Σάββατο, 13 Μαΐου 2017

Φυσιολογικοί φόβοι και νευρωτικά άγχη

Φοβικές αντιδράσεις: Καταστάσεις συναγερμού
Ο φόβος είναι μια φυσιολογική αντίδραση σε γεγονότα που απειλούν την προσωπική ασφάλεια του παιδιού. Στην ουσία, είναι μια ζωτική αντίδραση προσαρμογής, την οποία κάθε γονέας αξιοποιεί για να διδάξει το παιδί να αποφεύγει τους κινδύνους. Είναι επίσης μια προσαρμοστική αντίδραση, υπό την έννοια ότι εξασφαλίζει στο παιδί την ετοιμότητα να αντιμετωπίζει καταστάσεις ανάγκης.

Σε τέτοιες κρίσιμες στιγμές, το παιδί βιώνει μια ποικιλία από σωματικά συμπτώματα, όπως ταχυκαρδία, ρίγη και τρεμούλα, στομαχικές ανωμαλίες, ξηρότητα του στόματος, εφίδρωση των χεριών κ.ά. Αυτές οι αντιδράσεις απορρέουν από βιοφυσιολογικούς μηχανισμούς του σώματος. Είναι υπο-προϊόντα των αλλαγών στη βιοχημική κατάσταση του σώματος, οι οποίες επισυμβαίνουν καθώς ελευθερώνεται η αδρεναλίνη (ορμόνη που εκκρίνεται από τα επινεφρίδια) μέσα στην κυκλοφορία του αίματος.

Το αυτόνομο νευρικό σύστημα παίζει ρόλο στη διατήρηση της ισορροπίας του εσωτερικού περιβάλλοντος, μέσω της λειτουργίας των αδένων, των αιμοφόρων αγγείων, των απαλών μυών και των μυών της καρδιάς. Πρόκειται για ένα σύστημα ελέγχου κατώτερης τάξης, αλλά, όπως ο εγκέφαλος, έτσι και το σύστημα αυτό έχει μεγάλη σημασία στον καθορισμό του βαθμού εγρήγορσης «διέγερσης» του ατόμου και, ιδιαίτερα, της θυμικής - συναισθηματικής του κατάστασης.

Το αυτόνομο νευρικό σύστημα αποτελείται από δύο μέρη, τα οποία λειτουργούν κάπως ανταγωνιστικά μεταξύ τους. Το ένα καλείται συμπαθητικό και το άλλο παρασυμπαθητικό σύστημα. Το συμπαθητικό σύστημα συνεργεί στην προσαρμογή του σώματος σε καταστάσεις συναγερμού ή κινδύνου, ενώ ο κύριος ρόλος του παρασυμπαθητικού συστήματος είναι η ρύθμιση της φυσιολογικής δραστηριότητας των οργάνων του σώματος. Ας υποθέσουμε, για παράδειγμα, ότι κάτι φοβίζει ένα άτομο. Σε μια τέτοια κατάσταση ψυχικής έντασης, κυριαρχεί το συμπαθητικό σύστημα. Καθώς η αδρεναλίνη ελευθερώνεται μέσα στον οργανισμό, γίνονται πολλές αλλαγές στις λειτουργίες του σώματος: διαστολή της ίριδας των ματιών, άρση των βλεφάρων και προβολή των βολβών των ματιών προς τα έξω, αύξηση των παλμών της καρδιάς και άνοδος της πίεσης του αίματος, μείωση της ποσότητας του αίματος στα εσωτερικά όργανα και διοχέτευση μεγαλύτερης ποσότητας του αίματος στα άκρα και στους μυς, αύξηση της αναλογίας του σακχάρου στο αίμα, αναστολή της πέψης και έκκριση από τον σπλήνα περισσότερων κυττάρων αίματος για τη μεταφορά οξυγόνου κ.ά. Με αυτόν τον τρόπο, ορισμένες λειτουργίες αναστέλλονται, εξαιτίας της διέγερσης του συμπαθητικού τμήματος, ενώ άλλες επιταχύνονται.

