Τρίτη, 23 Μαΐου 2017

Η Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή και η αντιμετώπισή της σήμερα

Στην εποχή που διανύουμε όλοι μας γνωρίζουμε ορισμένες ελαφριές μορφές καταναγκασμού. Πολλοί από εμάς επιδιώκουν να διεκπεραιώνουμε υποθέσεις με την ίδια σειρά, προστατευόμαστε από σύμβολα κακοτυχίας (μαύρες γάτες), χωρίς, ωστόσο, να τους δίνουμε υπερβολική σημασία. Ακόμη, πολλές φορές, μας έρχονται σκέψεις οι οποίες φαίνονται παράλογες, αλλά μας είναι αρκετά δύσκολο να απαλλαγούμε από αυτές. Ορισμένοι άνθρωποι φαίνονται πολύ διαφορετικοί στα μάτια μας. Διακρίνονται για την σοβαρότητα, την ακρίβεια, την αξιοπιστία και την επιδεξιότητά τους, όμως τους λείπει ο αυθορμητισμός. Η υπέρμετρη ανάγκη τους για προστασία τους οδηγεί σε μία ιδιόρρυθμη συμπεριφορά σε συνδυασμό με πολύ πείσμα. Η προσωπικότητα αυτών των ατόμων είναι ιδιαίτερα καταναγκαστική.

Τα ψυχαναγκαστικά άτομα πλημμυρίζουν από φόβους. Οι φόβοι τους αυτοί φαίνονται πολύ ασυνήθιστοι στα μάτια μας και μας είναι ιδιαίτερα δύσκολο να τους κατανοήσουμε. Πολύ περισσότερο μας φαίνεται ξένος ο τρόπος που τους εκφράζουν. Η ζωή τους είναι πολύ περιορισμένη. Η καθημερινότητά τους διακρίνεται από επιμέλεια, προσοχή και ακρίβεια. Θα μπορούσαμε να την παρομοιάσουμε με μία επιστημονική εργασία που έχει δομή και οργάνωση. Αυτό που πρέπει να τονίσουμε είναι πως αυτοί οι άνθρωποι μοιάζουν να είναι ανάμεσα σε δύο ζωές, αυτή που δεν διαφέρει από την δική μας και αυτή στην οποία ισχύουν μόνο για τους ίδιους οι δικοί τους κανόνες. Μπορεί να γνωρίζουν πως οι φόβοι τους είναι περιττοί όμως αυτό δεν τους βοηθάει να απελευθερωθούν από αυτούς.

Το ενδιαφέρον για την Ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή  είναι ιδιαίτερα αυξημένο τα τελευταία 10 χρόνια και ιδιαίτερα μεγάλες αλλαγές έχουν επέλθει στον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε σήμερα το πρόβλημα αυτό και τα πιθανά αίτιά του. Η διαταραχή αυτή τα τελευταία 5 έτη έχει μελετηθεί τόσο εκτεταμένα όσο καμιά άλλη νευρωτική διαταραχή. Η ιδεοψυχαναγκαστική διάσταση θα μπορούσαμε να πούμε ότι περιλαμβάνει τρία επίπεδα, την ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή, τον ψυχαναγκαστικό καταναγκαστικό τρόπο ζωής που εμπεριέχει στοιχεία της ιδεοψυχαναγκαστικής διαταραχής της προσωπικότητας και τέλος την ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή της προσωπικότητας όπου τα ψυχαναγκαστικά καταναγκαστικά χαρακτηριστικά είναι άκαμπτα και βλάπτουν τη λειτουργία του ατόμου.

Οι άνθρωποι που πάσχουν από καταναγκασμούς προσπαθούν να αντισταθούν στις σκέψεις τους και να τις απομακρύνουν από το μυαλό τους, προσπαθούν, δηλαδή, με μεγάλη πίεση να μην ενδώσουν. Ορισμένοι είναι σε θέση να ελέγχουν τα συμπτώματά τους. Περνώντας, όμως, τα χρόνια η αντίσταση μπορεί να μειώνεται και όταν συμβαίνει αυτό η Ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή γίνεται πιο εμφανής και πιο σοβαρή. Σε κάποιες περιπτώσεις ιδιαίτερα σοβαρές η κατανάλωση χρόνου σε καταναγκαστικές σκέψεις και πράξεις από τον πάσχοντα είναι τόσο μεγάλη που δεν του επιτρέπει να ασχοληθεί με άλλες δραστηριότητες. Ακόμη, οι άνθρωποι αυτοί προτιμούν να αποκρύψουν τη διαταραχή από το να ζητήσουν βοήθεια. Πολλές φορές επιδιώκουν και τα καταφέρνουν με επιτυχία να αποκρύπτουν τα συμπτώματά τους από τον κοινωνικό τους περίγυρο. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να προσαρμόζουν την ζωή τους στην διαταραχή τους έτσι ώστε να είναι συμβατή, πληρώνοντας όμως το τίμημα της χαμηλής ποιότητας ζωής

