Δευτέρα, 29 Μαΐου 2017

ΑΛΚΙΒΙΑΔΗΣ

Η συναρπαστικότερη προσωπικότητα της αρχαιότητος

Ωραίος, θυελλώδης, ασεβής, βίαιος, γοητευτικός, θρύλοι για τη γενναιότητα και την ικανότητα προσαρμογής του. Εραστής της συζύγου του Άγι. Η πιστή Τιμάνδρα. Λατρεία και μίσος των Αθηναίων, θάνατος στα ξένα.
   
        Ευχή και κατάρα για την Αθήνα, πολυαγαπημένος και πολυμίσητος, εξουσιαστής του πλήθους και εξουσιαζόμενος από τα πάθη του. Φαίνεται πως ολόκληρη η σύντομη ζωή του Αλκιβιάδη υπήρξε μια γοητευτική σύνθεση τέτοιων αντινομιών και παρά τα επικίνδυνα ελαττώματα του, τις προδοσίες και τις ακολασίες, δεν έπαψε να είναι το χαϊδεμένο παιδί του αθηναϊκού δήμου χάρη στην ένδοξη καταγωγή του, τη σπάνια ομορφιά του, την τόλμη του, την ευστροφία και την ευγλωττία του, την προσαρμοστικότητα του. Τι ήταν αυτό όμως που έκανε τους εύθικτους Αθηναίους να ανέχονται τα καμώματα του και να παραδίδονται αμαχητί στην εξουσία του, δεν θα το μάθουμε ποτέ και ούτε ίσως ένας αρχαίος θα μπορούσε να εκφράσει εύκολα τη γοητεία που εξέπεμπε ο Αλκιβιάδης με την παρουσία του, κάποτε ακόμη και με την απουσία του.

      Λίγο πολύ η πολιτική και στρατιωτική δράση του, που σφράγισε τις δύο τελευταίες δεκαετίες του Πελοποννησιακού Πολέμου, είναι γνωστές. Εμπόδισε την ειρήνη με τη Σπάρτη, γιατί ο πόλεμος θα ικανοποιούσε καλύτερα τις φιλοδοξίες του. Εμπνεύστηκε ίσως την αποτρόπαιη τιμωρία των Μηλίων (εκτέλεση όλων των μάχιμων ανδρών, εξανδραποδισμός των γυναικόπαιδων). Έμπλεξε τους Αθηναίους στην περιπέτεια της Σικελικής Εκστρατείας και χολωμένος από τις κατηγορίες τους ήταν αυτός που λίγο μετά βοήθησε στην πανωλεθρία τους. Κι όμως, σε λίγα χρόνια, οι Αθηναίοι του επιφυλάσσουν την πιο λαμπρή υποδοχή και τα ξεχνούν όλα μπροστά στις νίκες του κατά των Σπαρτιατών. Η δόξα δεν θα κρατήσει πολύ. Μία μόνον ήττα και φήμες των αντιπάλων του τον αναγκάζουν να αυτοεξοριστεί στη Θράκη. Ακόμη και από εκεί θα μπορούσε να είχε σώσει τους συμπατριώτες του από την καταστροφή τους στους Αιγός Ποταμούς, αν μόνο τον άκουγαν.
 
       Φοβισμένος από την κατίσχυση των Σπαρτιατών βρίσκει άσυλο στον σατράπη Φαρνάβαζο. Ο θάνατος δεν θα τον αφήσει να υλοποιήσει τα σχέδια του να βοηθήσει την πόλη του. Δεν είναι μόνο αυτές οι εναλλαγές δόξας και καταισχύνης πίστης και προδοσίας, σύνεσης και παρόρμησης στον δημόσιο βίο που αποτελούν το φαινόμενο «Αλκιβιάδης». Αρχαίοι συγγραφείς, όπως ο Θουκυδίδης, ο Ξενοφών, ο Πλούταρχος, διασώζουν πλήθος μαρτυρίες και περιστατικά από την ιδιωτική ζωή του, επιτρέποντας μας να ζήσουμε από κοντά την εξέλιξη της προσωπικότητας του από τα παιδικά μέχρι τα ώριμα χρόνια του.

Τα πρώτα του χρόνια

        Γεννήθηκε το 450 π.Χ. Στο νέο αυτό πλάσμα είχαν ενωθεί η αίγλη και ο πλούτος των πιο διάσημων οικογενειών της Αθήνας, των Ευπατριδών από τη πλευρά του πατέρα του, Κλεινία, και των Αλκμεωνιδών από τη μητέρα του Δεινομάχη, οικογένειες που συνδέονταν πολιτικά και συγγενικά με σπουδαίες προσωπικότητες, όπως τον Κλεισθένη και τον Περικλή. Έχασε όμως σε ηλικία πέντε ετών τον πατέρα του στη μάχη της Κορώνειας κατά των Βοιωτών και τέθηκε υπό την κηδεμονία του Περικλή, εξαδέλφου της μητέρας του. Μέσα στην ατυχία της ορφάνιας, ο Αλκιβιάδης θα μπορούσε να ωφεληθεί πολλά από ένα περιβάλλον όπου συναντούνταν οι μεγαλύτερες πολιτικές και πνευματικές μορφές του Χρυσού Αιώνα. Και το έκανε, μόνο που οι επιδράσεις αυτές δεν μπόρεσαν να επισκιάσουν τα εγγενή γνωρίσματα του κι έτσι ίσως ξεκίνησε η πάλη ανάμεσα στους δυο εαυτούς του, που ταλαιπώρησε τον ίδιο και πολλούς άλλους.

      Από τα μικρά του χρόνια φαινόταν πως το παιδί αυτό διέφερε. Δύο ανέκδοτα δείχνουν πως η υπερηφάνεια και η φιλοπρωτία υπήρχαν στη φύση του. Μια μέρα έπαιζε με τους φίλους του στον δρόμο, όταν ο οδηγός μιας άμαξας τους διέταξε να κάνουν στην άκρη. Ο Αλκιβιάδης απαίτησε να περιμένει να τελειώσουν το παιχνίδι τους, αλλά ο αμαξάς συνέχιζε την πορεία του. Τα υπόλοιπα παιδιά φυσικά παραμέρισαν, ο Αλκιβιάδης όμως ξάπλωσε στη μέση του δρόμου και ανάγκασε τον πανικόβλητο αμαξά να συγκρατήσει τα άλογα την τελευταία στιγμή. Κάποια άλλη φορά που πάλευε με έναν συνομήλικο του, βλέποντας πως δεν μπορεί να τον νικήσει, άρχισε να τον δαγκώνει. Το παιδί ξαφνιασμένο του είπε πως δαγκώνει σαν γυναίκα και ο Αλκιβιάδης, αντί να ντραπεί, αμέσως διόρθωσε το λάθος: «Τι λες! Εγώ σαν λιοντάρι δαγκώνω». Ούτε και αυλό ήθελε να μάθει, όπως τα παιδιά της ηλικίας του, γιατί το παίξιμο του παραμόρφωνε το πρόσωπο. Από τότε λοιπόν ήταν και ωραιοπαθής, όχι άδικα.