Ο Walter Cannon, πρωτοπόρος στη μελέτη της φυσιολογίας των συναισθημάτων, περιγράφει αυτές τις βιοφυσιολογικές συνέπειες, όλες μαζί, ως «λειτουργίες εγρήγορσης». Οι λειτουργίες αυτές επενεργούν σε καταστάσεις επείγουσας ανάγκης-κινδύνου, ορισμένες λειτουργίες είναι πιο ζωτικές για την επιβίωση από ό,τι είναι κάποιες άλλες. Άλλωστε, αν το άτομο δεν κατορθώσει να επιβιώσει σε έναν σοβαρό κίνδυνο μέσω της φυγής ή της άμυνας, πολύ λίγο θα το ενδιέφερε αν έχει χωνέψει ή όχι το τελευταίο του γεύμα. Κάτω, λοιπόν, από τέτοιες συνθήκες, η πέψη μπορεί να σταματήσει, ενώ μια αυξημένη ποσότητα αίματος αποστέλλεται στους μυς για να τους τονώσει, ώστε να φτάσουν στο μέγιστο σημείο αποδοτικότητάς τους για δράση. Δυστυχώς, όμως, βιοσωματικές αντιδράσεις, που είναι χρήσιμες - ή ακόμη και σωτήριες- σε καταστάσεις κινδύνου (π.χ. η αυξημένη πίεση του αίματος), μπορεί να γίνουν παθολογικές (όπως συμβαίνει με την υψηλή υπέρταση), όταν οι εσωτερικές-θυμικές εντάσεις που τις προκαλούν είναι μόνιμες και απρόσφορες. Οι χρόνιες θυμικές εντάσεις είναι ένα κύριο χαρακτηριστικό των νευρωσικών διαταραχών. Σε αυτό εδώ ακριβώς το γεγονός οφείλεται η στενή σχέση που υπάρχει ανάμεσα στη νεύρωση και στα σωματικά συμπτώματα, τις λεγόμενες νευρoφυτικές διαταραχές.

Σήμερα, έχουμε λιγότερες περιστάσεις, από ό,τι είχαν οι πρόγονοί μας, τόσο να αντισταθούμε - να αγωνιστούμε - εναντίον πραγματικών κινδύνων, όσο και να ξεφύγουμε από αυτούς. Στη σύγχρονη εποχή, οι φόβοι μας έχουν περισσότερες πιθανότητες να εξελιχθούν σε διάχυτο άγχος και αβεβαιότητα για την ικανότητά μας να επιτύχουμε στην ανταγωνιστική μας κοινωνία, για την προσωπική μας επάρκεια, για το κύρος μας και την κοινωνική μας θέση στην πολύπλοκη κοινωνική μας δομή, καθώς και τη μοναξιά μας και την έλλειψη βαθύτερου νοήματος ζωής στην χαώδη απρόσωπη κοινωνική μας μηχανή. Ακόμη και τα παιδιά δεν μένουν απρόσβλητα από τέτοιες ανησυχίες, καθώς είναι εκτεθειμένα στις αβεβαιότητες των ενηλίκων και, συγχρόνως, είναι γεμάτα με αμφιβολίες για το δικό τους εαυτό.

Όταν τα ενοχλητικά βιο-οργανικά αισθήματα, εμφανίζονται χωρίς να υπάρχουν αντικειμενικές φοβικές αιτίες-καταστάσεις, τις αντιδράσεις αυτές τις ονομάζουμε κρίσεις άγχους. Όλο και πιο συχνά, κρίσεις άγχους είναι η αντίδραση στα «σύμβολα» ενδεχόμενων κινδύνων. Ένα τέτοιο «σύμβολο» είναι π.χ. οι εισαγωγικές εξετάσεις. Αποτυχία στις εξετάσεις αυτές δεν αποτελεί απειλή για τη ζωή του παιδιού, αλλά είναι απειλή για την αυτοεκτίμηση του και, οπωσδήποτε, έχει αρνητικές επιπτώσεις για το μέλλον του. Παρόλο που ορισμένα άτομα μπορούν να αψηφήσουν τέτοιες εντάσεις που επιβάλλει η σύγχρονη κοινωνία, η υψηλή συχνότητα νευρικών κλονισμών δείχνει ότι πολλοί δεν κατορθώνουν να το κάνουν. Συνέπεια της ζωής μέσα στη σύγχρονη «πολιτισμένη» κοινωνία, όπου κάθε εκδήλωση φόβου, επιθετικότητας και δυσφορίας πρέπει σταθερά να απωθείται, είναι η δημιουργία στα ευαίσθητα άτομα νευρωσικών στάσεων και ψυχοσωματικών καταστάσεων.

