Κυριακή, 21 Μαΐου 2017

ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΙΕΣ: Η ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΙΑ ΤΟΥ ΛΑΟΥ ΚΑΙ Η ΓΕΡΜΑΝΙΚΗ ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΙΑ (1096)

ΟΙ ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΙΕΣ 

Γενικά περί των Σταυροφοριών

Οι Σταυροφορίες ξεκίνησαν ως η ιδέα μίας ιερής εκστρατείας από μέρους των Δυτικών (Καθολικών)Χριστιανών, με σκοπό την απελευθέρωση των Αγίων Τόπων (Παλαιστίνη, Ιερουσαλήμ) από τους Μουσουλμάνους. Θεωρείται ότι ήταν η απάντηση της Δύσης στον Ιερό Πόλεμο, ή τζιχάντ, που κατά καιρούς κήρυττε το Ισλάμ. Ο σκοπός των Σταυροφοριών ήταν η κατάκτηση των Αγίων Τόπων και η συντριβή του Ισλάμ. Αφορμές για τις Σταυροφορίες αποτέλεσαν η κακομεταχείριση των προσκυνητών που επισκέπτονταν την Ιερουσαλήμ και η έκκληση του Βυζαντινού Αυτοκράτορα ο οποίος δεχόταν ισχυρή πίεση από τους Τούρκους. Τα στρατεύματα των σταυροφόρων αποκαλούνταν με τίτλους όπως ο στρατός «του σταυρού», «του Χριστού», «του Κυρίου» και «της Πίστης»...
 
Το σύμβολο του Σταυρού ήταν το αναγνωριστικό σημείο των Σταυροφόρων, από το οποίο λάμβαναν και το προσφιλές τους όνομα. Οι Σταυροφόροι ονομάζονταν «οι στρατιώτες του Χριστού», προσκυνητές, Λατινικά περεγκρίνι, και «οι έχοντες το σημείο του σταυρού», Λατινικά κρουσισιγκνάτι ή σιγκνατόρες. Η συμμετοχή σε σταυροφορία σήμαινε ότι σταυροφόρος «έπαιρνε τον σταυρό» ή «έπαιρνε το σημείο του σταυρού». Από τους συγχρόνους τους δεν υπήρχε καμία αμφιβολία ότι οι Σταυροφορίες ήταν θεϊκή αποστολή και μάλιστα περιγράφονταν ως «τα Έργα του Θεού, τα οποία επιτελούνταν μέσω των Φράγκων». 

Όσοι θανατώνονταν κατά τις σταυροφορικές εκστρατείες είχαν το προνόμιο ειδικού συγχωροχαρτιού για τις αμαρτίες που είχαν διαπράξει και θεωρούνταν στη συνείδηση του λαού μάρτυρες. Οι κληρικοί της εποχής προωθούσαν απόψεις όπως ότι οι δίκαιοι δεν έπρεπε να φοβούνται ότι θα τους καταλογιζόταν ως αμαρτία το να σκοτώσουν τον εχθρό του Ιησού Χριστού, ότι ο στρατιώτης του Χριστού μπορεί εκ του ασφαλούς να σκοτώσει και ακόμη περισσότερο να σκοτωθεί και ότι όταν ο στρατιώτης πεθάνει, ωφελεί τον εαυτό του ενώ όταν σφαγιάζει, ωφελεί τον Χριστό. 

Για τους κληρικούς ήταν αποδεκτό να συμμετέχουν στον πόλεμο εφόσον, όπως αναφέρει ο Θωμάς Ακινάτης, το τρόπαιο δεν θα ήταν εγκόσμια οφέλη αλλά η άμυνα της Εκκλησίας ή των φτωχών και των καταπιεσμένων. Οι σταυροφορίες ξεκινούσαν με απόφαση του εκάστοτε πάπα της Ρώμης και —τουλάχιστον στην αρχή— ήταν πολύ σημαντικά γεγονότα. Συνήθως η κήρυξη μιας Σταυροφορίας συνοδευόταν και από εγκλήματα και διώξεις από απλούς πολίτες κατά των Εβραίων, αρκετές κοινότητες των οποίων βρίσκονταν στη Δυτική Ευρώπη. 

Ήταν η εύκολη λύση για όσους ήθελαν να εκτονώσουν το θρησκευτικό τους μένος, και για πολλούς άλλους που έβρισκαν την ευκαιρία για κλοπές και καταστροφές. Έγιναν αρκετές σταυροφορίες από τον 11ο αιώνα μ.Χ., μέχρι και το 15ο, οπότε και έγιναν οι τελευταίες σταυροφορίες κατά των Οθωμανών Τούρκων. Η τελευταία αναλαμπή των σταυροφοριών ήταν η Ναυμαχία της Ναυπάκτου το 1571.