Ομορφιά και μόρφωση

        Αν και δεν έχουμε λεπτομερή περιγραφή των χαρακτηριστικών του και η απεικόνιση του σε γλυπτά αντίγραφα δεν είναι τελείως αξιόπιστη, όλοι μιλούν για μια τέλεια ομορφιά. Ακόμη και το νύχι του μεγάλου δαχτύλου του ποδιού ήταν τέλειο, λέει ο Πλάτωνας. Η πιο συνετή και σεμνή γυναίκα μπορούσε, κατά τον Ξενοφώντα, να υποκύψει στο κάλλος του. Και ο Πλούταρχος δίνει έναν ωραίο ύμνο στην ομορφιά του Αλκιβιάδη. «Για την ομορφιά του σώματος του φτάνει ίσως να πούμε ότι και στην παιδική και στην εφηβική και στην ανδρική του ηλικία ήταν γλυκός και ελκυστικός, ακτινοβολώντας κάθε φορά σαν ωραίο άνθος». Επειδή άντρες και γυναίκες τον θεωρούσαν τον ωραιότερο άντρα, τον αποκαλούσαν «ο ωραίος Αλκιβιάδης» και ήδη από την εφηβεία του ήταν περιζήτητος ως μοντέλο σε εργαστήρια γλυπτικής (σε ένα από αυτά πρωτογνώρισε και τον Σωκράτη). Ο ίδιος φρόντιζε να αναδεικνύει το κάλλος του με μεγαλοπρεπείς εμφανίσεις και πορφυρά ενδύματα. Καθιέρωσε μάλιστα και νέο σχήμα σανδαλιών που ονομάστηκαν Αλκιβιάδες. Το μόνο φυσικό του ελάττωμα ήταν ένα ελαφρύ τραύλισμα, αλλά ακόμη κι αυτό η γοητεία του Αλκιβιάδη το είχε μετατρέψει σε θέλγητρο, που έκανε τους ακροατές του να τον ακούνε με ευχαρίστηση και τους νέους Αθηναίους να τον μιμούνται!

Στο πρόσωπό του είχαν ενωθεί η αίγλη και ο πλούτος των πιο διασήμων οικογενειών της Αθήνας

        Κοντά στο όνομα, τον πλούτο και τη ομορφιά, ο Αλκιβιάδης διέθετε πολλές πνευματικές αρετές, που όμως δεν τις αφιέρωνε πάντα στην εξυπηρέτηση του κοινού καλού. Ο Αλκιβιάδης έζησε τα παιδικά του χρόνια μέσα στη στοργή του Περικλή και της Ασπασίας, η οποία τον αγαπούσε όσο και τον μικρό της γιο. Αλλά είναι αλήθεια πως ο θείος του, απασχολημένος με τα πολιτικά του καθήκοντα, δεν είχε πολύ χρόνο να αφιερώσει για την ανατροφή του ανιψιού του. Κάποτε μάλιστα που προετοίμαζε τη λογοδοσία του στον δήμο σχετικά με τα οικονομικά της πόλης και δεν ευκαιρούσε να τον δει, ο Αλκιβιάδης, εκνευρισμένος, παρατήρησε πως καλύτερο θα ήταν να σκεφτεί ο θείος του πώς δεν θα λογοδοτήσει στον δήμο Παρ’ ολ’ αυτά από μικρός ο Αλκιβιάδης γνώρισε σπουδαίους δασκάλους, σοφιστές, όπως τον Πρόδικο και τον Πρωταγόρα, και έμαθε τόσο καλά την τέχνη του λόγου ώστε να συμπαρασύρει εύκολα τους ακροατές του και να κάνει τις επιθυμίες του δικές τους.

Αλκιβιάδης Σωκράτης

      Αλλά ο δάσκαλος στον οποίο αφοσιώθηκε περισσότερο ο Αλκιβιάδης ήταν ο Σωκράτης. Δεν επρόκειτο για μια απλή σχέση δασκάλου - μαθητή. Μεταξύ τους υπήρχαν αισθήματα στοργής και αυταπάρνησης. Όταν, για παράδειγμα, οι δυο τους πολεμούσαν στη μάχη της Ποτείδαιας, ο Αλκιβιάδης πληγώθηκε. Ο Σωκράτης, όχι μόνο τον έσωσε, αλλά διαφύλαξε και τον οπλισμό του από τους εχθρούς (μέρος του οπλισμού αυτού ήταν και μια χρυσελεφάντινη ασπίδα με σύμβολο τον κεραυνοβόλο Έρωτα). Από ευγνωμοσύνη, ο Αλκιβιάδης ζήτησε να δοθεί στον Σωκράτη το αριστείο ανδρείας, κατά προτροπή, όμως, του ίδιου του Σωκράτη δόθηκε τελικά σ' εκείνον. Στη φιλία αυτή η εξωτερική ομορφιά συνάντησε την εσωτερική και ο Αλκιβιάδης βρήκε στα λόγια του μεγάλου σοφού την ηχώ της άλλης του, ,(καλής» φύσης, που παρέμενε στη σκιά των μεγάλων αδυναμιών του. Στο «Συμπόσιό» του, ο Πλάτωνας βάζει στο στόμα του Αλκιβιάδη ένα εγκώμιο ψυχής για τον Σωκράτη:(Δεν ξέρω αν έχει κανείς αντικρίσει τα αγάλματα μέσα του. Εγώ όμως τα αντίκρισα κάποτε και μου φάνταξαν τόσο θεϊκά και χρυσά, τόσο πανέμορφα και εκπληκτικά, ώστε έπρεπε χωρίς άλλο να εκτελέσω ό,τι μου επέβαλλε ο Σωκράτης. 'Όποτε τον ακούω, χοροπηδά η καρδιά μου πολύ ζωηρότερα από εκείνων που χορεύουν τον παράφορο χορό των Κορυβάντων, και δάκρυα μου έρχονται από την επίδραση της ομιλίας του». Δάκρυα αυτογνωσίας ίσως, γιατί όσο κι αν τον συνέπαιρναν τα ιδανικά του δασκάλου του, όσο κι αν έπαλλαν χαρούμενα τις κρυμμένες χορδές της ψυχής του, η θέληση του Αλκιβιάδη να τα ακολουθήσει δεν ήταν αρκετά δυνατή και το 'ξερε.

