Δευτέρα, 8 Μαΐου 2017

Ο Ξενοφώντας και το ατέρμονο των συμμαχικών εξελίξεων

Η τυραννία που εγκαθίδρυσε ο Εύφρων στη Σικυώνα συμμαχώντας με τις δυνάμεις των δημοκρατικών δεν έμελλε να έχει διάρκεια. Η προκλητική του στάση και ο ξέφρενος καιροσκοπισμός σε βάρος κάθε πολιτικής ιδεολογίας έκαναν τους Αρκάδες να αναλάβουν δράση: «ο Στυμφάλιος Αινέας, που είχε γίνει στρατηγός των Αρκάδων, έκρινε ανυπόφορη την κατάσταση στη Σικυώνα· ανέβηκε λοιπόν με το στρατό του στην ακρόπολή της και συγκέντρωσε τους ανθρώπους της αριστοκρατικής τάξης που βρίσκονταν μέσα στην πόλη, ενώ ταυτόχρονα έστελνε να φωνάξουν κι όσους είχαν εξοριστεί δίχως νόμιμη απόφαση». (7,3,1).
 
Ο Εύφρων εγκατέλειψε την πόλη και σε μια επίδειξη τυχοδιωκτισμού «κάλεσε τον Πασίμηλο από την Κόρινθο και με τη μεσολάβησή του παρέδωσε το λιμάνι στους Λακεδαιμονίους, ξαναγυρίζοντας έτσι στη συμμαχία τους με τον ισχυρισμό ότι δεν είχε πάψει να τους είναι πιστός». (7,3,2).
 
Έδωσε μάλιστα κι εξηγήσεις για το πώς έγιναν τα πράγματα: «γιατί όταν η πρόταση αποστασίας είχε τεθεί σε ψηφοφορία στην πόλη – είπε – εκείνος την είχε καταψηφίσει μαζί με λίγους άλλους· κατόπιν, θέλοντας να εκδικηθεί όσους τον είχαν προδώσει, είχε εγκαθιδρύσει δημοκρατία». (7,3,2-3).
 
Για να καταλήξει: «εγώ εξόρισα όλους όσοι σας πρόδιδαν. Αν ήταν στο χέρι μου, θα προσχωρούσα σε σας μαζί μ’ ολόκληρη την πόλη· τώρα σας έχω παραδώσει τουλάχιστον αυτό που μπόρεσα να κρατήσω – το λιμάνι». (7,3,3). Το γιατί δεν προσχωρούσε τόσο καιρό με ολόκληρη την πόλη στους Λακεδαιμονίους, αλλά το θυμήθηκε τώρα που την κατέλαβαν οι Αρκάδες, δε χρειάζεται να εξηγηθεί.
 
Φυσικά, το ενδεχόμενο να έπεισε τους Λακεδαιμονίους είναι αδύνατο. Το σίγουρο είναι ότι δεν τους ήταν άσχημο να ελέγχουν το λιμάνι της Σικυώνας. Εξάλλου, στη δύσκολη θέση που ήταν δεν είχαν την πολυτέλεια να αρνούνται τέτοιες προσφορές. Όταν τα πράγματα είναι οριακά, κάθε Εύφρων μπορεί να είναι υπολογίσιμος.
 
Το ζήτημα όμως δε σταμάτησε εκεί. Ο Εύφρων, αφού δεν πήρε από τη Σπάρτη τη βοήθεια να επανακαταλάβει την πόλη του – πράγμα που προφανώς επεδίωκε –, απευθύνθηκε στην Αθήνα: «… πήρε μισθοφόρους από την Αθήνα, γύρισε ξανά και με τη βοήθεια των δημοκρατικών έγινε κύριος της πόλης». (7,3,4).
 
Ξανά λοιπόν δημοκρατικός ο Εύφρων, που αλλάζει τις παρατάξεις σαν τα πουκάμισα. Του έμεινε όμως ένα τελευταίο προβληματάκι: «Την ακρόπολη την κατείχε Θηβαίος αρμοστής, κι ο Εύφρων κατάλαβε ότι όσο κατείχαν οι Θηβαίοι την ακρόπολη δεν μπορούσε να γίνει κύριος όλου του κράτους· συγκέντρωσε λοιπόν χρήματα και ξεκίνησε για τη Θήβα, σκοπεύοντας μ’ αυτά να πείσει τους Θηβαίους να διώξουν τους ολιγαρχικούς και να παραδώσουν ξανά στον ίδιο την πόλη». (7,3,4).
 