Μέχρι το 1980, η ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή θεωρούνταν σπάνια. Φαίνεται πως είναι το ίδιο συχνή και στα δύο φύλα και διακρίνεται στο 2 με 3% του γενικού πληθυσμού. Η μέση ηλικία έναρξης είναι μικρότερη για τους άνδρες, γύρω στα 20, και μεγαλύτερη για τις γυναίκες, γύρω στα 25. Περίπου οι μισοί από τους ενήλικες που εμφανίζουν ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή είναι άγαμοι ή ζουν μόνοι. Τα κλινικά χαρακτηριστικά της διαταραχής στα παιδιά είναι γενικά τα ίδια όπως και στους ενηλίκους. Μελέτες έχουν δείξει πως αποδίδουν επιπολασμό ζωής 2,5 % και επιπολασμό έτους 1.5 % ως 2.1 %.

Το κυριότερο χαρακτηριστικό της διαταραχής είναι οι επαναλαμβανόμενοι ψυχαναγκασμοί ή και καταναγκασμοί που είναι αρκετά σοβαροί για να προκαλούν έντονη υποκειμενική ενόχληση προκαλώντας στο άτομο σοβαρή δυσλειτουργία στην καθημερινότητά του. Οι ψυχαναγκασμοί είναι επίμονες  ιδέες, σκέψεις, παρορμήσεις που το άτομο βιώνει ως εισβολή και ως παράλογες και του προκαλούν έντονο άγχος και δυσφορία.

Οι πιο συνηθισμένοι από αυτούς είναι οι επαναλαμβανόμενες σκέψεις μόλυνσης (π.χ. μήπως μολυνθεί κάνοντας χειραψία), αμφιβολίας (π.χ. αν τραυμάτισε κάποιον σε τροχαίο ατύχημα ή αν κλείδωσε την πόρτα), τάξης/ τακτοποίησης (π.χ. έντονη δυσφορία αν κάποια αντικείμενα είναι μη συμμετρικά τακτοποιημένα), παρορμήσεις επιθετικότητας ή βίας (π.χ. να σκοτώσει το παιδί του/ της) ή σεξουαλικές εικόνες/ φαντασιώσεις (π.χ. επαναλαμβανόμενες πορνογραφικές εικόνες).  Το άτομο προσπαθεί να τις αγνοήσει ή να τις μετριάσει και πολλές φορές να τις εξουδετερώσει με κάποια άλλη σκέψη ή πράξη (π.χ. με καταναγκασμό).

Οι καταναγκασμοί είναι οι επαναλαμβανόμενες συμπεριφορές( π.χ. πλύσιμο χεριών) ή νοητικές πράξεις (π.χ. προσευχή, μέτρημα), τις οποίες το άτομο νιώθει πως είναι αναγκασμένο να εκτελέσει, απαντώντας σε έναν ψυχαναγκασμό ή ακολουθώντας κάποιους κανόνες που πρέπει να τηρηθούν αυστηρά. Ωστόσο, δεν πραγματοποιούνται με ευχαρίστηση, αλλά για να ανακουφίσουν το άτομο από το άγχος, την δυσφορία και τον φόβο που προκαλούν οι ψυχαναγκασμοί. Παραδείγματος χάρη, τα άτομα με ψυχαναγκασμούς μόλυνσης είναι ικανοί να «γδάρουν» τα χέρια τους πλένοντάς τα ξανά και ξανά μέχρι να ανακουφιστούν από το άγχος των ψυχαναγκασμών τους. Οι πιο κοινοί καταναγκασμοί είναι αυτοί του πλυσίματος και καθαρισμού, της μέτρησης, του ελέγχου, της αναζήτησης διαβεβαιώσεων/ καθησυχασμού, της επανάληψης πράξεων και της τακτοποίησης/ τάξης.

