να μην ηττηθούν, αν και ήταν αρκετά λιγότεροι σε αριθμό. Οι Σπαρτιάτες όμως δεν μπορούσαν να δεχτούν ότι θα αφήσουν αβοήθητους συμπολίτες τους να πολιορκούνται στον Κρώμνο. Πολύ σύντομα επέστρεψαν νύχτα και προσπάθησαν να τους ελευθερώσουν. Κατάφεραν να βγάλουν μερικούς, αλλά οι ενισχύσεις των Αρκάδων τους ανάγκασαν να οπισθοχωρήσουν αφήνοντας μέσα περισσότερους από εκατό Σπαρτιάτες και περιοίκους, οι οποίοι αιχμαλωτίστηκαν.
 
Οι Ηλείοι, από την πλευρά τους, δεν άφησαν το χρόνο ανεκμετάλλευτο. Κυρίευσαν την Πύλο κι έσφαξαν όλους τους εξόριστους δημοκρατικούς. Οι Αρκάδες «ενίσχυσαν τη φρουρά τους στην Ολυμπία, και καθώς ερχόταν ολυμπιακή χρονιά άρχισαν τις ετοιμασίες για την οργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων μαζί με τους Πισάτες, που ισχυρίζονταν ότι ήταν οι αρχικοί επόπτες του ιερού». (7,4,28).
 
Όπως ήταν φυσικό, οι Αρκάδες θεωρούσαν ότι δεν υπήρχε καμία περίπτωση να επιτεθούν εκεί οι Ηλείοι. Το πανίσχυρο των δυνάμεων που είχαν συγκεντρώσει ήταν η εγγύηση της ασφάλειάς τους. Οι αγώνες ξεκίνησαν κανονικά, αλλά όταν έφτασε η ώρα της πάλης οι αθλητές «δεν πάλεψαν στον στίβο, αλλ’ ανάμεσα στον στίβο και στον βωμό – γιατί στο μεταξύ ο στρατός των Ηλείων είχε προχωρήσει ως το τέμενος». (7,4,29).
 
Οι Αρκάδες «παρατάχθηκαν κατά μήκος του ποταμού Κλάδεου είχαν μαζί τους και συμμάχους, κάπου δυο χιλιάδες Αργείους οπλίτες και τετρακοσίους Αθηναίους ιππείς». (7,4,29-30). Οι Ηλείοι, που παρατάχθηκαν από την άλλη μεριά του ποταμού έκαναν την έκπληξη κατατροπώνοντας τους Αρκάδες και αναχαιτίζοντας και τους Αργείους που ήρθαν για ενίσχυση: «Κατόπιν, ωστόσο, τους έφερε η καταδίωξη στο χώρο που βρίσκεται ανάμεσα στο Βουλευτήριο, στο ιερό της Εστίας και στο θέατρο που είναι εκεί δίπλα· εκεί άρχισαν να τους χτυπούν από τις στοές και το Βουλευτήριο και τον μεγάλο ναό – και καθώς οι ίδιοι μάχονταν από χαμηλά, σκοτώθηκαν αρκετοί Ηλείοι». (7,4,30-31).
 
Οι Αρκάδες και οι σύμμαχοι φοβήθηκαν τόσο πολύ τους Ηλείους, που μέχρι πριν υποτιμούσαν, ώστε έστησαν φράγμα γκρεμίζοντας τα «ξύλινα παραπήγματα» τα οποία είχαν φτιάξει με μεγάλο κόπο. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά προσπαθώντας να μη χάσουν κανένα σύμμαχο, οι άρχοντες των Αρκάδων χρησιμοποιούσαν τον ιερό θησαυρό της Ολυμπίας, για να συντηρούν τους Επαρίτους.
 