Όμως πίσω από τον ενθουσιασμό και τα ιδανικά που υπερασπίζονταν οι σταυροφόροι υπήρχαν βαθύτεροι και λιγότερο ευγενείς σκοποί. Οι σταυροφορίες ξεκίνησαν υποκινούμενες κυρίως από την Καθολική εκκλησία, με σκοπό να επεκτείνει την εξουσία της στην Ανατολή, και να καταφέρει να υποτάξει την εκκλησία της Κωνσταντινούπολης. Παράλληλα πολλοί ηγεμόνες ονειρεύονταν πλούτη, δόξα και περιπέτειες. Ακόμη και οι απλοί άνθρωποι και στρατιώτες που ακολούθησαν είχαν τα δικά τους όνειρα για πλούτη,αναγνώριση και μια καλύτερη ζωή. 

Οι Βυζαντινοί Αυτοκράτορες είχαν τα δικά τους σχέδια και προσπάθησαν να στρέψουν τους Σταυροφόρους στην Μικρά Ασία χωρίς μεγάλη επιτυχία. Όλοι όσοι πήραν μέρος άμεσα ή έμμεσα ήθελαν να κερδίσουν κάτι αλλά τα αποτελέσματα των σταυροφοριών άλλαξαν εντελώς διαφορετικά την Ευρώπη από αυτό που περίμεναν. Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία αποδυναμώθηκε περισσότερο, αναγκαζόμενη να έχει το νου της στη Δύση, αντί να συγκρατεί τους Τούρκους στην Ανατολία,και το αποκορύφωμα ήταν η προσωρινή διάλυσή της από την Δ' Σταυροφορία.


Τελικά οι Βυζαντινοί, αναγκαζόμενοι να πολεμούν στα Βαλκάνια, στην Αδριατική και στο Αιγαίο, έχασαν την Μικρά Ασία και κατακτήθηκαν από τους Τούρκους.Η Δ' Σταυροφορία δεν έπληξε μόνο τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, αλλά και την Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία. Η βίαια υποταγή της στη Ρώμη και οι διωγμοί των ορθόδοξων ιερέων στην κυρίως Ελλάδα και την Κύπρο από τους σταυροφόρους έμειναν χαραγμένα στη μνήμη της. 

Από την άλλη, διωγμοί και σφαγές Λατίνων, απλών ανθρώπων ή ιερέων, από τους Βυζαντινούς, που είχαν συμβεί κάποιες φορές και πριν το 1204 που κυριεύθηκε η Κωνσταντινούπολη από τους Σταυροφόρους αλλά και αρκετές φορές μετά, συνέτειναν στο να μη βλέπουν με καλό μάτι οι Δυτικοί τους Βυζαντινούς. Μάλιστα, η ιδέα μίας σταυροφορίας κατά της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας υπήρξαν εποχές που συζητιόταν αρκετά έντονα στη Δύση.

Για 200 χρόνια οι Άγιοι Τόποι έγιναν πεδίο μαχών αλλά και εμπορίου και πολιτισμικής επαφής.

Οι Τρεις Πρώτες Σταυροφορίες

Τα πλήθη ανταποκρίνονται με ενθουσιασμό στην έκκληση του Πάπα εξαιτίας:
  • Της πείνας και των επιδημιών από τη δημογραφική έκρηξη της Ευρώπης,
  • Της οικονομικής τους δυσπραγίας
  • Της επιθυμίας να σώσουν την ψυχή τους.
Η Πρώτη Σταυροφορία (1096-1099) περιλαμβάνει φτωχούς και ανοργάνωτους αγρότες οι οποίοι:

α) Θα λεηλατήσουν το Βυζάντιο και
β) Θα εξοντωθούν από τους Τούρκους στη Μ. Ασία και φεουδάρχες οι οποίοι
  • Στο Δορύλαιο (1097) της Μ. Ασίας νικούν τους Τούρκους, με τη βοήθεια του Βυζαντινού Αυτοκράτορα και
  • Αποδίδουν τα ανακτηθέντα εδάφη, σχεδόν στο σύνολο τους, σε αυτόν, Ιούλιος 1099: Καταλαμβάνονται με έφοδο τα Ιεροσόλυμα. Παλαιστίνη, και άλλες περιοχές, μετατρέπονται σε Φραγκικό Βασίλειο.
Η Δεύτερη και Τρίτη Σταυροφορία (12ος αι.)
  • Η νίκη των Μουσουλμάνων επί των σταυροφορικών κρατιδίων θα προκαλέσει τη Δεύτερη και την Τρίτη Σταυροφορία.