Πρώτα όμως είναι σκόπιμο να εξετάσουμε την πορεία που ακολουθεί η ανάπτυξη των φόβων κατά την παιδική ηλικία (Herbert, 1995).

Παιδικοί φόβοι: Αναπτυξιακές τάσεις
Μπορούμε να προκαλέσουμε φόβο σε ένα βρέφος, ακόμη και τις πρώτες ημέρες της ζωής του, προκαλώντας έναν οξύ, δυνατό κρότο πίσω του ή με το να κάνουμε πως το αφήνουμε να πέσει (απώλεια στήριξης). Μέχρι την ηλικία των 6 ή 7 μηνών, το βρέφος δεν «ανησυχεί», όταν βρίσκεται με ξένα πρόσωπα, αλλά από τον 7ο μήνα και ύστερα αλλάζει στάση απέναντι στους αγνώστους. Το βρέφος μαθαίνει βαθμιαία να διακρίνει ανάμεσα στα οικεία πρόσωπα, όπως είναι η μητέρα του, και σε άλλα άγνωστα πρόσωπα. Σε πολλά παιδιά, ο φόβος αποχωρισμού από τη μητέρα συνοδεύεται από το φόβο για τα άγνωστα πρόσωπα. Αυτός ο φόβος μπορεί να γενικευτεί και να γίνει ένας διάχυτος φόβος για το πρωτόγνωρο και το άγνωστο.

Αργότερα, οι καταστάσεις, που προκαλούν φόβο στο παιδί της προσχολικής ηλικίας, είναι κυρίως εκείνες που συνδέονται με το συναίσθημα της ανασφάλειας και με τις ανησυχίες του απέναντι στο άγνωστο και το ξαφνικό. Πράγματα που είναι εκτός ελέγχου του παιδιού - όπως το σκοτάδι, οι μεγάλοι σκύλοι που γαβγίζουν, οι ασυνήθεις θόρυβοι, οι καταιγίδες, η θάλασσα, ο γιατρός, τα άγνωστα πρόσωπα - είναι οι τυπικές πηγές φόβου για τα νήπια. Καθώς το παιδί μεγαλώνει, οι φόβοι του μεταβάλλονται, από απτούς και συγκεκριμένους, σε αόρατους και απροσδιόριστους. Παρατηρείται μια αύξηση του αριθμού των φόβων για το μυστηριώδες, το σκοτάδι, το να μένει μόνο του, τα ατυχήματα και τα τραύματα, τους «κακούς» ανθρώπους, την απώλεια ή το θάνατο προσφιλών προσώπων-συγγενών, την ιατρική θεραπεία, τα υψηλά μέρη, τη γελοιοποίηση και την προσωπική αποτυχία, τον θάνατο και την ασθένεια.

Μελέτες για τους φόβους της παιδικής ηλικίας δείχνουν ότι οι φόβοι είναι τόσο συχνοί-κοινοί, ώστε να μπορεί να υποστηριχτεί ότι είναι «φυσιολογικό» για τα παιδιά να φοβούνται το ένα ή το άλλο ερέθισμα στα διάφορα στάδια της ανάπτυξής τους. Σε μια έρευνα, για την προβληματική συμπεριφορά των φυσιολογικών παιδιών, διαπιστώθηκε ότι 90% των παιδιών είχαν ποικίλους φόβους. Είναι φανερό ότι, παρότι ο φόβος είναι, ως ένα βαθμό, κάτι συνηθισμένο στην παιδική ηλικία, η σοβαρότητα των συγκεκριμένων φοβικών αντιδράσεων μπορεί να κριθεί μόνο από τις συνέπειες που έχουν στην καθημερινή ζωή του παιδιού. Είναι σίγουρα ενθαρρυντικό να γνωρίζουν οι γονείς ότι οι παιδικοί φόβοι έρχονται και παρέρχονται και ότι, όπως έχει αποδειχθεί, οι περισσότεροι φόβοι απλώς ταράζουν-αναστατώνουν και, καθόλου, δεν εμποδίζουν την ομαλή ανάπτυξη του παιδιού. Είναι, κατά κανόνα, παροδικοί και όχι μόνιμοι.