Τα ελαττώματά του

        Πράγματι ο Αλκιβιάδης δεν κατέβαλλε καμιά προσπάθεια να καταπολεμήσει τα ελαττώματα του χαρακτήρα του και καθώς μεγάλωνε αυτός, μεγάλωναν κι αυτά. Εκτός από τις σπατάλες και τα '(καπρίτσια» του - εξέτρεφε κοκόρια για κοκορομαχίες και άλογα για αρματοδρομίες- ο νέος Αλκιβιάδης συχνά περιφρονούσε κάθε έννοια ευγένειας και φερόταν πραγματικά απαράδεκτα. Χαστούκισε ένα δάσκαλο γιατί δεν είχε την Ιλιάδα. Άλλο χαστούκι δίνει σε έναν χορηγό ανταγωνιστή του. Ανάγκασε με τη βία ένα ζωγράφο να ζωγραφίσει το σπίτι του και φημολογείται πως κατέστρεψε το κατηγορητήριο ενός προστατευόμενού του. Κάποια άλλη φορά έβαλε στοίχημα με τους φίλους του αν έχει ή όχι το θράσος να χτυπήσει έναν ηλικιωμένο και πλούσιο, όπως ήταν ο Ιππόνικος. Κέρδισε το στοίχημα και την επόμενη μέρα κανένας στην αγορά δεν τον πλησίαζε εξαιτίας της απαράδεκτης πράξης του. Κι όμως ο Αλκιβιάδης κατάφερε να αποσπάσει από τον - μέλλοντα πεθερό του - Ιππόνικο συγχώρεση με τον εξής τρόπο. Πήγε στο σπίτι του και αφού έπεσε γυμνός στα γόνατα του, τον παρακαλούσε να μαστιγωθεί για τιμωρία. Ο Ιππόνικος, συγκινημένος από τη μετάνοια του, τον συγχώρεσε και του 'πε, ούτε λίγο ούτε πολύ πως, αν είναι να αναγνωρίζει με τέτοιο τρόπο τα λάθη του, ας κάνει όσα θέλει!

       Ο Αλκιβιάδης εκτός από βίαιος ήταν και εγωκεντρικός. Ήθελε να εντυπωσιάζει τους συμπολίτες του ώστε οι συζητήσεις τους να περιστρέφονται συνεχώς γύρω από το άτομο του. Όταν παρουσιάστηκε σε μια συνέλευση, όχι μόνο προσέφερε σεβαστό ποσό στο δημόσιο ταμείο, παρά άφησε να του φύγει ένα ορτύκι που έκρυβε στο ιμάτιο του και καθώς οι παρευρισκόμενοι προσπαθούσαν να πιάσουν το πουλί, εκείνος απολάμβανε την αναστάτωση και τον θόρυβο που είχε προκαλέσει. Μια άλλη φορά αγόρασε ένα σκύλο σε τιμή που θεωρήθηκε από όλους υπερβολική. Η νέα τρέλα του συζητήθηκε κάμποσο και κάποια στιγμή φυσικά οι συζητήσεις σταμάτησαν. Έπρεπε κάτι να βρει ο Αλκιβιάδης για να αναζωπυρώσει τα σχόλια των συμπολιτών του κι έτσι έκοψε την ουρά του σκύλου. Πέτυχε όμως και κάτι παραπάνω: έστρεψε έντεχνα την προσοχή των Αθηναίων εκεί, ώστε να μην έχουν να πουν κάτι χειρότερο για κείνον.

       Η έπαρση και η ματαιοδοξία του εκδηλώθηκαν με τη μεγαλύτερη ένταση και λαμπρότητα στους Ολυμπιακούς αγώνες του 416 π.Χ. Ο Αλκιβιάδης όχι μόνο κατέβασε επτά άρματα, πράγμα που ούτε βασιλιάς δεν είχε κάνει μέχρι τότε, αλλά κέρδισε επίσης και τα τρία πρώτα βραβεία των αρματοδρομιών, για πρώτη φορά στα χρονικά. Ο θρίαμβος γιορτάστηκε με όλες τις τιμές και τη μεγαλοπρέπεια που μπορεί κανείς να φανταστεί. Η Έφεσος του προσφέρει μια υπέροχη σκηνή, η Χίος ζώα για θυσία, η Λέσβος κρασί και φαγητά για τις δεξιώσεις του στην Ολυμπία. Κι ένας ποιητής, ίσως ο Ευριπίδης, του προσφέρει την τέχνη του σε μια θαυμάσια ωδή: «Εσένα θα υμνήσω, γιε του Κλεινία. Είναι ωραία η νίκη. Αλλά το πιο ωραίο απ' όλα είναι αυτό που έκανες εσύ και κανένας άλλος Έλληνας, να πάρεις στους αγώνες των αρμάτων την πρώτη και τη δεύτερη και την τρίτη νίκη και να στεφανωθείς άκοπα δυο φορές με την ιερή ελιά, δίνοντας το όνομα σου στη βροντερή φωνή του κήρυκα, για να το διαλαλήσει». Εκτός από την επίσημη πομπή, ο ίδιος ο Αλκιβιάδης οργάνωσε μια δική του, όπου χρησιμοποίησε τα χρυσά αγγεία της Ολυμπίας. Έκθαμβοι οι ξένοι παρακολουθούσαν τις υπερβολικές αυτές εκδηλώσεις, που δεν είχαν προηγούμενο. Δικαιωματικά λοιπόν ο Αλκιβιάδης πρόβαλλε λίγο αργότερα τη συμβολή του στην αίγλη της Αθήνας και στη «διαφήμιση» της προς τα έξω.

Αλκιβιάδης και γυναίκες

        Και στον έρωτα βεβαίως ο Αλκιβιάδης παρασύρθηκε από την ομορφιά του, τη φιληδονία του και τον εγωισμό του. Κάποια πρώτα κουτσομπολιά τον θέλουν να παντρεύεται στην Άβυδο του Ελλησπόντου την ίδια γυναίκα με τον θείο του και να αποκτά μια κόρη αγνώστου... πατρός. Ίσως να πρόκειται για ψεύδος ή υπερβολή. Το σίγουρο είναι πως ο Αλκιβιάδης παντρεύτηκε στα τριάντα του την Ιππαρέτη, κόρη του Ιππόνικου, του πλουσιότερου άντρα της Αθήνας, ίσως και της Ελλάδας, θα έπρεπε τελικά η οικογένεια της να είχε μετρήσει πιο προσεκτικά το χαστούκι που είχε δώσει στον μέλλοντα πεθερό του ο Αλκιβιάδης, που κάθε άλλο παρά ιδανικός σύζυγος υπήρξε. Δεν ήταν βέβαια μεμπτό στην αρχαία Αθήνα να διατηρεί ένας άντρας εξωσυζυγικές σχέσεις, αλλά έπρεπε τουλάχιστον να υπάρχει και κάποια διακριτικότητα. Ο Αλκιβιάδης ούτε αυτό σεβάστηκε και η γυναίκα του αγανακτισμένη τον άφησε και πήγε στο σπίτι του αδελφού της. Ο Αλκιβιάδης δεν έδωσε σημασία, αλλά όταν εκείνη πήγε στο δικαστήριο να ζητήσει διαζύγιο αντέδρασε αστραπιαία. Να έχανε τα πλούτη της και να είχε και την ντροπή ότι τον χώρισε η γυναίκα του; Όρμησε στο δικαστήριο, τη σήκωσε στα χέρια, και περνώντας από την αγορά την πήγε στο σπίτι του. Δεν τον ένοιαζε και πάλι τι θα πουν οι συμπολίτες του, αλλά ούτε κι εκείνοι τόλμησαν να του εναντιωθούν.