Ο Εύφρων είναι ίσως η πιο ακραία περίπτωση καιροσκοπισμού, η οποία όμως καταδεικνύει το πνεύμα των καιρών. Τη μέθοδο της δωροδοκίας είναι φανερό ότι την παίζει στα δάχτυλα κι αυτός είναι και ο λόγος φτάνει στη Θήβα με τις τσέπες γεμάτες. Και είχε τέτοια φιλική αντιμετώπιση εκεί, ώστε, αν δεν τον δολοφονούσαν μέσα στη θηβαϊκή ακρόπολη κάποιοι εξόριστοι από την πατρίδα του, θα πετύχαινε σίγουρα το σκοπό του.
 
Η περίπτωση του Εύφρονα είναι τόσο κραυγαλέα, που όταν οι άρχοντες της Θήβας οδήγησαν τους δράστες στη Βουλή προτείνοντας καταδίκη σε θάνατο, έφτασε η απολογία του ενός – ο μοναδικός που ομολόγησε την πράξη του, καθώς οι άλλοι αρνήθηκαν οποιαδήποτε συμμετοχή από φόβο –, ώστε ο λαός της Θήβας να τους αθωώσει όλους: «Οι Θηβαίοι, σαν άκουσαν αυτά, έκριναν ότι ο Εύφρων ήταν άξιος της τύχης του». (7,3,12). Παρόλα αυτά οι Σικυώνιοι τον έθαψαν με μεγάλες τιμές: «Οι συμπολίτες του, αντίθετα, παρέλαβαν το νεκρό σαν να ‘χε σταθεί σπουδαίος άνθρωπος, τον έθαψαν στην αγορά και τον τιμούν σαν να ‘ταν ιδρυτής της πόλης». (7,3,12).
 
Από την άλλη μεριά, οι Φλιάσιοι ήταν ένα σπάνιο παράδειγμα σταθερών συμμάχων. Πραγματικά αφοσιωμένοι στη Σπάρτη έδιναν τρομερές μάχες για να υπερασπίσουν την πόλη τους βιώνοντας διαρκώς τον έσχατο κίνδυνο. Όσο για τους αγρούς, είχαν χρόνια να πάρουν καρπό, αφού σχεδόν κάθε χρόνο λεηλατούνταν από τους συμμάχους του αντίπαλου στρατοπέδου. Όλοι πέρασαν από κει. Και οι Αρκάδες και οι Σικυώνιοι του Εύφρονα και οι Αργείοι και οι Πελληνείς και οι ίδιοι οι Θηβαίοι.
 
Κάθε φορά οι Φλιάσιοι έβρισκαν τον τρόπο να τους απομακρύνουν δείχνοντας συγκινητική προσήλωση στη Σπάρτη: «Ότι τους χρειαζόταν στ’ αλήθεια πολλή αντοχή για να μείνουν πιστοί στους φίλους τους είν’ ολοφάνερο: από τον καιρό που βρέθηκαν αποκομμένοι από τη σοδειά τους, αναγκάζονταν να συντηρηθούν είτε με αρπαγές από εχθρικά εδάφη είτε με αγορές από την Κόρινθο – κι ο δρόμος προς την αγορά ήταν γεμάτος κινδύνους, ο πορισμός των αναγκαίων χρημάτων δύσκολος, δύσκολη και η εξεύρεση μεταφορέων, προβληματική η εξεύρεση ανθρώπων που θα εγγυόνταν την ασφάλεια των υποζυγίων που θα ‘καναν τη μεταφορά». (7,2,17).
 