Γενικώς, μπορεί να υποστηριχθεί ότι η ανάλυση των παιδικών φόβων και αγχωδών καταστάσεων που βιώνουν τα παιδιά στα διάφορα στάδια της ανάπτυξής τους, δείχνει ότι κάθε ηλικία τείνει να έχει το δικό της είδος «προβλημάτων προσαρμογής». Ορισμένο είδος καταστάσεων τείνει και προκαλεί περισσότερα άγχη σε μια συγκεκριμένη αναπτυξιακή φάση από ό,τι σε μια άλλη. Για παράδειγμα, η προσχολική ηλικία είναι γνωστή για φόβους προς πολλές από μακρές και απίθανες καταστάσεις. Πολύ αργότερα, στην εφηβεία, οι φόβοι είναι πιο άμεσοι και προσωπικοί, όπως αυτοί που αφορούν στις σχέσεις με το άλλο φύλο.

Για να κρίνουμε κατά πόσον ο φόβος, που εκδηλώνει το παιδί μπροστά σε μια φοβική κατάσταση, αποτελεί μια ασυνήθη συναισθηματική διαταραχή, είναι απαραίτητο να γνωρίσουμε τους φυσιολογικούς φόβους που βιώνουν τα παιδιά καθώς μεγαλώνουν. Ένα μεγάλο αριθμό φόβων το παιδί τους ξεπερνάει με τον ίδιο φυσιολογικό τρόπο που ξεπερνάει το ενδιαφέρον και την προσκόλλησή του σε πολλά από τα παιδικά παιγνίδια, καθώς και άλλες προσφιλείς τους ενασχολήσεις (Herbert, 1995).

Πώς μαθαίνουμε να φοβόμαστε
Η ανάπτυξη των φόβων, ασφαλώς, επηρεάζεται από την ιδιοσυγκρασία και τις προσωπικές εμπειρίες του παιδιού αφενός και αφετέρου από τις περιβαλλοντικές συνθήκες μέσα στις οποίες εμφανίζονται τα φοβικά ερεθίσματα-καταστάσεις. Η τάση του παιδιού να υπερ-αντιδρά με φόβο σχετίζεται στενά με την εγγενή ευαισθησία του αυτόνομου νευρικού συστήματός του. Επίσης, οι πολύ πρώιμες περιβαλλοντικές επιδράσεις, ακόμη και αυτές που πηγαίνουν πολύ πίσω ως το πρώτο περιβάλλον του παιδιού - το ενδομητρικό περιβάλλον κατά την κύηση - πιστεύεται ότι ευαισθητοποιούν το παιδί και το κάνουν να υπεραντιδρά. Υποστηρίζεται ότι, αν η μητέρα κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης έχει έντονο άγχος, είναι πιθανό το παιδί να γίνει περισσότερο νευρικό και ευαίσθητο από ό,τι αν ήταν ήρεμη και γαλήνια.

Περιστασιακές, πολύ τρομακτικές, εμπειρίες μπορούν, με βάση τις αρχές της θεωρίας της μάθησης, να συνεξαρτήσουν το παιδί να νιώθει έντονο φόβο σε κάθε παρόμοια κατάσταση αργότερα, και αυτή η συνεξάρτηση να γίνει μόνιμη. Με άλλα λόγια, οι φοβικές αντιδράσεις και το άγχος «μαθαίνονται» από το παιδί, καθώς αυτό συνδέει μια δυσάρεστη εμπειρία με μια συγκεκριμένη ουδέτερη κατάσταση. Και το πιο σημαντικό είναι ότι όλα τα παιδιά - ιδιαίτερα εκείνα που αρχίζουν τη ζωή τους έχοντας ήδη την εγγενή προδιάθεση για έντονο άγχος - είναι πολύ ευάλωτα στις μεταδοτικές συνέπειες των συναισθημάτων που βιώνουν οι γονείς. Τα παιδιά διαθέτουν «ειδική» ικανότητα να αντιλαμβάνονται και τα πιο μικρά σήματα που προδίδουν τα συναισθήματα των γονέων τους.