      Ήσυχος πια συνέχισε τις ερωτικές περιπέτειες του με Αθηναίες και ξένες. Σαγηνεύτηκε από μια Μηλιά γυναίκα που είχε φτάσει σαν σκλάβα στην Αθήνα μετά την καταστροφή της Μήλου (416 π.Χ.), την πήρε για σύντροφο και ανέθρεψε το παιδί που απέκτησε μαζί της. Σύχναζε στο σπίτι της εταίρας Τιμάνδρας και ανάμεσα τους δημιουργήθηκε ένας δεσμός πάθους και αγάπης - εκείνος της αγόρασε σπίτι για να είναι εξασφαλισμένη ό,τι κι αν του συνέβαινε, εκείνη τον συντρόφεψε στην εξορία και στον θάνατο. Αλλά ο Αλκιβιάδης προχώρησε ακόμη παραπέρα και μπλέχτηκε σε ένα ειδύλλιο που θα προκαλούσε σάλο ακόμη και σήμερα. Όταν βρισκόταν στη Σπάρτη συνδέθηκε ερωτικά με την Τιμαία, γυναίκα του βασιλιά, εκμεταλλευόμενος την απουσία του σε ταξίδι και απέκτησαν και παιδί! Η βασίλισσα, όταν δεν την άκουγαν, φώναζε το παιδί Αλκιβιάδη, ο εραστής της όμως απλώς κόμπαζε για τη σπουδαία του κατάκτηση και έλεγε πως μ' αυτό που έκανε ο θρόνος της Σπάρτης θα ανήκε πια στους απογόνους του. Και πράγματι ο γιος του Λεωτυχίδας λίγο έλειψε να ανέλθει στον θρόνο της Σπάρτης, αλλά το κώλυμα της καταγωγής του τον υποχρέωσε τελικά να παραχωρήσει τη θέση του στον Αγησίλαο. Ο βασιλιάς Άγις κατάλαβε αμέσως την απιστία της γυναίκας του. θυμήθηκε ότι ένας σεισμός τον είχε οδηγήσει κάποια νύχτα στο δωμάτιο της γυναίκας του και ότι από τότε δεν είχαν συνευρεθεί ξανά οι δύο σύζυγοι. Οι ημερομηνίες όμως του σεισμού και της εγκυμοσύνης δεν ταίριαζαν και το πράγμα ήταν ολοφάνερο. Ο Άγις προσπάθησε να διώξει τον Αλκιβιάδη από τη Σπάρτη, οι έφοροι όμως δεν είχαν διάθεση να διώξουν τέτοιο σύμβουλο. Εξάλλου, σκέπτονταν, ας ήταν ο Άγις πιο συνεπής στα συζυγικά του καθήκοντα, για να μη στρεφόταν το ενδιαφέρον της Τιμαίας σε άλλον άντρα. Πάντως το σκάνδαλο αυτό έκανε τη Σπάρτη λιγότερο φιλόξενη για τον Αλκιβιάδη λόγω του φόβου εκδίκησης από τον βασιλιά.

      Παραγναθίδα κράνους με παράσταση της Αφροδίτης και του Έρωτα. Λέγεται ότι ανήκε στον Αλκιβιάδη.
   
        Ένας έρωτας συντρόφεψε, όπως είπαμε, τον Αλκιβιάδη κυριολεκτικά ως την τελευταία του πνοή. Να πώς περιγράφει την ιστορία ο Πλούταρχος: «Ο Αλκιβιάδης βρισκόταν σε κάποια κωμόπολη της Φρυγίας με την εταίρα Τιμάνδρα. Είδε τότε ένα όνειρο: του φάνηκε πως ο ίδιος είχε φορέσει το φόρεμα της γυναίκας και κείνη, κρατώντας το κεφάλι του στην αγκαλιά της, του στόλιζε το πρόσωπο και το έβαφε σαν να ήταν γυναίκα. Άλλοι λένε πως είδε στον ύπνο του να του κόβουν το κεφάλι και να καίγεται το σώμα του. Πάντως όλοι λένε ότι το όνειρο το είδε πολύ πριν από τον θάνατο του. Αυτοί που πήγαν να τον εκτελέσουν δεν τόλμησαν να μπουν μέσα στο σπίτι, αλλά το περικύκλωσαν κι έβαλαν φωτιά. Όταν το πήρε είδηση ο Αλκιβιάδης, μάζεψε κι έριξε στη φωτιά τα χειρότερα ενδύματα και στρώματα, και αφού τύλιξε τη χλαμύδα του στο αριστερό του χέρι και κράτησε ένα μικρό ξίφος με το δεξί, βγήκε ορμητικά, χωρίς να πάθει τίποτα, από τις φλόγες, προτού πάρουν φωτιά τα ρούχα του. Οι βάρβαροι, όταν τον είδαν, διασκορπίστηκαν. Κανένας δεν έμεινε να τον αντιμετωπίσει και δεν ήρθε στα χέρια, αλλά από μακριά τον χτυπούσαν με ακόντια και βέλη. Μ' αυτόν τον τρόπο έπεσε. Οι βάρβαροι έφυγαν και η Τιμάνδρα σήκωσε τον νεκρό, τον τύλιξε και τον σκέπασε με τα δικά της φορέματα και τον έθαψε όσο μπορούσε πιο λαμπρά και τιμημένα».

Περί ομοφυλοφιλίας

        Ο Αλκιβιάδης ήταν λατρευτός και στους άνδρες και δεν απαρνήθηκε τον ομοφυλοφιλικό έρωτα. Αλλά δεν ήταν πάντα ευγενικός με τους άρρενες συντρόφους του. Κάποτε, για παράδειγμα, ο εραστής του, Άνυτος, τον κάλεσε σε δείπνο. Ο Αλκιβιάδης δεν αποδέχθηκε την πρόταση, αλλά το βράδυ μεθυσμένος και παρέα με τους φίλους του εισέβαλε στο σπίτι του Άνυτου και μπροστά στους καλεσμένους διέταξε τους δούλους να του δώσουν τα μισά χρυσά και αργυρά σκεύη του σπιτιού! Και ο Άνυτος τι έκανε; Επαίνεσε τον Αλκιβιάδη που τουλάχιστον δεν τα πήρε όλα!