Οι πρώτοι που αντέδρασαν σ’ αυτό ήταν οι Μαντινείς δίνοντας οι ίδιοι δικά τους χρήματα και καλώντας και τους άλλους να κάνουν το ίδιο. Οι άρχοντες των Αρκάδων τους αποκάλεσαν εχθρούς της Ομοσπονδίας και τους κάλεσαν να απολογηθούν. Οι Μαντινείς έκλεισαν τις πύλες της πόλης τους δείχνοντας συγκρουσιακές προθέσεις. Η αποδοχή ότι οι Αρκάδες άρχοντες μπορούν να αρπάζουν τα λεφτά από το ταμείο της Ολυμπίας και να τα μεταχειρίζονται κατά βούληση ισοδυναμεί με άμεση αναγνώριση της ολοκληρωτικής τους κυριαρχίας, αφού θα ήταν σε θέση να κάνουν κυριολεκτικά ό,τι θέλουν. Γρήγορα ακούστηκαν κι άλλες φωνές που καταδίκαζαν αυτή την πράξη και η ίδια η συνέλευση αποφάσισε ότι ήταν «αμάρτημα απέναντι στους θεούς». (7,4,34). Οι Αρκάδες δεν είχαν ακόμη τη δύναμη να λειτουργούν ανεξέλεγκτα.
 
Το πράγμα, όμως, πήρε μεγαλύτερες διαστάσεις, αφού «όσοι από τους άρχοντες είχαν διαχειριστεί τον ιερό θησαυρό κατάλαβαν πως, αν τους καλούσαν να λογοδοτήσουν, κινδύνευε η ζωής τους». (7,4,34). Δεν υπήρχε αμφιβολία ότι χρειαζόταν μια ισχυρή δύναμη, για να τους προστατεύσει: «Έστειλαν λοιπόν απεσταλμένους στη Θήβα, μηνώντας ότι αν δεν έρθει στρατός των Θηβαίων, υπάρχει κίνδυνος να πάνε πάλι οι Αρκάδες με το μέρος των Λακεδαιμονίων». (7,4,34-35).
 
Κι ενώ η Θήβα ετοιμαζότανε να εκστρατεύσει «εκείνοι που ήθελαν το καλό της Πελοποννήσου» (ο Ρόδης Ρούφος ξεκαθαρίζει ότι πρόκειται σαφώς για την ολιγαρχική μερίδα) «έπεισαν την Αρκαδική Ομοσπονδία να στείλει πρέσβεις στους Θηβαίους να τους αναγγείλουν να μην έρθει στρατός τους στην Αρκαδία αν δεν τον ζητήσουν». (7,4,35). Και σαν να μην έφτανε αυτό «συλλογίζονταν ταυτόχρονα ότι κανέναν λόγο δεν είχαν να είναι εμπόλεμοι. Καθώς οι Ηλείοι συμφώνησαν μ’ αυτά, αποφάσισαν και οι δύο να κάνουν ειρήνη». (7,4,35).
 
Οι Θηβαίοι καλούνται τώρα να πληρώσουν την απουσία τους. Η Σπάρτη έπαψε να είναι ο εχθρός όλων και η Πελοπόννησος φαίνεται να έχει συνασπιστεί. Έπρεπε εξαρχής να μην επιτρέψει να πάνε τα πράγματα στην τύχη. Τώρα έχει ήδη αργήσει πολύ και γι’ αυτό πρέπει να εκστρατεύσει με μεγάλες δυνάμεις, αν θέλει να επιβάλει την τάξη.
 
Παρά την ειρήνη και την ώρα που όλοι γλεντούσαν, για να τη γιορτάσουν, στην πόλη της Τεγέας οι Τεγεάτες μαζί με τον εκεί Θηβαίο αρμοστή έκλεισαν τα τείχη της πόλης και συνέλαβαν όλους τους αριστοκρατικούς. Αν και πολλοί κατάφεραν να διαφύγουν, οι συλλήψεις ήταν ακόμη περισσότερες και η φυλακή γέμισε κρατουμένους, όπως και το δημόσιο κτήριο της πόλης. Το κακό για το Θηβαίο αρμοστή ήταν ότι συνέλαβε ελάχιστους Μαντινείς και με το ξημέρωμα, όταν πια τα γεγονότα ήταν γνωστά σε όλους «οι Μαντινείς έστειλαν αμέσως παραγγελία στις άλλες πόλεις της Αρκαδίας να οπλιστούν και να φυλάνε τις διαβάσεις». (7,4,38). Ταυτόχρονα απαίτησαν την αποφυλάκιση όλων.
 
