Δευτέρα, 8 Μαΐου 2017

Η γυναικεία ταυτότητα μέσα από την μετάβαση της στην μητρότητα

Η εγκυμοσύνη και η απόκτηση παιδιού συνήθως θεωρούνται και περιγράφονται ως μοναδικές και ευτυχείς εμπειρίες. Παρ’ ολ’ αυτά, η όλη διαδικασία αναδεικνύει μια σειρά αμφιθυμικών συναισθημάτων και προβληματισμών, ικανών να τη μετατρέψουν σε μια δυσάρεστη εμπειρία. Η κατάθλιψη στις γυναίκες θεωρείται ως ένα έμφυλο πρόβλημα ψυχικής υγείας, δεδομένου ότι περισσότερες γυναίκες από ό,τι άνδρες είναι πιθανό να βιώσουν κάποια μορφή κατάθλιψης καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής τους.

Πολλοί παράγοντες συμβάλλουν στην ανάπτυξη της κατάθλιψης στις γυναίκες. Πολλοί παράγοντες συμβάλλουν επίσης στους τρόπους με τους οποίους διαφορετικές γυναίκες αντιλαμβάνονται και κατανοούν την έννοια της κατάθλιψης και τις δικές τους εμπειρίες που σχετίζονται με την κατάθλιψη. Τα ψυχολογικά και κοινωνιολογικά στοιχεία σχετικά με την κατάθλιψη στις γυναίκες υποδεικνύουν ότι οι ρόλοι της γυναίκας ως μητέρας ενδέχεται να σχετίζεται με την κατάθλιψη, είτε ως μεμονωμένος ρόλος είτε σε συνδυασμό με άλλους ρόλους.

 Ωστόσο, αυτή η προσέγγιση στη μητρότητα ως ρόλος αγνοεί τη σημασία των υποκειμενικών εμπειριών της μητρότητας. Μια εναλλακτική προσέγγιση προτείνεται εδώ σύμφωνα με την οποία η μητρότητα θεάται μέσα από τις υποκειμενικές εμπειρίες των γυναικών, ως η ενσωμάτωση κοινωνικής εμπειρίας, ως υποκειμενικότητα και ως εμπειρία του εαυτού.

Πώς ενδέχεται να καταστεί αντιληπτή η κατάθλιψη στις γυναίκες
Η θεώρηση των παραγόντων και των στρεσογόνων παραγόντων που σχετίζονται με τους έμφυλους ρόλους και τις εμπειρίες των γυναικών, καθώς και τους ισχυρούς συμπίπτοντες παράγοντες, όπως το φύλο, η κοινωνικοοικονομική κατάσταση, η ηλικία και η (αν)ικανότητα, παρέχει την ευκαιρία να καταστεί αντιληπτή η κατάθλιψη στις γυναίκες υπό ένα πολύ ευρύτερο πρίσμα σε σχέση με τη μέθοδο της διερεύνησης των εμπειριών της κατάθλιψης των γυναικών από μεμονωμένες, μη συνδεδεμένες θεωρίες ή προοπτικές. Για παράδειγμα, δεν αναπτύσσουν όλες οι γυναίκες που ζουν με ψυχοκοινωνικούς στρεσογόνους παράγοντες, όπως όταν είναι γονείς μικρών παιδιών και ταυτόχρονα φροντίζουν ηλικιωμένους γονείς, κατάθλιψη. Πώς μπορούμε να κατανοήσουμε τις διαφορές μεταξύ των γυναικών και να χρησιμοποιήσουμε αυτή τη γνώση για να πληροφορήσουμε τους άλλους;