Πολυσυζητημένη είναι η σχέση του με τον Σωκράτη. Υπήρχε οπωσδήποτε ένα είδος έρωτα ανάμεσα τους, δεν φαίνεται όμως να πραγματώθηκε ποτέ σαρκικά. Σε διάφορα έργα αρχαίων ο Σωκράτης δηλώνει πως έχει δύο έρωτες, τον Αλκιβιάδη και τη φιλοσοφία. Και ο Αλκιβιάδης λέει γι' αυτόν πως είναι ο πρώτος που αγάπησε και ο μόνος που του έμεινε αφοσιωμένος. Η πνευματική, όμως, σχέση δεν ήταν αρκετή για τον Αλκιβιάδη. Ο ίδιος περιγράφει, κατά τον Πλάτωνα, μια αποτυχημένη προσέγγιση του στον Σωκράτη. Για μέρες ο Αλκιβιάδης προσπαθούσε να ξεμοναχιαστεί με τον δάσκαλο του, χωρίς αποτέλεσμα. Όταν τελικά εκείνος δέχτηκε την πρόσκληση του σε δείπνο, ο Αλκιβιάδης νόμισε πως είχε φτάσει η πολυπόθητη στιγμή. Γελάστηκε. Παρά τα υπονοούμενα του Αλκιβιάδη με λόγια και κινήσεις, οι δυο άντρες βρέθηκαν ξαπλωμένοι στο ίδιο κρεβάτι... μιλώντας για την εσωτερική και εξωτερική ομορφιά.

      Αλλά η ζωή του Αλκιβιάδη οπωσδήποτε δεν είναι μια παράθεση γλαφυρών περιστατικών. Τα σκάνδαλα και τα πάθη του προκαλούσαν καχυποψία και φοβίες στους Αθηναίους, όσο κι αν ήταν ανεκτικοί μαζί του. Αυτό φάνηκε πρώτα πρώτα στην ευκολία με την οποία τον καταδίκασαν για κατηγορίες που δεν ήταν και αδιαμφισβήτητες. Εκείνος που τον Ιούλιο του 415 π.Χ. ξεκινούσε με τιμές από τον Πειραιά για τη Σικελία, σύντομα καταδικάστηκε από τους συμπολίτες του για την αποκοπή των Ερμών και τη διακωμώδηση των Ελευσίνιων Μυστηρίων. Η περιουσία του δημεύτηκε, το όνομα του χαράχθηκε σε στήλη για διασυρμό, του απήγγειλαν επίσημες κατάρες, τον καταδίκασαν ερήμην σε θάνατο. «Όμως εγώ θα τους δείξω ότι ζω», είπε ο Αλκιβιάδης και πρόδωσε την πόλη του στη Σπάρτη, προκαλώντας της τη μεγαλύτερη καταστροφή στην ιστορία της, τη συμφορά στη Σικελία. Όσο ζούσε στη Σπάρτη, ο Αλκιβιάδης εξέπληξε τους πάντες ακολουθώντας πιστά τον λακωνικό τρόπο ζωής. Είχε ξυρίσει το κεφάλι του σύρριζα, έκανε κρύα λουτρά, έτρωγε τον μέλανα ζωμό κι όλοι απορούσαν πώς ήταν δυνατόν αυτός ο άνθρωπος να είχε ποτέ γνωρίσει μάγειρες και αρωματοποιούς.

       Η προσαρμοστικότητα αυτή του Αλκιβιάδη, που ξεπερνούσε ακόμη κι αυτή του χαμαιλέοντα, όπως λέει ο Πλούταρχος, ήταν και ο μεγαλύτερος σύμμαχος του στις δύσκολες στιγμές. Όταν εγκατέλειψε τη Σπάρτη εξαιτίας του σκανδάλου με τη βασίλισσα, βρήκε καταφύγιο στον σατράπη Τισσαφέρνη. Παρά τον μισελληνισμό του Πέρση άρχοντα, ο Αλκιβιάδης κατάφερε να κερδίσει την εμπιστοσύνη και την εύνοια του μιμούμενος τις συνήθειες των βαρβάρων, κυρίως την υπερβολική πολυτέλεια και την κολακεία. Και πράγματι ο Τισσαφέρνης έκανε τον Αλκιβιάδη σύμβουλο του και έδωσε το όνομα του στο ωραιότερο περιβόλι του.

Θριαμβευτική επιστροφή

        Χρησιμοποιώντας την εύνοια του Τισσαφέρνη και με διάφορους πολιτικούς ελιγμούς και στρατιωτικές επιτυχίες σε βάρος των Σπαρτιατών, ξαναγίνεται ο αγαπημένος των Αθηναίων. Μετά από επτά χρόνια εξορίας, ο Αλκιβιάδης επιστρέφει στην πόλη του το καλοκαίρι του 407 π.Χ. Καταφτάνει στο λιμάνι του Πειραιά με είκοσι πλοία κατάφορτα με λάφυρα. Όλοι τρέχουν κατά πάνω του, τον στεφανώνουν ακόμη και με χρυσάφι, τον ανακηρύσσουν ανώτατο αρχηγό τους. Παίρνουν πίσω τις κατάρες, του επιστρέφουν την περιουσία του, του δίνουν και μια αποζημίωση. Σαν τελευταία πράξη προσφοράς στην πόλη του, προβολής του ίδιου και κάθαρσης του από παλιές κατηγορίες, ο Αλκιβιάδης οδηγεί την πομπή των πιστών στην Ελευσίνα αψηφώντας τους Σπαρτιάτες, που βρίσκονται στη Δεκέλεια και που εμπόδιζαν τελευταία με την παρουσία τους την τέλεση των Ελευσίνιων Μυστηρίων. Πράγματι, ο Σπαρτιάτης βασιλιάς δεν τολμά να επιτεθεί και ο Αλκιβιάδης χαίρεται έναν ακόμη θρίαμβο. Αλλά ο ενθουσιασμός των Αθηναίων δεν θα κρατήσει παρά λίγους μήνες. Δεν ήταν μόνο η γνωστή αστάθεια τους. Οι πληγές που είχε σωρεύσει ο Αλκιβιάδης στην πόλη του ενίσχυαν σιγά σιγά την καχυποψία που ενέπνεε πάντα ο τρόπος ζωής του και αρκούσε μια αφορμή για να στραφούν εναντίον του. Η αφορμή αυτή υπήρξε η ήττα των Αθηναίων σε ναυμαχία με τους Σπαρτιάτες. Αν και ο Αλκιβιάδης δεν είχε άμεση ευθύνη, καθαιρέθηκε. Σ' αυτό συνέβαλαν και κάποιες φήμες που διαδίδονταν σε βάρος του από πολιτικούς αντιπάλους του. Ίσως η μοίρα των Αθηναίων να ήταν πολύ πιο ευνοϊκή, αν άφηναν τον Αλκιβιάδη στο πηδάλιο της πόλης τους. Δεν μπορεί όμως κανείς να μην τους δώσει και ελαφρυντικά γι' αυτή τους την απόφαση.