Σταυροφορίες Ιερός Πόλεμος Ανατολής - Δύσης

Οι Σταυροφορίες δεν ήταν απλώς ένα κίνημα φλογερών θρησκευομένων, που κίνητρό τους ήταν η αγνή επιθυμία να απελευθερώσουν τα ιερά της πίστης τους από τους μισητούς απίστους. Στην πραγματικότητα, παρά τις πειρατικές συγκρούσεις, οι Μουσουλμάνοι γενικά διατηρούσαν καλύτερες σχέσεις με τους Λατίνους χριστιανούς παρά με τους Βυζαντινούς. Με εξαίρεση τις πρώτες δεκαετίες της διαδοχής του Ισλάμ τον 7ο αιώνα, το δόγμα του Μωάμεθ περί ιερού πολέμου δεν αφορούσε γενικά στους Χριστιανούς. 

Οι Χριστιανοί θεωρούνταν πολίτες δεύτερης κατηγορίας στις περιοχές που ελέγχονταν από Μουσουλμάνους, οι οποίοι, όμως, συνήθως δεν τους κακομεταχειρίζονταν. Οι Σταυροφορίες συνδέονται με μια μακρόχρονη παράδοση θρησκευτικών προσκυνημάτων. Στην Παλαιστίνη υπήρχαν και υπάρχουν ιερά αφιερωμένα σε τρεις θρησκείες (Χριστιανική, Μουσουλμανική και Ιουδαϊκή), και ένα τέτοιο ταξίδι αποτελούσε το κορύφωμα της πνευματικής ζωής του πιστού. Ο 11ος αιώνας ήταν εποχή αφύπνισης της θρησκευτικής συνείδησης των Χριστιανών της Δύσης. 

Παράλληλα παρατηρείται κάποια αύξηση της κίνησης των προσκυνητών, ιδίως προς την Ιερουσαλήμ. Κοσμικοί δυνάστες του 11ου αιώνα, ιδίως εκείνοι που φημίζονταν για τη βίαιη ιδιοσυγκρασία του, όπως οι κόμητες Φούλκων ο Ανδεγαυικός και Ροβέρτος ο Διάβολος της Νορμανδίας, κινούσαν για προσκυνήματα που αποτελούσαν δημόσια γεγονότα πρώτου μεγέθους. Οι προσκυνητές, σε αντίθεση με τους Σταυροφόρους, υποτίθεται ότι ήταν άοπλοι, αν και είναι γνωστό ότι ομάδες προσκυνητών νίκησαν Μουσουλμανικές στρατιές. 

Η ιδέα του Χριστιανικού ιερού πολέμου κατείχε κεντρική θέση στο κίνημα των Σταυροφοριών. Ο ιερός Αυγουστίνος είχε μιλήσει για τον «δίκαιο πόλεμο», που διεξάγεται για την υπεράσπιση ή την ανάκτηση μιας νόμιμης ιδιοκτησίας. Οι Βυζαντινοί χρησιμοποίησαν τη θρησκευτική εχθρότητα προς τους Μουσουλμάνους ως πολιτικό όπλο στις κατακτήσεις τους του 10ου αιώνα. Ο Καρλομάγνος έδρασε συνειδητά ως στρατιωτικός φορέας του εκχριστιανισμού για να διαδώσει τον Λόγο του Θεού στους άθεους. 

Μολονότι η Γερμανική προώθηση προς τα ανατολικά κατά των Σλάβων δεν διέθετε τη Μεσσιωνική ρητορεία των εκστρατειών κατά των Μουσουλμάνων, ωστόσο εκχριστιάνισε τους Σλάβους με τη δύναμη των όπλων, όπως ακριβώς είχε κάνει ο Καρλομάγνος στους προγόνους τους. Η ιδέα ενός ιερού πολέμου κατά των απίστων διαποτίζει το έπος Το άσμα του Ρολάνδου, που γράφτηκε στο δεύτερο μισό του 11ου αιώνα, ακριβώς όταν οι πάπες άρχισαν να δίνουν στο δόγμα του Αυγουστίνου περί κτήσεως την ερμηνεία πως οι χριστιανοί ήταν οι νόμιμοι ιδιοκτήτες της Ιερουσαλήμ. 

Ο Νορμανδός δούκας της Απουλίας Ροβέρτος Γυισκάρδος, που ήταν υποτελής του πάπα, εξεστράτευσε μετά το 1061 στη Σικελία εν ονόματι της θρησκείας. Ο πάπας Γρηγόριος Ζ’ έλπιζε να οδηγήσει ο ίδιος μια εκστρατεία προς την Ανατολή το 1074. Οι πάπες συστηματικά υποστήριξαν τη θέση ότι οι πόλεμοι που διεξάγονταν ή υποστηρίζονταν από τους ίδιους ήταν ιεροί αγώνες, ευλογημένοι από τον Θεό. 