Βρισκόμενοι σε απόγνωση οι Φλιάσιοι κατάφεραν να πείσουν τον Αθηναίο στρατηγό Χάρητα να συνοδεύσει την εφοδιοπομπή εξασφαλίζοντας την προάσπισή της. Ο Χάρης απεδείχθη αντάξιος της αποστολής και οι εχθροί που προσπάθησαν να επιτεθούν τράπηκαν σε φυγή. Μέσα σε κλίμα αμοιβαίας εμπιστοσύνης την επόμενη κιόλας μέρα οι Φλιάσιοι έθεσαν στο Χάρητα μια πρόκληση, που δε θα μπορούσε να αντισταθεί: «Στο χέρι σου είναι σήμερα, Χάρη, να πραγματοποιήσεις ένα λαμπρό κατόρθωμα: οι Σικυώνιοι οχυρώνουν μια τοποθεσία κοντά στα σύνορά μας, κι έχουν εκεί πολλούς χτίστες, αλλά όχι πολλούς οπλίτες. Θα τραβήξουμε λοιπόν μπροστά εμείς, οι ιππείς κι οι πιο γεροί οπλίτες, κι αν ακολουθήσεις εσύ με τους μισθοφόρους σου ίσως να βρεις την επιχείρηση τελειωμένη κιόλας – ίσως μόνο η εμφάνισή σου να παίξει καθοριστικό ρόλο. Ένα πράγμα πάντως πρέπει να ξέρεις, Χάρη – αν το κάνεις θα ‘χεις εξασφαλίσει μια βάση εναντίον του εχθρού, θα ΄χεις σώσει μια φιλική πόλη, και θα κερδίζεις πολλή δόξα στην πατρίδα σου και μεγάλη φήμη ανάμεσα στους συμμάχους και τους εχθρούς». (7,2,20).
 
Ο Χάρης πείθεται σχεδόν αμέσως, η θυσία είναι ευνοϊκή και όλοι μαζί σπεύδουν για το οχυρό της Θυαμίας, το οποίο καταλαμβάνουν χωρίς την ελάχιστη αντίσταση. Το μόνο που έμενε ήταν να το ολοκληρώσουν ενισχύοντας τις συμμαχικές δυνάμεις: «Οι Κορίνθιοι πάλι, όταν ήρθε νύχτα αγγελιαφόρος και τους ανακοίνωσε τα γεγονότα της Θυαμίας, έκαναν μια πολύ φιλική χειρονομία: κήρυξαν επίταξη όλων των αμαξιών και των υποζυγίων, τα φόρτωσαν στάρι και τα οδήγησαν στον Φλιούντα· κι όσον καιρό χτιζόταν το οχυρό, έστελναν καθημερινώς εφοδιοπομπές». (7,2,23).
 
Τα πράγματα όμως δεν πήγαν όπως τα υπολόγιζαν. Οι εξόριστοι του Ωρωπού κατάφεραν να τον κυριέψουν φέρνοντας τους Αθηναίους σε δύσκολη θέση. Έκαναν εκστρατεία με ό,τι δυνάμεις είχαν και κάλεσαν το Χάρητα να γυρίσει γρήγορα πίσω: «Στο μεταξύ κανένας από τους συμμάχους δεν πήγε να βοηθήσει τους Αθηναίους, κι έτσι έφυγαν αφήνοντας τον Ωρωπό στα χέρια των Θηβαίων ώσπου να γίνει διαιτησία». (7,4,1).
 
Ο Λυκομήδης διαβλέποντας τη δυσφορία των Αθηναίων από την απροθυμία των συμμάχων να τους βοηθήσουν, ενώ εκείνοι έσπευδαν παντού, έπεισε τους Αρκάδες να διαπραγματευτεί ειρήνη μαζί τους. Η πρόταση ξάφνιασε τους Αθηναίους και αρχικά θεωρήθηκε παράλογη, καθώς ήταν αδύνατο να έχουν ειρήνη μεταξύ τους δυο πόλεις που η μια τάσσεται με τη Θήβα κι η άλλη με τη Σπάρτη μέσα σε τέτοιο πόλεμο.
 
Εξάλλου, μια τέτοια κίνηση θα φαινόταν προδοτική για τη Σπάρτη, που είχε μονίμως ανοιχτό μέτωπο με τους Αρκάδες: «όταν το καλοσκέφτηκαν, ωστόσο, βρήκαν ότι θα ‘ταν εξίσου ωφέλιμο για τους  Λακεδαιμονίους όσο και για τους ίδιους να μην έχουν πια ανάγκη οι Αρκάδες τους Θηβαίους, και τελικά δέχτηκαν τη συμμαχία με τους Αρκάδες». (7,4,2-3). (Μετά τη συμφωνία αυτή ο Λυκομήδης βρήκε τραγικό θάνατο, καθώς από λάθος αποβιβάστηκε από το πλοίο που τον μετέφερε στο σημείο που ήταν συγκεντρωμένοι οι εξόριστοι Αρκάδες της αντίπαλης μερίδας, οι οποίοι τον εξόντωσαν).
 