     Πού να πήγαινε τώρα ο Αλκιβιάδης; Ήταν ανεπιθύμητος και στη Σπάρτη και στην αυλή του Τισσαφέρνη. Είχε προδώσει και τους δύο υπηρετώντας την πόλη του. Πήγε λοιπόν στη Θράκη και λίγο πριν από τη ναυμαχία Αθηναίων -Σπαρτιατών στους Αιγός Ποταμούς το 405 π.Χ. ο Αλκιβιάδης προσπάθησε με τις υποδείξεις του να καταδείξει την απερισκεψία των Αθηναίων και να εμποδίσει την ήττα του στόλου τους. Κανείς δεν τον άκουσε και μια φοβερή νύχτα το μήνυμα της Παράλου σκόρπισε τον θρήνο της καταστροφής «από τον Πειραιά στην Αθήνα διαμέσου των Μακρών Τειχών».

     Ο στόλος που έστειλαν οι Αθηναίοι στη Σικελία ήταν επιβλητικός. 

               Το αθηναϊκό μεγαλείο έδυσε, αλλά και το τέλος του Αλκιβιάδη, που μόλις είχε περάσει τα 45, πλησίαζε. Μαζί με την Τιμάνδρα πήγε στη Φρυγία και ζήτησε καταφύγιο από τον σατράπη Φαρνάβαζο. Εκείνος του το έδωσε, μόνο που δεν δυσκολεύτηκε να συνεργήσει ηθικά στη δολοφονία του. Ο Αλκιβιάδης δεν είχε πια κανένα φίλο. Οι Σπαρτιάτες τον μισούσαν και η ολιγαρχία των Τριάκοντα, που επέβαλαν στην ηττημένη Αθήνα, φοβόταν τον Αλκιβιάδη ακόμη και τώρα που βρισκόταν τόσο μακριά. Εξόρισαν τον γιο του, δήμευσαν τα κτήματα του, του στέρησαν τα πολιτικά του δικαιώματα και του απαγόρευσαν την είσοδο στην Ελλάδα. Αλλά τόση ανησυχία φαίνεται πως τους προκαλούσε το δαιμόνιο του Αλκιβιάδη, που μόνο με τον θάνατο του θα ήταν σίγουροι. Ο Φαρνάβαζος τους προσέφερε τη συγκατάθεση του και τους εκτελεστές, ίσως μάλιστα να ζήτησε και το κεφάλι του Αλκιβιάδη.

Ο σκληρός θάνατος

        Η θλιβερή σκιά του Αλκιβιάδη έπεσε μετά τον θάνατο του και σε κοντινά του πρόσωπα. Ο αγαπημένος του Σωκράτης αναγκάστηκε να πιει το κώνειο, καταδικασμένος σε θάνατο από τους συμπολίτες του, εξιλαστήριο θύμα μιας εποχής παθών και ηθικής κατάπτωσης. Η σχέση του με τον Αλκιβιάδη έπαιξε κι αυτή τον ρόλο της στην καταδίκη του. Κι ο γιος του Αλκιβιάδη ταλαιπωρήθηκε για χρόνια στα δικαστήρια για μια παλιά υπόθεση του πατέρα του, για ένα άρμα που είχε χρησιμοποιήσει στους Ολυμπιακούς Αγώνες και που δεν είχε αποκτήσει με θεμιτό τρόπο. Βέβαια ο γιος δεν έφερε ευθύνη για τις πράξεις του πατέρα του, αλλά ούτε κι οι δικές του ήταν πάντα άμεμπτες. Μπορεί να μην έτρεφε αισθήματα τρυφερότητας για τον Αλκιβιάδη -δε θα 'ταν άλλωστε και υπόδειγμα πατέρα- αλλά είχε κληρονομήσει, φαίνεται, τα ελαττώματα του. Κακές συνήθειες, διασκεδάσεις με εταίρες, φυλακίσεις• ακόμη και για δολοφονίες και αιμομιξίες κατηγορήθηκε. «Ακρατέστατος, υβριστότατος και βιαιότατος», ήταν για τον Ξενοφώντα ο Αλκιβιάδης. Σαν αντιστάθμισμα σ' αυτή την αυστηρή κριτική μπορούν να του αναγνωριστούν πνευματικές αρετές, όπως το θάρρος, η εξυπνάδα, η αγωνιστικότητα, η πειθώ. Τα πράγματα όμως δυσκολεύουν όσον αφορά στις ηθικές αρετές. Και γι' αυτήν ακόμη την αγάπη για την πατρίδα που έδειξε κάποιες στιγμές έχουμε κάθε λόγο να αμφιβάλλουμε, όταν μιλούμε για έναν προδότη και για κάποιον που συνέδεε την ανάμειξη του στα πολιτικά με τις δικές του φιλοδοξίες. Το περίεργο είναι πως, όπως ακριβώς οι σύγχρονοι του, το ίδιο κι εμείς αισθανόμαστε τη σπάνια γοητεία του μόνο που η εκ των υστέρων θεώρηση της ζωής προσδίδει και μια γεύση ανθρώπινης συμπάθειας, σχεδόν συμπόνιας. Γιατί ο Αλκιβιάδης έδρασε και χάθηκε, όπως ακριβώς κι ο ήρωας μιας τραγωδίας, αιχμάλωτος του αδυσώπητου νόμου «ύβρις, - νέμεσις - άτη». Αυτόν άλλωστε τον νόμο δεν μπόρεσε να παραβιάσει ούτε η Αθήνα και είναι εκπληκτική η ομοιότητα ανάμεσα στην πορεία του Αλκιβιάδη και αυτή της πόλης του από τη δόξα στην αλαζονεία, από τη δύναμη στην περιφρόνηση κάθε ηθικής, από το κάλλος στο οικτρό τέλος. Κι επειδή δεν πρέπει να ξεχνάμε πως η συναρπαστική αυτή πορεία του Αλκιβιάδη έκανε πολλούς να υποφέρουν, ίσως μια φράση μόνο μπορεί να αποδώσει με τρόπο περιεκτικό και δίκαιο προς όλους αυτό που ήταν ο Αλκιβιάδης. Είναι τα λόγια που είπαν οι Κορίνθιοι για τους Αθηναίους τις παραμονές του Πελοποννησιακού Πολέμου, με μια μικρή αλλαγή. «Αν κάποιος συνοψίζοντας έλεγε πως ο Αλκιβιάδης γεννήθηκε για να μη μένει ούτε ο ίδιος σε ησυχία ούτε και τους άλλους ανθρώπους ν' αφήνει ήσυχους, θα έλεγε την αλήθεια».