Η ιδέα ενός πολέμου εμπνεόμενου από τα Χριστιανικά ιδεώδη πήρε έντονες διαστάσεις στη διάρκεια της Χριστιανικής «Ανακατάκτησης» της Ισπανίας, όπου ήδη στα μέσα του 10ου αιώνα οι Χριστιανοί λόγιοι σύχναζαν στις Μουσουλμανικές σχολές του Τολέδου. Μολονότι σημειώθηκαν κάποιες συρράξεις μεταξύ Χριστιανών και Μουσουλμάνων στη Χριστιανοκρατούμενη χώρα των Βάσκων στα βορειοδυτικά, ως τις αρχές του 11ου αιώνα οι Χριστιανοί Ηγεμονίσκοι πολεμούσαν συχνότερα μεταξύ τους παρά κατά των Μουσουλμάνων.


Ο θρύλος ότι στην Κομποστέλα, της βορειοδυτικής Ισπανίας είχαν βρεθεί τα λείψανα του Αποστόλου Ιακώβου, τον ανέδειξε σε προστάτη Άγιο της Ανακατάκτησης και η Κομποστέλα έγινε ο πιο σημαντικός, ίσως, τόπος προσκυνήματος στη Δύση.

Έρχονται οι Σελτζούκοι

Οι εξελίξεις στην Ανατολή επίσης επέσπευσαν τις Σταυροφορίες. Ως τον 11ο αιώνα, οι Άραβες είχαν κυριαρχήσει στον Μουσουλμανικό κόσμο, αλλά η κατάσταση άλλαξε με την έλευση των Σελτζούκων Τούρκων. Πολλοί Τούρκοι είχαν υπηρετήσει ως επαγγελματίες στρατιώτες τόσο για τους Αβασίδες όσο και για τους Φατιμάδες ή μέλη φυλών. Τον 11ο αιώνα νέα κύματα Τούρκων νομάδων εισήλθαν στην Εγγύς Ανατολή. Μια από τις ηγέτιδες οικογένειες, οι Σελτζούκοι, ασπάσθηκε τον Σουνιτικό Μουσουλμανισμό. 

Στο χρονικό διάστημα 1038-1040, οι Σελτζούκοι κατέκτησαν την Περσία. Το 1055, καθώς το Ιράκ φαινόταν έτοιμο να υποκύψει στους Φατιμίδες της Αιγύπτου, ο Τογρούλ Βέης, ηγέτης των Σελτζούκων, κατέλαβε τη Βαγδάτη και εκθρόνισε τον τελευταίο Μπουγίδη ηγεμόνα. Πολλοί Μουσουλμάνοι θεωρούσαν τους Μπουγίδες αιρετικούς και έτσι χαιρέτισαν την Τουρκική κατοχή της Βαγδάτης ως απελευθέρωση. Ο Χαλίφης έδωσε στον Τογρούλ τον τίτλο του Σουλτάνου (νικητή). 

Ο Χαλίφης παρέμεινε κατ’ όνομα ηγεμόνας, αλλά την πραγματική εξουσία ασκούσε ο Τούρκος μεγάλος Σουλτάνος. Σύντομα οι Τούρκοι κατέκτησαν μια αυτοκρατορία που περιλάμβανε την Περσία, τη Μεσοποταμία, τη Συρία και μεγάλο τμήμα της Παλαιστίνης. Το 1071 ο μεγάλος Σουλτάνος Αλπ Αρσλάν συνέτριψε τον Βυζαντινό στρατό στο Μαντζικέρτ. Το 1092 οι Τούρκοι είχαν πια εκδιώξει τους Έλληνες από τη Μικρά Ασία, από την οποία περνούσαν οι χριστιανοί προσκυνητές ταξιδεύοντας προς την Παλαιστίνη. 

Για να αποδυναμώσουν τον Αλπ Αρσλάν, οι Βυζαντινοί ενθάρρυναν την ίδρυση ενός αποσχιστικού καθεστώτος στη Μικρά Ασία, που ονομάστηκε σουλτανάτο της Ρωμανίας (Rum, δηλαδή Ρώμη). Αλλά οι Βυζαντινοί αντιμετώπιζαν προβλήματα και στο δυτικό τους μέτωπο. Το Μπάρι, το τελευταίο Βυζαντινό φυλάκιο στην Ιταλία, καταλήφθηκε από τον Ροβέρτο Γυισκάρδο το 1071, τη χρονιά της μάχης του Μαντζικέρτ. 