Η νέα αυτή συμμαχική ανατροπή έφερε ντόμινο αλλαγών στα δύο στρατόπεδα. Οι Κορίνθιοι έπαψαν πλέον να εμπιστεύονται τους Αθηναίους κι έδιωξαν όλες τις αθηναϊκές φρουρές από την περιοχή τους. Ακόμη κι όταν έφτασε εκεί ο Χάρης, ως άνθρωπος μεγαλύτερης εμπιστοσύνης, ήταν αδύνατο να μεταπεισθούν οι Κορίνθιοι. Όλοι οι Αθηναίοι αποχώρησαν από την κορινθιακή γη και η έλλειψη ανδρών ήταν πλέον πολύ φανερή.
 
Αρχικά προσέλαβαν μισθοφόρους και κατάφεραν όχι μόνο να υπερασπίζουν την περιοχή, αλλά και να προξενούν μεγάλες ζημιές στους εχθρούς τους. Γρήγορα όμως κατάλαβαν ότι δεν είχαν δυνάμεις να συνεχίσουν. Έστειλαν πρέσβεις στη Θήβα, για να ρωτήσουν ευθέως αν υπήρχε περίπτωση να γίνει ειρήνη μεταξύ τους. Κι όταν η Θήβα απάντησε θετικά, έστειλαν αμέσως απεσταλμένους στη Σπάρτη προκειμένου να ξεκαθαρίσουν τη θέση τους: «αν βλέπετε τρόπο να σωθούμε συνεχίζοντας τον πόλεμο, να μας τον εξηγήσετε κι εμάς αν σας συμφέρει, να κάνετε κι εσείς ειρήνη ταυτόχρονα μ’ εμάς – γιατί με κανέναν άλλον δεν θα μας ήταν πιο ευχάριστο να σωθούμε μαζί, παρά με σας αν σωθούμε, ίσως κάποτε να σας προσφέρουμε και πάλι υπηρεσίες – ενώ αν καταστραφούμε, είναι φανερό ότι ποτέ πια δεν θα σας φανούμε χρήσιμοι». (7,4,8).
 
Από την πλευρά τους οι Σπαρτιάτες στάθηκαν στο ύψος των περιστάσεων: «οι Λακεδαιμόνιοι, όχι μόνο συμβούλεψαν τους Κορινθίους να κάνουν ειρήνη, αλλά έδωσαν άδεια και στους υπόλοιπους συμμάχους, εφόσον δεν ήθελαν να πολεμήσουν άλλο στο πλευρό τους, να σταματήσουν. Οι ίδιοι, είπαν, θα συνεχίσουν τον πόλεμο – κι ό,τι θέλει ο θεός ας γίνει. Πάντως ποτέ δεν θα δεχτούν να τους πάρουν αυτό που τους είχαν αφήσει οι πατέρες τους: τη Μεσσήνη». (7,4,9).
 
Η επόμενη πράξη θα παιχτεί στη Θήβα, όπου οι Θηβαίοι ζητούν από τους Κορινθίους, πέρα από την ειρήνη, να ορκιστούν ότι θα είναι και σύμμαχοί τους, πράγμα που θα τους ωθούσε εναντίον της Σπάρτης: «οι Κορίνθιοι όμως αποκρίθηκαν ότι συμμαχία δεν θα σήμαινε ειρήνη, αλλά μια διαφορετική μορφή πολέμου. Η άρνησή τους να πολεμήσουν τους ευεργέτες τους, μ’ όλο τον κίνδυνο που διέτρεχαν, προκάλεσε τον θαυμασμό των Θηβαίων, που δέχτηκαν να κάνουν ειρήνη, με τους Φλιασίους και μ’ όσους είχαν έρθει μαζί τους στη Θήβα, με τον όρο ότι κάθε πόλη θα διατηρούσε τα δικά της εδάφη». (7,4,10).
 
Κατόπιν αυτών όλοι παρέδωσαν όλες τις περιοχές που κατείχαν χωρίς να τους ανήκουν στους δικαιούχους τους. Οι Φλιάσιοι παρέδωσαν τη Θυαμία. Μόνο οι Αργείοι επέμεναν στην παραβίαση των ξένων εδαφών κυριεύοντας το Τρικάρανο των Φλιασίων και παριστάνοντας ότι ήταν δικό τους. Περνάμε πια στο 364 π.Χ. και τα στρατόπεδα δείχνουν να ξεκαθαρίζουν. Η Σπάρτη έχει απομονωθεί σχεδόν ολοκληρωτικά…
 
Ξενοφώντας: «Ελληνικά», βιβλίο έβδομο