Τρίτη, 30 Μαΐου 2017

Η ΠΟΛΗ ΣΕ ΜΕΤΑΝΟΙΕΣ ΞΕΝΥΧΤΟΥΣΕ...

Ο εθνικός ποιητής Παλαμάς στον “Δωδεκάλογο του Γύφτου”:

«Και ήταν οι καιροί που η Πόλη
Πόρνη σε μετάνοιες ξενυχτούσε
και τα χέρια της δεμένα τα
κρατούσε
και καρτέραγ΄ ένα μακελάρη
Και καρτέραγε τον τούρκο
να την πάρει».


Το γενικότερο κλίμα στην Κωνσταντινούπολη της εποχής του 1453 ήταν δεισιδαιμονία, διχόνοια, φτώχεια, κακομοιριά, παρακμή. Η γενική δεισιδαιμονία τρεφόταν από τις προφητείες. Προφήτευαν το τέλος της Πόλης και μαζί το τέλος του κόσμου και της Ιστορίας.

Το 1453 η Ελληνική Αυτοκρατορία δεν μπορούσε να σταθεί μόνη της όρθια. Ο Μανουήλ έτρεχε να δει τους Καρόλους, ο Ιωάννης πήγε στη Φερράρα. Είναι η εποχή των επαιτών αυτοκρατόρων. Πήγαιναν επαίτες στη Δύση, εκεί τους δέχονταν με ψεύτικες τιμές και δόξες, αλλά ουσιαστική βοήθεια δεν πρόσφεραν. Πράγματι η «Δύση» δεν βοήθησε. Όταν όμως μιλάμε για Δύση τι εννοούμε; Η Δύση ήταν πολυδιασπασμένη αλλά εμείς οι ίδιοι τι κάναμε; Είναι χαρακτηριστικό ότι όταν ο Παλαιολόγος πολεμάει τους Τούρκους μαζί με τον απεσταλμένο του Πάπα, Ισίδωρο του Κιέβου, και τους Γενοβέζους, ο Γεννάδιος- ο Γεώργιος Σχολάριος, πρώτος Πατριάρχης μετά την Άλωση, τοιχοκολλούσε ανάθεμα εναντίον του Παλαιολόγου.

Σύμφωνα με διάφορες πηγές η Κωνσταντινούπολη το 1453 είχε πληθυσμό περί τις 70.000 με 100.000 κατοίκους.

Ένας βασικός κανόνας – δείκτης σε μια γενική πολεμική επιστράτευση ενός λαού είναι ότι, οι ικανοί προς πόλεμο και μάχη είναι περίπου ένας στους επτά και βοηθητικοί άλλοι τόσοι.

Θα περίμενε κανείς ότι οι πολεμιστές που υπερασπίζονταν την Βασιλεύουσα το 1453, ανάλογα με τον πληθυσμό της πόλεως, θα ήταν περίπου 15.000 άνδρες και άλλοι τόσοι οι βοηθητικοί. Οι υπόλοιποι 70.000 θα ήταν ανίκανοι προς πόλεμο γέροντες, γυναικόπαιδα κα άρρωστοι.

Επειδή όλες οι γειτονικές ελληνικές επαρχίες, αλλά και οι μακρινότερες, θα έδιναν και αυτές κάποιους μαχητές για την υπεράσπιση της πρωτεύουσας των Ελλήνων, είναι λογική η σκέψη ότι ο αυτοκράτορας θα μπορούσε να έχει τουλάχιστον 50.000 πολεμιστές στα κάστρα.

Και όμως δεν διέθετε παρά μόνο 4.500 άνδρες, μαζί με τους ξένους. (Ο Μωάμεθ είχε μαζέψει Σέρβους, Αλβανούς, Τούρκους, τουλάχιστον 100.000 άντρες του- μερικοί μιλούν για 120.000).

Οι υπόλοιποι άνδρες στην πόλη τι έκαναν;

Μήπως ήταν αστράτευτοι μοναχοί, οι οποίοι αντί να πολεμούν, έκαναν ατελείωτες δεήσεις στον ιεχωβά για να σώσει την πόλη;

Την εποχή της Αλωσης υπήρχε έξαρση του μοναχισμού.

Σε όλη τη διαμάχη των ανθενωτικών οι καλόγεροι στα μοναστήρια της Πόλης και του Αθωνα ήταν πρώτοι. Η Πόλη ήταν στα πρόθυρα εμφυλίου πολέμου μεταξύ ενωτικών και ανθενωτικών που, αν δεν προέκυπταν οι Τούρκοι, πιθανότατα θα ξεσπούσε. Οι καλόγεροι ήταν πολλοί, αλλά δεν πολεμούσαν. Αντίθετα με τους δυτικούς μοναχούς (βλέπε τάγμα τευτόνων ιπποτών), που μπορούν να φέρουν όπλα, οι ορθόδοξοι δεν μπορούν.