Οι ευρείες καίριες προοπτικές (Morley και Macfarlane 2012, Mullaly 2007) απαιτούνται για ενδελεχή ενημέρωση, ανάλυση, αντιμετώπιση και πρόληψη της κατάθλιψης στις γυναίκες. Μια καίρια φεμινιστική προοπτική υποστηρίζει ότι το προσωπικό είναι πολιτικό, ότι η ποικιλομορφία μεταξύ των γυναικών, αλλά και των εμπειριών τους, πρέπει να αναγνωρισθεί, ότι ο μετασχηματισμός και η αλλαγή σε ατομικό ή/και κοινωνικό επίπεδο παρέχουν εστίες για κοινωνική εργασία με τις γυναίκες και ότι τα πλαίσια και οι θέσεις στις οποίες βρίσκονται γυναίκες αλλάζουν συνεχώς. Περαιτέρω, η ευθύνη για κατανόηση και πρόληψη της ανάπτυξης, καθώς και για αδιαμφισβήτητες αποδόσεις, υποθέσεις, προσδοκίες και λόγοι κατάθλιψης στις γυναίκες πρέπει να είναι μια πολυπαραγοντική, πολυεπίπεδη δέσμευση της κοινωνίας.

Η αξία της μητρότητας
Η μητρότητα θεωρείται μια ιδιότητα χαμηλού κύρους και προσδιοριστική για τις γυναίκες σε αντίθεση με τις ιδιότητες που απαιτούνται σε επαγγέλματα υψηλού κύρους. Οι γυναίκες μπορεί να χάσουν πολύτιμα στοιχεία της ταυτότητάς τους, για παράδειγμα, την απώλεια της ταυτότητας ως ειδικευμένες εργαζόμενες κατά την απομάκρυνση από την εργασία (Smith, 1990). Η εμπειρία της μητρότητας τους στερεί τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσουν δεξιότητες που είναι κοινωνικά αναγνωρίσιμες.

Οι αναγνωρίσιμες δεξιότητες σε αμειβόμενη απασχόληση δεν μπορούν να ενσωματωθούν στην καθημερινή ζωή των γυναικών που είναι μητέρες και που δεν έχουν πλέον αμειβόμενη απασχόληση. Αυτή η απώλεια της ευκαιρίας να χρησιμοποιούν αναγνωρισμένες δεξιότητες ενδέχεται στη συνέχεια να ανατροφοδοτεί την εκτίμηση των γυναικών για τον εαυτό τους στο μητρικό ρόλο. Για παράδειγμα, οι γυναίκες που είναι μητέρες εξ’ ολοκλήρου μπορεί να αισθανθούν ότι δεν είναι σε θέση να πραγματοποιήσουν εργασίες που απαιτούν διανοητικές δεξιότητες (Gavron, 1966, Nicolson, 1988).

Οι γυναίκες μπορούν επίσης να θεωρήσουν τη μητρότητα μια ασχολία που απαιτεί δεξιότητες, αλλά τοποθετείται μεταξύ αντιφατικών εκτιμήσεων αναγνωρίσιμων δεξιοτήτων, εφόσον οι δεξιότητες της ανατροφής και της φροντίδας που απαιτούνται στη μητρότητα έρχονται σε αντίθεση με τα δυναμικά και ανταγωνιστικά χαρακτηριστικά που απαιτούνται για την επιτυχία σε πολλούς τομείς της επαγγελματικής απασχόλησης (Nolen-Hoeksema, 1990).

Η μητρότητα ως μια εμπειρία της ταυτότητας και του εαυτού
Οι Brown και Harris (1978) υποστήριξαν ότι η ευπάθεια σε κατάθλιψη στις γυναίκες σχετιζόταν με την εμπειρία τους ως σύζυγοι και μητέρες, και ιδίως με τη διαφορά μεταξύ των πραγματικών ή σημερινών εμπειριών και των προσδοκιών από τον εαυτό τους σε αυτούς τους ρόλους. Οι τρεις παράγοντες ευπάθειας που αναφέρονται παρακάτω είναι: παρουσία στο σπίτι τριών ή περισσότερων παιδιών κάτω των 14 ετών, απουσία σχέσης εμπιστοσύνης και έλλειψη εργασίας πλήρους ή μερικής απασχόλησης.