Η Πελοπόννησος φαινόταν σύσσωμη κι αποφασισμένη. Τα πράγματα έδειχναν εκτός ελέγχου. Ο Θηβαίος αρμοστής και οι συνεργάτες του ήρθαν σε δύσκολη θέση κι αποφυλάκισαν τους κρατουμένους. Ισχυρίστηκαν ότι επρόκειτο για παρεξήγηση, καθώς ο αρμοστής είχε πληροφορηθεί ότι σπαρτιατικές δυνάμεις έρχονταν να καταλάβουν την Τεγέα κι ότι υπήρχαν Αρκάδες συνωμότες, που εκ των έσω θα τους παρέδιδαν την πόλη.
 
Φυσικά, δεν πείστηκε κανείς. Έστειλαν μάλιστα πρέσβεις στη Θήβα «να τον κατηγορήσουν και να ζητήσουν τη θανατική του καταδίκη». (7,4,39-40). Ο Επαμεινώνδας, όμως, είχε καταλάβει ότι η εκστρατεία στην Πελοπόννησο δεν μπορούσε να αναβληθεί άλλο. Απάντησε ότι ο αρμοστής έκανε λάθος όταν άδειασε τη φυλακή κι όχι όταν τη γέμισε. Για να εξηγήσει: «την ώρα που εμείς για χάρη δική σας μπήκαμε στον πόλεμο, και που σεις κάνατε ειρήνη χωρίς τη συγκατάθεσή μας, δίκαιο δεν είναι να κατηγορηθείτε για τούτο σαν προδότες; Να ξέρετε όμως καλά ότι εμείς και θα εκστρατεύσουμε στην Αρκαδία και θα πολεμήσουμε στο πλευρό των φίλων μας». (7,4,40). Με άλλα λόγια, η εκστρατεία θα γίνει είτε το θέλετε είτε όχι.
 
Όταν έφτασε η απάντηση του Επαμεινώνδα όλοι μπήκαν σε σκέψεις: «ήταν φανερό ότι οι Θηβαίοι ήθελαν την Πελοπόννησο όσο γινόταν πιο αδύναμη, για να πετύχουν πιο εύκολα την υποδούλωσή της». (7,5,1). Τώρα πια διατυπωνόταν δημόσια η άποψη: «τι άλλο λόγο έχουν» (οι Θηβαίοι) «να θέλουν να πολεμάμε εμείς, παρά να βλάπτουμε ο ένας τον άλλον και να τους έχουμε όλοι ανάγκη; Διαφορετικά γιατί, ενώ τους λέμε ότι τούτη τη στιγμή δεν τους χρειαζόμαστε, ετοιμάζονται να ξεκινήσουν; Δεν είναι φανερό ότι η εκστρατεία που ετοιμάζουν στρέφεται εναντίον μας;» (7,5,2).
 
Η Πελοπόννησος αρχίζει να καταλαβαίνει ότι η αναζήτηση της ισχύος είναι πιο εύκολη μέσα από την ενότητα. Φυσικά, δεν πρόκειται για κάτι καινούργιο. Ο αρχαιοελληνικός κόσμος το δίδαγμα αυτό το είχε από τους περσικούς πολέμους ακόμα, αλλά η αντίληψη της πόλης – κράτους λειτουργούσε πάντα διασπαστικά. Γι’ αυτό και οι συμμαχίες ήταν τόσο παροδικές κι εύθραυστες. Το ενιαίο των συμφερόντων δε θα μπορούσε να έχει δυναμική μέσα σε τέτοιες συνθήκες. Η ενότητα της Πελοποννήσου αυτή τη στιγμή – που είναι σχεδόν απόλυτη – και η δημιουργία της Αρκαδικής Ομοσπονδίας (με όλη την παθολογία της), όπως και άλλες περιπτώσεις, είναι μικρές αναλαμπές προς αυτή την κατεύθυνση, χωρίς, όμως, να έχουν ιδιαίτερη συνέχεια.
 
Προς το παρόν ο πελοποννησιακός συνασπισμός φαίνεται τόσο αποφασισμένος που ζητά τη βοήθεια και της Αθήνας και της Σπάρτης. Από την άλλη, ο Επαμεινώνδας ξεκινούσε «έχοντας μαζί του όλους τους Βοιωτούς, τους Ευβοείς και πολλούς Θεσσαλούς λογάριαζε ότι και στην Πελοπόννησο θα είχε συμμάχους – τους Αργείους, τους Μεσσηνίους και όσους Αρκάδες συμπαθούσαν τη Θήβα – δηλαδή τους Τεγεάτες, τους Μεγαλοπολίτες, τους Ασεάτες και τους Πελληνείς». (7,5,4-5).
 