Ευφυής και ανήθικος
 
        Γόνος μιας από τις αριστοκρατικότερες και πλουσιότερες οικογένειες της Αθήνας, ο Αλκιβιάδης ήταν γιος του Κλεινία, του οποίου η γενιά έφθανε ως τον θρυλικό Αίαντα, και της Δεινομάχης, κόρης του Αλκμεωνίδη Μεγακλή και εγγονής του Ιπποκράτη, αδελφού του Κλεισθένη. Από την πλευρά της μητέρας του ο Αλκιβιάδης συγγένευε με τον Περικλή, ο οποίος, ως πρώτος εξάδελφός της, όταν ο Κλεινίας σκοτώθηκε στη Μάχη της Κορώνειας το 447 π.X., έγινε επίτροπος του μικρού Αλκιβιάδη.

       Μολονότι ο Αλκιβιάδης, χάρη στα πλούτη του, μεγάλωνε με άριστους παιδαγωγούς, προφανώς του έλειψε η πατρική εξουσία και καθοδήγηση, πράγμα που, όπως αναφέρουν οι σύγχρονοί του, υπήρξε η αιτία που ο νεαρός δεν απέκτησε την αρμόζουσα ηθική του ευπατρίδη.

Χωρίς ηθικούς φραγμούς 

      Ευφυής και ωραίος αλλά απείθαρχος και εγωκεντρικός, ο Αλκιβιάδης μεγάλωσε χωρίς ηθικούς φραγμούς. Επηρεάστηκε περισσότερο από τους δασκάλους του σοφιστές, όπως ο Πρόδικος και ο Πρωταγόρας, και συνήθισε να χλευάζει τις παραδεδεγμένες ιδέες περί δικαίου, μετριοφροσύνης, ευσέβειας, πατριωτισμού. H νηφάλια διδασκαλία και ο ασκητικός βίος του άλλου δασκάλου του, του Σωκράτη, δεν κατόρθωσαν να γίνουν παράδειγμα για τη δική του ζωή. Ο Αλκιβιάδης αγαπούσε και θαύμαζε τον Σωκράτη. Ο φιλόσοφος στη μάχη της Ποτίδαιας, το 432 π.X., του είχε σώσει και τη ζωή, χρέος που ο Αλκιβιάδης του ανταπέδωσε σώζοντάς τον και αυτός από βέβαιο θάνατο στη μάχη του Δηλίου, το 424 π.X.

      Ως επιβράβευση για την ηρωική διάσωση του Σωκράτη στο Δήλιο ο πάμπλουτος Ιππόνικος πρόσφερε στον Αλκιβιάδη την κόρη του Ιππαρέτη για σύζυγο. Ετσι ο Αλκιβιάδης στα δικά του πλούτη πρόσθεσε τη μεγάλη προίκα της γυναίκας του της οποίας όμως έκανε τον βίο αβίωτο.

     Μετά τον θάνατο του Περικλή το 429 π.X., την Αθήνα την κυβερνούσαν δημαγωγοί, όπως ο Κλέων, ή συντηρητικοί, όπως ο Νικίας. Ο Αλκιβιάδης χάρη στην προσωπική του γοητεία, στην ευγλωττία του αλλά και στον πλούτο του, αναδείχθηκε ηγέτης της δημοκρατικής παράταξης και επιδίωξε να προσεγγίσει τους Σπαρτιάτες ώστε να αναλάβει αυτός τις διαπραγματεύσεις για την ειρήνη ανάμεσα στην Αθήνα και στη Σπάρτη. Οι Σπαρτιάτες όμως προτίμησαν τον Νικία και όταν, το 421 π.X., υπογράφτηκε η «Νικίειος ειρήνη», η οποία τερμάτισε την πρώτη φάση του Πελοποννησιακού Πολέμου, ο Αλκιβιάδης πέρασε στο στρατόπεδο των φιλοπόλεμων.

Στην πολιτική αρένα

        Ουσιαστικά η πολιτική σταδιοδρομία του Αλκιβιάδη ξεκίνησε το 420 π.X., όταν εκλέχθηκε για πρώτη φορά στρατηγός. Με τη φιλοδοξία να αποκαταστήσει την Αθήνα στην παλιά της ηγεμονική θέση ο Αλκιβιάδης κατόρθωσε, παρακάμπτοντας τις αντιρρήσεις του Νικία, να πείσει τους Αθηναίους να συνάψουν ειρήνη με το Αργος, την Ηλιδα και τη Μαντίνεια. H Σπάρτη όμως, όπως ήταν αναμενόμενο, αντέδρασε και το 418 π.X., στη Μαντίνεια, συνέτριψε τους Αθηναίους και τους συμμάχους τους. Ετσι η Αθήνα βρέθηκε απομονωμένη και ο Αλκιβιάδης γλίτωσε παρά τρίχα τον οστρακισμό. Με διπλωματικό ελιγμό ο Αλκιβιάδης συνασπίστηκε τότε με τον πρώην αντίπαλό του Νικία και πέτυχε να οστρακιστεί ο κατήγορός του Υπέρβολος.

        Τον επόμενο χρόνο ο Αλκιβιάδης εκλέχθηκε και πάλι στρατηγός μαζί με τον Νικία. Για μία ακόμη φορά η υπέρμετρη φιλοδοξία του Αλκιβιάδη έγινε αιτία ανείπωτης συμφοράς και ντροπής για την Αθήνα με την αποτυχημένη εκστρατεία της Αμφίπολης και με την κατάληψη της Μήλου όπου σφαγιάστηκαν όλοι οι άρρενες ενώ τα γυναικόπαιδα πουλήθηκαν για δούλοι.

H σωτήρια Ολυμπιάδα

        Ωστόσο παρά τις τρομερές του αποτυχίες ο Αλκιβιάδης κατάφερε να κερδίσει και πάλι την εύνοια των συμπατριωτών του με τη λαμπρή νίκη του στην 91η Ολυμπιάδα (416 π.X.) στις αρματοδρομίες. H δημοτικότητά του αποκαταστάθηκε και, παρά τις αντιρρήσεις του συνετού Νικία, έπεισε τους Αθηναίους να εκστρατεύσουν τούτη τη φορά στη Σικελία για να βοηθήσουν την Εγεστο εναντίον των Συρακουσών και του συμμάχου τους Σελινούντα.