«Η σχέση για τις γυναίκες των τριών παραγόντων ευπάθειας που επέρχονται στο παρόν, ενδέχεται να εναπόκειται στη γενίκευση ενός αισθήματος αποτυχίας και στη μη ικανοποίηση εκπλήρωσης των δικών τους προσδοκιών για τον εαυτό τους και ιδίως εκείνων που αφορούν το πρότυπο της καλής μητέρας και συζύγου, με αποτέλεσμα να αποκτούν χρόνια χαμηλή αυτοεκτίμηση.» (Brown και Harris 1978, σελ. 236).

Ο Boulton (1983) επέκτεινε το έργο των Brown και Harris (1978) σε μια μικρής κλίμακας, εντατική και ποιοτική μελέτη για τις εμπειρίες των γυναικών από τη μητρότητα. Ο αρχικός στόχος του Boulton ήταν να εξετάσει τη μητρότητα από την άποψη της οικιακής εργασίας, αλλά αυτό αποδείχθηκε ανεπαρκές, δεδομένου ότι δεν θα μπορούσε να ασχοληθεί με την πλήρη πολυπλοκότητα των εμπειριών των γυναικών ως μητέρες και υποστηρίζει, «επέφερε βία στις αναφορές των γυναικών» για τη ζωή τους, εφόσον αγνοήθηκαν ή αλλοιώθηκαν πτυχές των εμπειριών τους.

Ο Boulton (1983) υποστηρίζει ότι απαιτείται μια διαφορετική εννοιολογική προσέγγιση, η οποία να λαμβάνει υπόψη τις κοινωνικές σχέσεις στον ιδιωτικό ή τον προσωπικό τομέα. Αυτή προσδιορίζει δύο διαφορετικούς τρόπους της γυναικείας εμπειρίας: Την άμεση ανταπόκριση των γυναικών στη φροντίδα των παιδιών τους και το αίσθημα του νοήματος και του σκοπού αυτής της ανταπόκρισης. Ο Boulton (1983) επαναπροσδιορίζει την έννοια της μητρότητας για τις γυναίκες, αλλά δεν διερευνά τις συνέπειές της για την υποκειμενικότητα των γυναικών ή τις επιπτώσεις από τις εμπειρίες τους για αυτές. Ενώ χρησιμοποιεί υποκειμενικές αναφορές για να εξετάσει τις εμπειρίες της μητρότητας, δεν εξετάζει τη σημασία αυτών των εμπειριών ως προς το ευρύτερο πλαίσιο της σημασίας της ζωής των γυναικών και της ανάπτυξης της ταυτότητάς τους ως γυναίκες. Για παράδειγμα, δεν υπάρχει θεώρηση της σημασίας της ισότητας των φύλων στον καθορισμό των κοινωνικών και προσωπικών ταυτοτήτων των γυναικών και στην ενσωμάτωσή τους στις κοινωνικές τους εμπειρίες.

Η μητρότητα προσεγγίζεται ως μια περιορισμένη εμπειρία. Αυτό αφήνει ανοικτό το ζήτημα του τρόπου με τον οποίο βιώνεται η μητρότητα ως εμπειρία του εαυτού: Του τρόπου με τον οποίο ο ρόλος και η ταυτότητα μιας μητέρας ερμηνεύεται κοινωνικά και του τρόπου με τον οποίο η κοινωνική ταυτότητα μιας γυναίκας ως μητέρα και οι προσδοκίες και οι γνώσεις της για τη μητρότητα ενσωματώνονται στην εμπειρία της για τον εαυτό.

Η προαγωγή της ψυχικής υγείας των γυναικών είναι απαραίτητη αφού αποτελούν σημαντικό κρίκο στην αλυσίδα της κοινωνίας, αλλά και της προαγωγής υγείας εφόσον εκτός των άλλων, κατέχουν ένα ακόμα βασικό και καίριο ρόλο, αυτόν της μητέρας. Πρόκειται για ένα πολύπλοκο θέμα και είναι απαραίτητοι χειρισμοί για την βελτίωση και την ποιότητα ζωής του γυναικείου πληθυσμού και του περιβάλλοντός του.