Μετά ο Γυισκάρδος έπληξε τα συμφέροντα των Βυζαντινών ακόμη πιο ανατολικά, και οι Έλληνες κατάφεραν να αποκρούσουν τους Νορμανδούς μόνο χάρη στην εξαγορά της βοήθειας των Ενετών: το 1082 ο αυτοκράτορας εξέδωσε χρυσόβουλο που παραχωρούσε στους Ενετούς το δικαίωμα να ιδρύσουν μόνιμη εμπορική αποικία, όπου θα ίσχυε ο ενετικός νόμος, στην Κωνσταντινούπολη, καθώς και το δικαίωμα να ελέγχουν τις αποβάθρες και ουσιαστικά το μονοπώλιο του Βυζαντινού εμπορίου με τη Δύση. 

Επομένως, ο πρόλογος των Σταυροφοριών περιλάμβανε την εχθρότητα όχι μόνο μεταξύ Χριστιανών και Μουσουλμάνων, αλλά και μεταξύ των Νορμανδών Χριστιανών, που κυρίως συμμετείχαν στις Σταυροφορίες, και των Ελλήνων Χριστιανών, τους οποίους οι Σταυροφόροι υποτίθεται ότι έπρεπε να βοηθούν κατά των Τούρκων. Έτσι, η αρχική ώθηση για το κίνημα των Σταυροφοριών προήλθε από τον άνθρωπο του οποίου οι απόγονοι θα έβγαιναν τελικά οι πιο ζημιωμένοι, δηλαδή από τον Βυζαντινό Αυτοκράτορα. 

Υπολογίζοντας στη στρατιωτική, αν όχι στην πνευματική, ισχύ των Δυτικών, ο Αυτοκράτορας Αλέξιος Α’ Κομνηνός ζήτησε από τον πάπα Ουρβανό Β’ (1088-1099) να τον βοηθήσει να συγκεντρώσει στρατό. Φαίνεται ότι ο Αλέξιος ήλπιζε στη συγκρότηση ενός επίλεκτου σώματος σταυροφόρων που θα πολεμούσαν υπό τις δικές του διαταγές. Αλλά αντί γι’ αυτό, βρήκε μπροστά του πολυπληθείς στρατιές που οι ηγέτες τους προωθούσαν τα δικά τους κατακτητικά σχέδια.


Οι Πολεμιστές του Σταυρού Σαρώνουν την Ανατολή

Τα σύννεφα που καλύπτουν τον ορίζοντα απ’ άκρη σ’ άκρη, έχουν αυτό το χαρακτηριστικό γνώρισμα της συννεφιάς στην κεντρική Γαλλία: έχεις την εντύπωση ότι ο ουρανός είναι πολύ κοντά, σα να μπορείς να τον ακουμπήσεις με το χέρι σου. Είναι μια χειμωνιάτικη μέρα και το συγκεντρωμένο πλήθος προσπαθεί να προστατευτεί από το κρύο, αν και την προσοχή τους έχει αιχμαλωτίσει ένας ηλικιωμένος άνδρας με περήφανο παράστημα και έξυπνο βλέμμα, που μιλάει από το βήμα που έχει στηθεί όπως-όπως στη μικρή πεδιάδα. 

Ο άνδρας μιλά με πάθος, για κάποιους «Χριστιανούς της Ανατολής», τους «Έλληνες που βρισκόταν στο έλεος των απίστων», διανθίζοντας την ομιλία του με αναφορές για τους Άγιους Τόπους, την Ιερουσαλήμ και τον Τίμιο Σταυρό. Εξηγεί πως οι Χριστιανοί υπέφεραν στα χέρια των απίστων και πως είναι «θέλημα Θεού» οι Φράγκοι να πάρουν το σταυρό και να εκστρατεύσουν ενάντια στους άπιστους.

Ήταν η 27η Νοεμβρίου του 1095, μια κρύα μέρα στο Κλερμόντ της κεντρικής Γαλλίας. Μεταξύ των συγκεντρωμένων βρίσκονταν πολλές δεκάδες ανώτερων κληρικών, ακόμη περισσότεροι χαμηλόβαθμοι κληρικοί και μοναχοί, δεκάδες Γάλλοι ευγενείς, τόσο από την περιοχή του Κλερμόντ όσο και από αλλού και πολλοί λαϊκοί που είχαν συναθροιστεί για να ακούσουν το κήρυγμα. Δεν ήταν το συνηθισμένο ακροατήριο ενός κηρύγματος, ούτε ο κήρυκας ήταν συνηθισμένος. 

Σε μια στιγμή, κάλεσε κοντά του ένα μεσόκοπο κληρικό, που έφερε τα διακριτικά του Επισκόπου και του έδωσε έναν σταυρό. Μια βοή άρχισε να απλώνεται απ’ άκρη σ’ άκρη της πεδιάδας… μια βοή που συμπυκνώθηκε σε λόγια – δύο λέξεις: Deus Vult, θέλημα Θεού! Η πρώτη σταυροφορία ήταν πλέον πραγματικότητα!