Μερικοί φόβοι μεταδίδονται ασυνείδητα, όχι πάντα με λόγια, αλλά και με τη γενικότερη στάση μας ή ακόμη και με τους μορφασμούς μας και τις χειρονομίες μας. Στον τελευταίο πόλεμο, οι μητέρες, που ήταν ήρεμες κατά τη διάρκεια των αεροπορικών επιδρομών, είχαν συνήθως και ήρεμα παιδιά. Εκείνες που έδειχναν έντονο φόβο, μετέδιδαν τους φόβους τους στα παιδιά τους. Η σπουδαιότητα αυτής της συναισθηματικής μετάδοσης είναι εξαιρετικά μεγάλη. Υπάρχει μια άμεση ομοιότητα-αντιστοιχία ανάμεσα στους φόβους που έχουν τα αδέλφια, καθώς και ανάμεσα στους φόβους που έχουν οι γονείς και τα παιδιά τους. Όσο πιο ήρεμοι και γαλήνιοι είναι οι γονείς, τόσο περισσότερο μετριάζεται η γενική συναισθηματική φόρτιση στα παιδιά.

Ένα μεγάλο μέρος της ανθρώπινης μάθησης πραγματοποιείται μέσα σε διαπροσωπικό-μιμητικό πλαίσιο. Η Mary Cover Jones υποστηρίζει ότι η κοινωνική μίμηση είναι ίσως η πιο κοινή πηγή των παράλογων φόβων στα παιδιά. Η Jones έβαλε μαζί, μέσα σε ένα παιδικό «πάρκο», ένα βρέφος που δεν φοβόταν τα κουνέλια και ένα άλλο που είχε φοβία για τα κουνέλια. Παρουσίασε και στα δύο παιδιά ένα κουνέλι. Το παιδί, που πριν δεν φοβόταν, ανέπτυξε αμέσως φοβικές αντιδράσεις απέναντι στο ζώο, μιμούμενο το άλλο παιδί.

Το γεγονός ότι η ηρεμία και η απουσία φόβου είναι καταστάσεις μεταδοτικές έχει χρησιμοποιηθεί για την εξάλειψη των φόβων. Με άλλα λόγια, τη διαδικασία (που περιγράψαμε παραπάνω) για την απόκτηση φόβων μπορούμε να την χρησιμοποιήσουμε αντίστροφα, για να προκαλέσουμε θετικό αποτέλεσμα και να απαλείψουμε φόβους. Σε μια έρευνα, παιδιά του νηπιαγωγείου που είχαν φόβους προς τους σκύλους συμμετείχαν σε οκτώ σύντομες θεραπευτικές συναντήσεις, όπου παρακολούθησαν ένα παιδί-πρότυπο να αλληλεπιδρά, όλο και πιο στενά, με έναν σκύλο: τον πλησίαζε, έπαιζε μαζί του, τον χάιδευε κ.λπ. Τα περισσότερα παιδιά-παρατηρητές απέβαλαν τους φόβους τους για τους σκύλους.

Είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι ένα μεγάλο μέρος της ανθρώπινης μάθησης περιλαμβάνει σύνθετες γνωστικές διαδικασίες, που λειτουργούν με σύμβολα, τα οποία μεταδίδονται διαμέσου της γλώσσας. Γι’ αυτόν το λόγο, το παιδί μπορεί να μάθει να φοβάται, απλώς και μόνο, ακούγοντας για τους φόβους των άλλων και, ιδιαίτερα, για τους φόβους των γονέων τους. Οι γονείς σωστά ανησυχούν και φροντίζουν να αποτρέψουν τα παιδιά τους να πάθουν κακό. Πρέπει να διδάξουμε τα παιδιά να προφυλάσσονται από τους διάφορους κινδύνους, αλλά, δυστυχώς, τα διδάσκουμε να ψάχνουν, να αναζητούν, για κάθε πιθανή απειλή που μπορεί να ελλοχεύει. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, περνούμε από το λειτουργικό-προσαρμοστικό άγχος στο παθολογικό-δυσπροσαρμοστικό άγχος. Είναι πολύ εύκολο κάτι, που άρχιζε ως δικαιολογημένη ανησυχία, να μετατραπεί σε περιττή ταλαιπωρία. Αν μια μητέρα εκφράζει συνεχώς φόβους μπροστά στο παιδί της (αντί να λαμβάνει τις αναγκαίες προφυλάξεις με τρόπο θετικό), τότε, χωρίς να το καταλαβαίνει, εθίζει το παιδί να βλέπει τον κόσμο σαν ένα επικίνδυνο τόπο. Για παράδειγμα, μια διαζευγμένη και υπερβολικά αγχώδης μητέρα, που ζούσε με τη μοναδική της κόρη, κατατρεχόταν από την ιδέα ότι θα ερχόταν ένας άνδρας και θα απήγαγε ή θα παρενοχλούσε το παιδί της. Η μητέρα έθεσε την κόρη της σε πραγματικό συναγερμό γι’ αυτόν τον «πανταχού παρόντα» κίνδυνο: την έμαθε να κλειδώνει όλες τις πόρτες στο σπίτι, να έχει κλειστές τις κουρτίνες, να μένει μέσα στο σπίτι όσο περισσότερο μπορούσε και να είναι ιδιαίτερα προσεκτική στο δρόμο - προς και από το σχολείο. Το μικρό αυτό κορίτσι βρισκόταν συνεχώς σε αφόρητη υπερένταση και ανησυχία. Ύστερα από λίγο καιρό, κατέληξε να φοβάται να αφήσει την ασφάλεια του σπιτιού (παρουσίασε αγοραφοβία) και δεν έβγαινε ποτέ έξω μόνη της.

Ο ψυχίατρος Norman Cameron έχει συγκεντρώσει και καταγράψει μερικούς από τους τρόπους, με τους οποίους τα παιδιά μαθαίνουν να είναι αγχώδη:

Ορισμένα παιδιά χρησιμοποιούνται ως «έμπιστοι» από τους γονείς τους. Οι γονείς τούς εκμυστηρεύονται τα προβλήματά τους και μαζί τους μοιράζονται τις δυσκολίες τους. Τα παιδιά αυτά μαθαίνουν πρόωρα για τις δυσκολίες των μεγάλων, όπως είναι τα οικονομικά βάρη και τα συζυγικά προβλήματα. Επειδή δεν έχουν την απαραίτητη ωριμότητα, ώστε να κατανοήσουν πλήρως αυτά τα προβλήματα, και δεν διαθέτουν την ικανότητα και την απαιτούμενη πείρα να τα αντιμετωπίσουν, τα παιδιά αυτά βυθίζονται πρόωρα μέσα στις αβεβαιότητες και στα βάρη της ζωής.

Η επιδίωξη του τέλειου εκ μέρους των γονέων μπορεί επίσης να προκαλέσει φόβους στα παιδιά. Ο γονέας που δεν είναι ποτέ ικανοποιημένος με την απόδοση του παιδιού του, που του λέει συνεχώς ότι θα μπορούσε να το είχε κάνει καλύτερα, ο γονέας που θέτει στόχους πολύ υψηλότερους από τις πραγματικές δυνατότητες του παιδιού, δημιουργεί ένα παιδί με χαμηλή αυτοεκτίμηση, ένα παιδί επιρρεπές στο συναίσθημα του φόβου μήπως τους απογοητεύσει όλους.

Οι υπερ-ανεκτικοί γονείς, επίσης, έχουν κατά κανόνα αγχώδη παιδιά. Φαίνεται ότι τα παιδιά, για να νιώθουν ασφαλή, χρειάζονται σαφή όρια, τα οποία οι ενήλικοι θα πρέπει να καθορίσουν και να ζητήσουν από το παιδί να τα τηρήσει. Χωρίς αυτά τα όρια, το παιδί δεν είναι βέβαιο για τα σύνορα της ελευθερίας δράσης του. Συνέπεια της έλλειψης ορίων είναι ότι το παιδί δεν μπορεί να προβλέψει και να προκαθορίσει αυτό που ο κόσμος (έξω από το σπίτι του) προσδοκά από αυτό, με αποτέλεσμα η αβεβαιότητά του να αυξάνεται (Herbert, 1995).