Έφτασε στην Τεγέα κι οχυρώθηκε εκεί, ενώ οι αντίπαλοι ήταν συγκεντρωμένοι στην Μαντίνεια. Περίμενε εκεί μήπως έρθει και κάποια πόλη της Πελοποννήσου προς βοήθειά του, αλλά παρά τους αρχικούς του υπολογισμούς καμιά πόλη δε φαινόταν διατεθειμένη να προσχωρήσει σ’ αυτόν.
 
Αυτό που αξίζει να σημειωθεί είναι ότι για πρώτη φορά ο Ξενοφώντας λέει κάτι θετικό για Θηβαίο ηγέτη: «Δεν θα ‘λεγα ότι ο Επαμεινώνδας στάθηκε τυχερός σ’ εκείνη τη στρατηγία του· κι όμως σε τίποτα δεν υστέρησε απ’ ό,τι απαιτεί προνοητικότητα και τόλμη. Πρώτ’ απ’ όλα, εγώ τουλάχιστον, βρίσκω αξιέπαινο ότι έστησε το στρατόπεδό του μέσα στα τείχη της Τεγέας, γιατί έτσι και περισσότερη ασφάλεια είχε παρά αν έμενε έξω, και συνάμα έκρυβε καλύτερα τις κινήσεις του· εξάλλου μέσα στην πόλη τού ήταν πιο εύκολο ν’ ανεφοδιάζεται μ’ ό,τι χρειαζόταν. Έπειτα, καθώς οι άλλοι ήταν στρατοπεδευμένοι απέξω, είχε τη δυνατότητα να παρατηρεί και τις σωστές τους ενέργειες και τα λάθη τους. Εκτός από τούτο μ’ όλο που πίστευε πως ήταν πιο δυνατός από τους αντιπάλους, όσες φορές τους έβλεπε να κατέχουν πλεονεκτική τοποθεσία δεν έβγαινε να επιτεθεί». (7,5,8).
 
Η πρώτη κίνηση του Επαμεινώνδα, όταν έμαθε ότι και οι Λακεδαιμόνιοι εκστράτευσαν εναντίον του με τον Αγησίλαο, ήταν να επιτεθεί αιφνιδιαστικά στη Σπάρτη. Από καθαρή τύχη το έμαθε αυτό ο Αγησίλαος από κάποιον Κρητικό κι επέστρεψε αμέσως προλαβαίνοντας τα χειρότερα. Ο Επαμεινώνδας, αφού έφτασε έξω από τη Σπάρτη, εντόπισε ένα ύψωμα που θα του έδινε πλεονέκτημα κατά την επίθεση και το κυρίευσε. Έχοντας συντριπτική αριθμητική υπεροχή και ευνοϊκότερη θέση ήταν σίγουρο ότι θα επικρατούσε. Ο Ξενοφώντας γράφει ότι η Σπάρτη σώθηκε από «θεϊκή επέμβαση».
 
Ο Αρχίδαμος, ο οποίος είχε δεν είχε εκατό άνδρες συγκρούστηκε με τις πολυπληθέστερες εχθρικές δυνάμεις ανεβαίνοντας τον ανήφορο και κατάφερε να επικρατήσει ανατρέποντας όλα τα δεδομένα:
 
 «Οι στρατιώτες του Επαμεινώνδα που πολεμούσαν στην πρώτη γραμμή σκοτώθηκαν». (7,5,13). Επρόκειτο για ένα πραγματικό στρατιωτικό θαύμα: «οι Σπαρτιάτες, ενθουσιασμένοι με τη νίκη, συνέχισαν την καταδίωξη πιο πέρα απ’ ό,τι ήταν σκόπιμο» πράγμα που έπρεπε να αποφύγουν αφού «σκοτώθηκαν κι αυτοί με τη σειρά τους. (Οι θεοί είχαν ορίσει καθώς φαίνεται, ως πού θα ‘φτανε η νίκη τους)». (7,5,13).
 