Ο επιβλητικός κήρυκας δεν ήταν άλλος από τον Ουρβανό Β΄, τον Πάπα της Ρώμης που έτεινε ώτα ευήκοα στην αίτηση του Βυζαντινού Αυτοκράτορα Αλέξιου Κομνηνού και κάλεσε τη Χριστιανική Δύση υπό τα όπλα, σε μία επιχείρηση με πολλαπλούς στόχους και περίπλοκο σκεπτικό, που έμελλε να ανοίξει μια νέα εποχή στην ανάπτυξη της Ευρώπης καθώς και τις σχέσεις της με το Μουσουλμανικό κόσμο και θα είχε κοσμοϊστορικές συνέπειες μέσα στους επόμενους αιώνες – ορισμένες από αυτές τις συνέπειες είναι ορατές ακόμη και σήμερα.

Ο Ουρβανός ήταν ένας οραματιστής με ψυχισμό πραγματιστή: είχε ένα μεγάλο όραμα, αλλά δεν αφηνόταν σε αυτό, διερευνούσε όλες τις πρακτικές παραμέτρους του και διέθετε και τις ικανότητες για να θέσει σε κίνηση το μηχανισμό υλοποίησης του. Παρότι το όραμα του Ουρβανού δεν έμελλε να υλοποιηθεί στο μέτρο που αυτός επιθυμούσε, το κίνημα των σταυροφοριών, του οποίου υπήρξε όχι μόνο ιδεολογικός πατέρας αλλά και ιδρυτής, θα ήταν πλέον σημείο αναφοράς μέσα στους αιώνες και ο Ουρβανός κατάφερε με αυτήν την πράξη να γράψει το όνομά του στο βιβλίο της ιστορίας με μεγάλα, έντονα γράμματα.


Η Δύση τις Παραμονές της Σταυροφορίας

Η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία μόλις έβγαινε από τις διαμάχες του 11ου αιώνα – οι οποίες, με διαφορετικό περιεχόμενο, θα επανέρχονταν τον επόμενο αιώνα – και με ενισχυμένη τη θέση του Πάπα σε σχέση με τους κοσμικούς άρχοντες. Η φεουδαρχική κοινωνία επέτρεπε στην Εκκλησία να συνεχίζει να εξασκεί τις κοσμικές εξουσίες που είχε αναλάβει λίγους αιώνες πρωτύτερα και σε ορισμένες περιπτώσεις να τις επεκτείνει, συνήθως σε βάρος των Βασιλικών και Αυτοκρατορικών οίκων που προσπαθούσαν να ελέγξουν τους «Βασάλους» (vassals) τους αλλά με μικρή επιτυχία.

Πολύ πρόσφατα η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία είχε απομακρυνθεί πλήρως και επίσημα από την Ελληνορθόδοξη της Ανατολής με το σχίσμα του 1054. Η Εκκλησία της Ρώμης βρισκόταν λοιπόν σε μια περίοδο προσαρμογής στα νέα δεδομένα, προσπαθώντας να επιβεβαιώσει την εξουσία της, ενώ τον ίδιο καιρό κορυφωνόταν μια μακρά περίοδος ενδοσκόπησης που είχε ως κατάληξη μεταρρυθμίσεις επιβεβλημένες για να επιστρέψει η «αποστολική εκκλησία» στις ρίζες της.

Στην προσπάθειά της αυτή η παπική εξουσία είχε να αντιμετωπίσει αρκετά προβλήματα και πολλά από αυτά προερχόταν όχι από εκκλησιαστικά ζητήματα, αλλά από υποθέσεις που άπτονταν του ποιμνίου της. Η αυστηρά διαστρωματωμένη Μεσαιωνική κοινωνία, στην οποία οι δούλοι του ελληνορωμαϊκού κόσμου όχι μόνο συνέχιζαν να υπάρχουν αλλά είχαν επεκταθεί για να συμπεριλάβουν την πλειοψηφία του πληθυσμού κάτω από τον αποπροσανατολιστικό τίτλο των «δουλοπάροικων» (serfs, από το Ρωμαϊκό Servus που σημαίνει «δούλος»), βρισκόταν σε ένα σημείο καμπής.