       Λίγες όμως ημέρες προτού ο αθηναϊκός στόλος αποπλεύσει για τη Σικελία, ξέσπασε το σκάνδαλο των «Ερμοκοπιδών». Ενα πρωί οι κεφαλές των Ερμών (λίθινων στηλών που έφεραν προτομές του θεού Ερμή και κοσμούσαν εισόδους σπιτιών και δρόμους) βρέθηκαν κατεστραμμένες. Οι αντίπαλοι του Αλκιβιάδη τον κατηγόρησαν ότι αυτός και οι έκλυτοι φίλοι του είχαν διαπράξει αυτή την ιεροσυλία για να διασκεδάσουν αφού δεν σέβονταν τίποτε προσθέτοντας ότι ο Αλκιβιάδης είχε γελοιοποιήσει ακόμη και τα Ελευσίνια Μυστήρια. Αρνούμενος την κατηγορία ο Αλκιβιάδης ζήτησε να προσαχθεί σε δίκη αλλά οι αντίπαλοί του προέβαλαν τη δικαιολογία ότι κάτι τέτοιο θα έκαμπτε το ηθικό των στρατιωτών και ότι το θέμα ήταν προτιμότερο να εξετασθεί μετά την εκστρατεία στη Σικελία.

      Έτσι τον Ιούλιο του 415 π.X. ο αθηναϊκός στόλος με 134 πλοία και στρατηγούς τον Αλκιβιάδη, τον Νικία και τον Λάμαχο απέπλευσε με προορισμό τη Σικελία.

Προδότης και ερωτύλος

        Φθάνοντας όμως ο αθηναϊκός στόλος στη Σικελία κατέφθασε στο νησί και η «Σαλαμινία», το ιερό πλοίο των Αθηναίων, με την εντολή να οδηγήσει τον Αλκιβιάδη πίσω στην Αθήνα για να δικαστεί για την ιεροσυλία των Ερμών. Ο Αλκιβιάδης ζυγίζοντας την κατάσταση προτίμησε να δραπετεύσει και να καταφύγει στην Αυλή του σπαρτιάτη βασιλιά Αγιδος B', τον οποίο και συμβούλεψε να στείλει τον στρατηγό Γύλιππο να βοηθήσει τους Συρακουσίους με αποτέλεσμα να πάθουν πανωλεθρία οι Αθηναίοι. Επίσης δική του ήταν η συμβουλή να σπεύσουν οι Σπαρτιάτες στην Αττική και να οχυρώσουν τη Δεκέλεια ώστε η Αθήνα να μην μπορεί να ανεφοδιάζεται από την Εύβοια.

     Στο μεταξύ οι Αθηναίοι καταδίκασαν ερήμην τον Αλκιβιάδη σε θάνατο και δήμευσαν την περιουσία του. Αλλά και στη Σπάρτη ο Αλκιβιάδης δεν μπόρεσε να μείνει για πολύ: Ερωτύλος καθώς ήταν, σαγήνευσε τη σύζυγο του σπαρτιάτη βασιλιά Τιμαία με την οποία μάλιστα απέκτησε και έναν γιο. Προτού ωστόσο ο Αγις προλάβει να τον σκοτώσει, ο Αλκιβιάδης το 'σκασε στη Μικρά Ασία όπου βρήκε καταφύγιο, το 412 π.X., κοντά στον πέρση σατράπη Τισσαφέρνη.

       Από εκεί ο Αλκιβιάδης άρχισε τις προσπάθειες επανασύνδεσής του με τη γενέτειρά του. Προσεγγίζοντας τους ολιγαρχικούς της Αθήνας τους έπεισε ότι ο Τισσαφέρνης θα τους βοηθούσε οικονομικά να πάρουν την εξουσία. Τελικά οι ολιγαρχικοί επικράτησαν το 412 π.X. χωρίς τη βοήθεια του σατράπη, πράγμα που τους έκανε να μη θέλουν να καλέσουν τον Αλκιβιάδη πίσω στην Αθήνα. Τότε αυτός στράφηκε προς την παράταξη των δημοκρατικών, οι οποίοι, αναγνωρίζοντας τις στρατηγικές του ικανότητες, τον εξέλεξαν στρατηγό. Ετσι το 410 π.X. ο Αλκιβιάδης επικεφαλής αθηναϊκού στόλου νίκησε τους πελοποννησίους συμμάχους στην Αβυδο και στην Κύζικο αποκαθιστώντας την αθηναϊκή κυριαρχία στην περιοχή του Ελλησπόντου.

Στρατηγός αυτοκράτωρ

        Στο μεταξύ στην Αθήνα η εξουσία των Τετρακοσίων είχε καταλυθεί και οι Αθηναίοι ανακάλεσαν τον Αλκιβιάδη ο οποίος επέστρεψε το 407 π.X. θριαμβευτής. Με τον τίτλο του «στρατηγού αυτοκράτορα», δηλαδή του στρατηγού με απόλυτη εξουσία, ο Αλκιβιάδης συνέχισε τον πόλεμο εναντίον των Σπαρτιατών. Επικεφαλής ισχυρού στόλου ο Αλκιβιάδης έσπευσε στην Ιωνία για να κατατροπώσει τους πελοποννησιακούς συμμάχους προτού προλάβει ο βασιλιάς των Περσών Δαρείος B' να τους βοηθήσει όπως τους είχε υποσχεθεί. Τούτη τη φορά όμως στάθηκε άτυχος. Ο ύπαρχός του Αντίοχος, παραβαίνοντας τις εντολές του, προκάλεσε σε ναυμαχία τον φημισμένο σπαρτιάτη ναύαρχο Λύσανδρο κοντά στην Εφεσο (406 π.X.). Αποτέλεσμα ήταν οι Αθηναίοι να χάσουν 17 πλοία και να σκοτωθεί και ο Αντίοχος.

     Στην Αθήνα οι πολιτικοί του αντίπαλοι κατηγόρησαν τον Αλκιβιάδη για την ήττα και κατάφεραν να του αφαιρεθεί η αρχιστρατηγία. Χωρίς πλέον τίτλο και εξουσία ο Αλκιβιάδης προσπάθησε να αποτρέψει τους Αθηναίους να συγκρουστούν με τον Λύσανδρο στους Αιγός Ποταμούς, αλλά δεν τον άκουσαν. Μετά την πανωλεθρία των Αθηναίων το 405 π.X. ο Αλκιβιάδης κατέφυγε στην Αυλή του σατράπη Φαρνάβαζου από όπου σκόπευε να πάει στα Σούσα να ενημερώσει τον καινούργιο βασιλιά Αρταξέρξη B' για τα συνωμοτικά σχέδια του αδελφού του Κύρου που τα είχε πληροφορηθεί. Δολοφονήθηκε όμως από ανθρώπους του Φαρνάβαζου, ο οποίος είχε συνωμοτήσει εναντίον του και με τον Λύσανδρο αλλά και με τους Τριάκοντα Τυράννους της Αθήνας.