Η Αγιά Σοφιά, όπως και όλες οι εκκλησίες ήταν γεμάτες, πλην των γυναικόπαιδων, από μοιρολάτρες άντρες που περίμεναν να τους σώσει ο Ιεχωβά. Ήταν τέτοια η θρησκολατρεία όπου το μεγαλύτερο μέρος του ενεργού πληθυσμού, αυτό ως προς τον αντρικό πληθυσμό, είχε βάλει τα καλογερικά ράσα.

Η Πόλη το 1453 είχε 300 μοναστήρια με 10.000 καλόγερους, που θα μπορούσαν να δώσουν 10.000 πολεμιστές.

Εντός των τειχών επίσης υπήρχαν καλλιεργήσιμες εκτάσεις, αμπέλια κλπ και οι αγρότες έκαναν με ασφάλεια τις εργασίες τους. Η Πόλη είχε και δύο τεράστιους ναυστάθμους και μεγάλες ανοικτές δεξαμενές, δηλαδή θεωρητικά θα μπορούσε να αντέξει μακροχρόνια πολιορκία, αν είχε άνδρες πολεμιστές.

Όταν στην Πύλη του Ρωμανού οι Τούρκοι άρχισαν να ανεβαίνουν πάνω και πέρασαν μέσα, έψαχναν τους αντίπαλους πολεμιστές και δεν πίστευαν ότι ήταν τόσοι λίγοι.

Ο Σφραντζής στο “Μικρό Χρονικό” αναφέρει ξεκάθαρα ότι στις λίστες των υπερασπιστών περιελάμβαναν ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΛΑΙΚΟΥΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΜΟΝΑΧΟΥΣ και τους υπολόγιζαν μέσα σε αυτούς που θα έπρεπε να λάβουν όπλα. Οι μοναχοί όμως δεν πολεμούσαν.

Ακόμη και ο Σχολάριος ήταν αγανακτισμένος. Γράφει ότι για να υπάρξει άμυνα της πόλης, πρέπει όλοι να δώσουν ό,τι έχουν από χρήματα, όλοι να δώσουν και τη ζωή τους ακόμα, αυτά όμως να τα κάνουν διατηρώντας την ορθή πίστη, και σε κάθε περίπτωση χωρίς να κάθονται άπραγοι και απλά να κάνουν θείες λειτουργίες, γιατί στην περίπτωση αυτή, οι ψαλμωδίες χωρίς την γνήσια ευσέβεια ίσως να παροξύνουν τον Θεό!

Ο Γεννάδιος Σχολάριος βέβαια είχε κλειστεί στη Μονή Παντοκράτορα, που ήταν το αρχηγείο της ανθενωτικής παράταξης και προφήτευε την επικράτηση των Τούρκων, λόγω των αμαρτιών των κατοίκων της. Κατά τον Σλουμπερζέ «μη έχον συνείδησιν του φοβερού υπό των Τούρκων κινδύνου … εβροντοφώνει αδιακόπως κατά του νέου καθεστώτος (ενωτικού) … προλέγων δια μυστηριωδών προφητειών το τέλος της Αυτοκρατορίας υπό θείας οργής… ενώ οι στασιασταί των οδών, άντρες και γυναίκες, μοναχοί και ιερείς, καλογραίαι και λαϊκοί …δεν έπαυον αναφωνούντες «θάνατος εις τους αζυμίτας και της ειδωλολατρείας αυτών» … και επικαλούνταν την Θεοτόκο που θα έδιωχνε τους Τούρκους.

Οι καλόγεροι της Πόλης κατά τον χρονογράφο της Άλωσης Δούκα ήθελαν να ανοίξουν τις πύλες μια ώρα αρχύτερα για να επαληθευτούν … οι προφητείες. Κατά τον Φραντζή οι ξένοι μισθοφόροι του Παλαιολόγου δεν πληρώνονταν καλά. Ο Παλαιολόγος ζήτησε χρυσάφι και ασήμι από τις εκκλησίες για να κόψει νόμισμα, αλλά του το αρνήθηκαν. Όταν ζητούσε στρατιώτες από τους υπηκόους του, παραπονιούνταν ότι «δεν αδειάζουν, γιατί έχουν δουλειές και πρέπει να βγάλουν το ψωμί τους».

Δύο απατεώνες της εποχής (Μανουήλ Ιάγαρης και μοναχός Νεόφυτος ο Ρόδιος) που τους ζητήθηκε να επισκευάσουν μέρος των κάστρων που καταστράφηκε από τα τούρκικα κανόνια , έκλεψαν τα χρήματα.

Ο μετέπειτα γνωστός περιηγητής Εβλιγιά Τσελεμπή αναφέρει ότι πλήθος ανθενωτικοί και κυρίως καλόγεροι λιποτακτούσαν και πήγαιναν με τους Τούρκους. Από ένα νεόκτιστο οχυρό τόσκασε ένας καλόγερος ονόματι Πέτρος με άλλους 300, αλλαξοπίστησαν όλοι, αυτός ονομάστηκε Μεχμέτ και πήραν μέρος στην πολιορκία στο πλευρό των Τούρκων.

Αυτή ήταν η τραγωδία του Ελληνικού Έθνους την εποχή εκείνη.
Βλέπετε τίποτε κοινό με τους σημερινούς Έλληνες;