Καθώς οι μεγάλοι πόλεμοι που συντάραξαν για αιώνες τη Δυτική Ευρώπη φαινόταν να βρίσκονται στο παρελθόν – μια μάλλον παραπλανητική εικόνα – και η δύναμη των Βασιλικών οίκων βρισκόταν μόλις άρχιζε να παγιώνεται, ο πληθυσμός της Ευρώπης μετά από μια μακρά περίοδο σταθερής μείωσης είχε αρχίσει να αυξάνεται ξανά, ενώ και η εδραίωση του φεουδαλικού συστήματος (αυτού που οι Γάλλοι ιστορικοί ονόμασαν «ολοκλήρωση του φεουδαρχικού μετασχηματισμού») είχε συντείνει στην παγίωση ενός αισθήματος ασφάλειας και τον περιορισμό των ληστρικών ομάδων που λυμαίνονταν την ύπαιθρο.

Ωστόσο τα πράγματα κάθε άλλο παρά ρόδινα ήταν. Το υλικό υπόβαθρο της Μεσαιωνικής κοινωνίας δεν είχε τη δυνατότητα να αντέξει την αύξηση του πληθυσμού, με αποτέλεσμα οι λιμοί και οι επιδημίες να γίνονται όλο και συχνότερα φαινόμενα, εν μέρει και επειδή οι ανάγκες της νέας οικονομίας που προέκυπτε άρχιζαν να προσελκύουν περισσότερους στις – μικρές, συνωστισμένες, βρώμικες και καθόλου λειτουργικές – πόλεις του Μεσαίωνα. 

Οι μέθοδοι καλλιέργειας ήταν πρωτόγονες ακόμη και με τα στάνταρ της ύστερης αρχαιότητας, το τεχνολογικό υπόβαθρο επίσης και οι μονολιθικές και αμετακίνητες κοινωνικές δομές ήταν το μεγαλύτερο αντικίνητρο για οποιαδήποτε ουσιώδη πρόοδο. Βεβαίως οι πιέσεις που προσέλκυαν κόσμο στις πόλεις είναι εκείνες που στη συνέχεια θα δημιουργούσαν και τους όρους για την κοινωνική (συνακόλουθα και τεχνολογική) πρόοδο, αλλά αυτές οι εξελίξεις βρισκόταν ακόμη μακριά στο μέλλον.

Οι πιέσεις όμως ήταν και κοινωνικές «από τα πάνω»: το Φεουδαρχικό σύστημα βασιζόταν σε μία πολύ απλή αρχή για να διαιωνιστεί και να μην εκφυλιστεί σε λίγες γενιές. Η αρχή αυτή ήταν ότι ο πρωτότοκος γιος κληρονομεί όλο το φέουδο. Κάποια πρόνοια λαμβανόταν και για τους υπόλοιπους αρένες απογόνους, ωστόσο το φέουδο, μαζί με τα υπόλοιπα «αγαθά» που το συνιστούσαν (συμπεριλαμβανομένων των χωρικών που το καλλιεργούσαν) περνούσε στον πρωτότοκο.

Το αποτέλεσμα ήταν ανά πάσα στιγμή η Δυτική Ευρώπη να είναι γεμάτη με στερνοπαίδια φεουδαρχών, τα οποία αναζητούσαν είτε μια καλή νύφη (κατά προτίμηση δίχως αρένες αδελφούς, ώστε να κληρονομήσουν εκείνοι την περιουσία του πατέρα της) είτε την ευκαιρία για μια καριέρα στην εκκλησία ή την υπηρεσία (στρατιωτική, συνήθως) κάποιου ανώτερου ευγενή ή Ηγεμόνα.


Ωστόσο ως απόγονοι μιας στρατιωτικοποιημένης τάξης, συχνά η μόνη δεξιότητα αυτών των ανδρών, των milites όπως ονομάζονταν οι ιππότες το Μεσαίωνα, ήταν η πολεμική. Κάτι που είχε ως συνέπεια, ιδιαίτερα στις περιόδους που δεν υπήρχαν πόλεμοι, η πλειοψηφία αυτών των ευγενών, που υπηρετούσαν ως ιππότες στο πεδίο της μάχης, να εξελίσσεται σε μια πραγματική μάστιγα για τη μεσαιωνική κοινωνία, δημιουργώντας τεράστια προβλήματα στις κοσμικές και εκκλησιαστικές αρχές.

Είναι φανερό ότι η Μεσαιωνική αριστοκρατία ήταν μια αριστοκρατία γαιοκτημόνων που περιφρουρούσαν αυτό που θεωρούσαν ως δικαίωμά τους (συμπεριλαμβανόμενης της κοινωνικής τους θέσης και της περιουσίας τους) με τα όπλα. Απότοκος της παλιάς κάστας των πολεμιστών των γερμανικών λαών που πλημμύρισαν τα εδάφη της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, αυτοί οι Milites ήταν ουσιαστικά ένοπλοι γαιοκτήμονες, με τραχείς τρόπους και ανύπαρκτη ηθική, βάρβαροι πολεμιστές που καταπίεζαν τους αγροτικούς πληθυσμούς που βρισκόταν στο έλεος τους, καθώς οι τελευταίοι ήταν άοπλοι και στερούνταν κάθε μέσου για να υπερασπιστούν τη ζωή τους.