Μετά απ’ αυτό ο Επαμεινώνδας σκεπτόμενος συνετά επέστρεψε στην Τεγέα, καθώς θεωρούσε σίγουρο ότι θα σπεύσουν εκεί οι Αρκάδες, για να βοηθήσουν τη Σπάρτη. Όταν έφτασε στην Τεγέα άφησε τους οπλίτες να ξεκουραστούν, αλλά έστειλε το ιππικό στη Μαντίνεια υπολογίζοντας ότι θα έκανε τρομερή λεηλασία, καθώς ήταν περίοδος θερισμού κι όλος ο πληθυσμός και τα κοπάδια θα ήταν έξω από την πόλη.
 
Το απρόβλεπτο ήταν ότι εντελώς τυχαία είχε μόλις φτάσει εκεί το ιππικό των Αθηναίων, το οποίο, αν και μειονεκτούσε αριθμητικά, κατάφερε να απωθήσει το ιππικό του Επαμεινώνδα δίνοντας μάχη σώμα με σώμα. (Στη σύγκρουση αυτή σκοτώθηκε και ο γιος του Ξενοφώντα, ο Γρύλλος, που είχε πάρει μέρος με το στρατόπεδο των Αθηναίων). Τίποτε δεν πήγαινε καλά για τους Θηβαίους.
 
Κοντά σ’ αυτά έφτανε και ο χρόνος που έπρεπε να αναχωρήσουν για τη Βοιωτία κι ο Επαμεινώνδας ήξερε καλά ότι δεν μπορούσε να φύγει αφήνοντας αβοήθητους αυτούς που τον υποστήριξαν, αφού κάτι τέτοιο θα αμαύρωνε ανεπανόρθωτα τη φήμη της Θήβας συσπειρώνοντας ακόμη περισσότερο τις εναντίον της δυνάμεις: «όχι μόνο νικήθηκε στη Λακεδαίμονα από μικρή δύναμη, μ’ όλο που είχε τόσους οπλίτες, όχι μόνο νικήθηκε στη σύγκρουση ιππικού της Μαντινείας, αλλά κι είχε προκαλέσει, με την εκστρατεία του στην Πελοπόννησο, τη συμμαχία ανάμεσα στους Λακεδαιμονίους, τους Αρκάδες, τους Αχαιούς, τους Ηλείους και τους Αθηναίους». (7,5,18).
 
Ετοίμασε, λοιπόν, ξανά το στρατό για μάχη και τον τοποθέτησε σε πυκνό σχηματισμό. Δεν έσπευσε όμως αμέσως εναντίον των εχθρών, αλλά ακολούθησε μια μακρινή πορεία ανάμεσα στα βουνά δυτικά της Τεγέας. Η εντύπωση που δόθηκε ήταν ότι δε θα έδινε τη μάχη την ίδια μέρα: «μόλις έφτασε στο βουνό ανέπτυξε τη φάλαγγά του και στάθμευσε στο ριζοβούνι, μοιάζοντας σαν να στρατοπεδεύει». (7,5,22).
 
Οι ενέργειές του έπιασαν τόπο: «Συνέπεια αυτού του ελιγμού ήταν να χαλαρώσει η ψυχική ετοιμότητα των αντιπάλων για μάχη, και να χαλαρώσει κι ο σχηματισμός τους». (7,5,22). Αφού το πέτυχε αυτό, ήταν η ώρα να δράσει: «Κατόπιν, όμως, μετακινώντας τους λόχους που ως τότε βάδιζαν ο ένας πίσω από τον άλλον, δημιούργησε μιαν ισχυρή δύναμη κρούσης στο πλευρό που βρισκόταν ο ίδιος» (δηλαδή το αριστερό). «Τότε πρόσταξε να πάρουν τα όπλα και τράβηξε μπροστά, ενώ οι υπόλοιποι τον ακολουθούσαν». (7,5,22).
 
Όπως ήταν φυσικό, προκάλεσε πανικό: «Όταν οι εχθροί τους είδαν να ‘ρχονται έτσι απροσδόκητα καταπάνω τους, κανένας τους δεν κατόρθωσε να διατηρήσει την ψυχραιμία του: άλλοι έτρεχαν στις μονάδες τους, άλλοι παρατάσσονταν, άλλοι περνούσαν χαλινάρια στ’ άλογα ο Επαμεινώνδας οδηγούσε το στρατό του σαν πολεμικό πλοίο, με τη δύναμη κρούσης μπροστά στην πλώρη, πιστεύοντας ότι αρκούσε να διασπάσει τις εχθρικές γραμμές σ’ ένα σημείο για να καταστρέψει ολόκληρο τον αντίπαλο στρατό». (7,5,22-23).
 