Η θεραπεία της Ιδεοψυχαναγκαστικής Διαταραχής είναι ένα πολύ λεπτό ζήτημα. Η θεραπεία της συμπεριφοράς ερμηνεύει την ψυχαναγκαστική συμπεριφορά ως ένα μαθησιακό λάθος και έχει ως βάση της τις θεωρίες της κλασσικής εξαρτημένης και της συντελεστικής μάθησης. Η θεραπεία αυτή χρησιμοποιεί κυρίως την έκθεση του ατόμου (για τους τελετουργικούς καταναγκασμούς) και στην συνέχεια την παρεμπόδιση της απάντησης.  Η φαρμακευτική αγωγή, χρησιμοποιείται μόνη της ή σε συνδυασμό με την θεραπεία της συμπεριφοράς. Υπάρχουν ορισμένα φάρμακα που η χρήση τους έχει βοηθήσει σημαντικά στην θεραπεία της συγκεκριμένης διαταραχής. Ωστόσο, ο θεραπευτής θα πρέπει να είναι πολύ προσεκτικός και υπομονετικός, γιατί η βελτίωση καθυστερεί τουλάχιστο 2-3 μήνες να παρουσιαστεί. Βέβαια, θα πρέπει να διαρκέσει για μεγάλο χρονικό διάστημα, επειδή ο ασθενής μπορεί να υποτροπιάσει αν διακοπεί. Ο βαθμός βελτίωσης με φαρμακευτική αγωγή μπορεί να φτάσει και το 80%.

Η υποστηρικτική ψυχοθεραπεία προσφέρει ενθάρρυνση και ανύψωση του ηθικού και πρακτικές λύσεις στα προβλήματα του ατόμου. Η ψυχοχειρουργική χρησιμοποιείται μόνο όταν οι άλλες θεραπείες αποτύχουν. Η οικογενειακή θεραπεία βοηθάει κατά την θεραπεία του ατόμου με ενημέρωση της οικογένειάς του για την φύση της διαταραχής και την εκμάθηση του τρόπου που πρέπει να δείχνουν κατανόηση.

Η γνωσιακή-συμπεριφοριστική θεραπεία, βασίζεται στο μοντέλο του Beck και περιλαμβάνει τη θεώρηση των ιδεοληψιών ως ερεθίσματα, τον εντοπισμό των αυτόματων σκέψεων, την αμφισβήτηση αυτών και τη μετατροπή τους σε πιο λειτουργικές σκέψεις για τον ασθενή. Η διάρκειά της είναι συνήθως 20-25 συνεδρίες. Αν υπάρχει συνοσηρότητα προσθέτουμε συνεδρίες αναλόγως. Ένας ακόμα στόχος της γνωσιακής – συμπεριφοριστικής ψυχοθεραπείας για τον ασθενή είναι να αλλάξει η δυσλειτουργική συμπεριφορά όσο το δυνατόν πιο νωρίς στην θεραπεία. Απαιτείται πολύ καλή γνωσιακή ανάλυση και αξιολόγηση προκειμένου να κυλήσει σωστά η θεραπεία. Ο Σωκρατικός διάλογος χρησιμοποιείται για την αμφισβήτηση των αυτόματων σκέψεων. Η προσέγγιση αυτή έχει βασιστεί στην ενεργητική συνεργασία του θεραπευτή και του ασθενούς και εστιάζει στο προβλήματα του παρόντος και στην αντιμετώπισή τους. Σε συνεργασία, λοιπόν, ο θεραπευτής με τον θεραπευόμενο στοχεύουν στον εντοπισμό και την αντιμετώπιση των νοητικών κατασκευών που θεωρούνται υπεύθυνες για την συγκεκριμένη διαταραχή.

Είναι αποδεδειγμένο, όπως προείπαμε, πως η διαταραχή αυτή μπορεί να προκαλέσει πολλά προβλήματα στην καθημερινότητα του ατόμου (π.χ. στην εργασία, στις κοινωνικές επαφές, στις δραστηριότητες). Για αυτό το λόγο, οφείλουμε όλοι να είμαστε αρκετά ευαισθητοποιημένοι και να μην διστάζουμε να απευθυνθούμε σε κάποιον ειδικό ψυχικής υγείας, με σκοπό να την αντιμετωπίσουμε αποτελεσματικά, έτσι ώστε να πάψει να είναι το εμπόδιο για μια δημιουργική ζωή.