Κι όχι μόνο αυτό, αλλά είχε τοποθετήσει μαζί με το ιππικό και βοηθητικούς πεζούς, για να αποτελειώσει οτιδήποτε απέμενε από τη σφοδρότητα της σύγκρουσης που είχε προετοιμάσει. Τοποθέτησε, επίσης, απέναντι από τους Αθηναίους – σε κάποιους λόφους – επιπλέον ιππικό και οπλίτες, για τους αναγκάσει να μην εμπλακούν στη σύγκρουση, αφού σ’ αυτή την περίπτωση θα είχαν να αντιμετωπίσουν κι αυτές τις δυνάμεις, που θα έρχονταν από πίσω τους.
 
Στη σύγκρουση που έγινε οι δυνάμεις του Επαμεινώνδα συνέτριψαν τους αντιπάλους και θα γινόταν σφαγή χωρίς προηγούμενο, αν δεν τραυματιζόταν θανάσιμα. Με το που έπεσε ο Επαμεινώνδας τα στρατεύματά του σταμάτησαν να εκδιώκουν τους εχθρούς χάνοντας τελείως το ηθικό τους: «μ’ όλο που η αντικρινή τους φάλαγγα το ‘χε βάλει στα πόδια, κανέναν δεν σκότωσαν οι οπλίτες, κι ούτε καν προχώρησαν πέρα από το σημείο όπου είχε γίνει η σύγκρουση. Αλλά ούτε και το ιππικό καταδίωξε το εχθρικό ιππικό που έφευγε μπροστά του, μήτε και σκότωσε ιππείς και οπλίτες· φοβισμένοι, σαν να ‘χαν νικηθεί, οι ιππείς του Επαμεινώνδα έμειναν πίσω, ανάμεσα στους αντιπάλους τους που έφευγαν». (7,5,25).
 
Οι άνδρες του Επαμεινώνδα ήταν αδύνατο να πολεμήσουν χωρίς αυτόν. Ο χαμός του υπήρξε ανεπανόρθωτο πλήγμα για τη Θήβα, που δε θα μπορέσει ποτέ να βρει κάποιον αντάξιό του. Η μάχη της Μαντινείας όχι μόνο δεν ξεκαθάρισε τον κυρίαρχο του αρχαιοελληνικού κόσμου, αλλά περιέπλεξε τα πράγματα ακόμη περισσότερο.
 
Ο Ξενοφώντας ολοκληρώνει τα «Ελληνικά» ως εξής: «Ύστερα απ’ αυτά, το αποτέλεσμα στάθηκε αντίθετο από κείνο που περίμενε όλος ο κόσμος: γιατί όπως είχαν βρεθεί συγκεντρωμένες κι αντιμέτωπες δυνάμεις απ’ όλη σχεδόν την Ελλάδα, κανένας δεν αμφέβαλλε ότι σε περίπτωση μάχης οι νικητές θα γίνονταν κυρίαρχοι κι οι νικημένοι υπήκοοί τους. Ωστόσο ο θεός τα ‘φερε έτσι, ώστε η καθεμιά από τις δύο παρατάξεις να στήσει τρόπαιο σαν να ‘χε νικήσει, δίχως η άλλη να προσπαθήσει να την εμποδίσει· κι οι δυο τους έδωσαν πίσω νεκρούς εχθρούς σαν νικητές, αλλά κι οι δυο περισυνέλεξαν δικούς τους νεκρούς σαν νικημένοι· και ενώ κι η μια και η άλλη ισχυρίζονταν ότι είχαν νικήσει, καμιά τους δεν βγήκε από τη μάχη ενισχυμένη σε εδάφη, πόλεις ή εξουσία· και μετά τη μάχη η Ελλάδα γνώρισε ακόμα μεγαλύτερη ακαταστασία κι αναταραχή από πριν». (7,5,26-27).
 
Ξενοφώντος: «Ελληνικά», βιβλίο έβδομο