Επιμένουμε ιδιαίτερα στο κοινωνικο-οικονομικό υπόβαθρο των σταυροφοριών, καθώς τα τελευταία χρόνια η δυτική ιστοριογραφία, σε μία πρωτοφανή επαναφορά σε νόρμες που ήταν καθεστώς πριν από… δύο αιώνες, τείνει να εγκαταλείψει πλήρως τη μελέτη αυτού ακριβώς του υποβάθρου, με αποτέλεσμα τα έργα που γράφονται σήμερα – από κατά τα λοιπά εξαίρετους ιστορικούς – να παρουσιάζουν μια σχεδόν εξιδανικευμένη εικόνα σταυροφόρων που εμφορούνται αποκλειστικά από θρησκευτικά συναισθήματα και κάνουν τα πάντα για «την σωτηρία της ψυχής τους». 

Πρόκειται για μία σαφή οπισθοδρόμηση της επίσημης ιστοριογραφίας σε ρομαντικές, θρησκευτικο-ψυχολογικές μεθοδολογίες που ήταν της μόδας στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ου αιώνα, αλλά μοιάζουν τραγικά παρωχημένες – ιδιαίτερα όταν λανσάρονται ως μοντέρνες – έως και αφελείς τη σημερινή εποχή. Ο διαχωρισμός των σταυροφοριών από το υλικό τους υπόβαθρο συνιστά μια τρομερή οπισθοχώρηση της ιστοριογραφίας.

Αυτοί οι Milites, λοιπόν, μαζί με τους «ανώτερους» ευγενείς, τους απόγονους των Γερμανικών (Φράγκων, Γότθων, Σαξόνων, Βανδάλων αλλά και μεταγενέστερων όπως των, καταγόμενων από τη Σκανδιναβία, Νορμανδών) φυλάρχων και επικεφαλής φατριών, αποτελούσαν την άρχουσα τάξη της κοινωνίας και ταυτόχρονα την στρατιωτική ελίτ. Ο επικυρίαρχος Ηγεμόνας τους, τους καλούσε υπό τα όπλα ανά πάσα στιγμή, αφού η παραχώρηση του φέουδου από αυτόν προϋπόθετε την διαθεσιμότητα για στρατιωτική υπηρεσία. 

Φυσικά αυτός ο κανόνας είχε πολλές εξαιρέσεις, καθώς υπεισέρχονταν εκατοντάδες παράμετροι και δεκάδες αστάθμητοι ή μη παράγοντες, που καθιστούσαν το πλαίσιο των μεσαιωνικών σχέσεων κάθε άλλο παρά ξεκάθαρο και δεδομένο. Οι ιππότες δίχως κλήρο είχαν γεμίσει την Ευρώπη σε αναζήτηση φέουδου, δόξας, πλιάτσικου ή ενός «καλού θανάτου» την εποχή που εξετάζουμε, έχοντας εξελιχθεί σε μία πραγματική μάστιγα. 

Τα ήθη είχαν εκτραχυνθεί σε απίστευτο βαθμό, οι βαρβαρότητες ήταν καθημερινό φαινόμενο και οι εκκλησιαστικές αρχές, που ουσιαστικά ασκούσαν καθήκοντα κοσμικής εξουσίας, ήταν παντελώς αδύναμες να σταματήσουν το κακό. Βάσει και των παραπάνω, μπορούμε γενικά να ομαδοποιήσουμε τους «κανονικούς» σταυροφόρους (δηλαδή τους «ευγενείς») σε δύο κατηγορίες: Η πρώτη ήταν εκείνοι που προαναφέραμε, οι ιππότες με περιορισμένους πόρους και δίχως κλήρο, που αναζητούσαν χρήμα, δόξα, τύχη και τη σωτηρία της ψυχής τους, σε μια θρησκευτική/πολεμική περιπέτεια. 

Η δεύτερη ήταν οι ισχυροί και πλούσιοι ευγενείς που διέθεσαν τεράστιους πόρους για να εξοπλίσουν έναν προσωπικό «στρατό» και να τον μεταφέρουν στην Ανατολή. Αυτή η κατηγορία προφανώς αναζητούσε περισσότερη κυριαρχία, μεγαλύτερες ηγεμονίες, την εύνοια του Πάπα αλλά και ικανοποίηση του ισχυρού θρησκευτικού αισθήματος τους. Οι ιππότες της πρώτης κατηγορίας προσπαθούσαν συνήθως να προσκολληθούν σε αυτούς της δεύτερης και να υπηρετήσουν υπό τις διαταγές τους.


Σε αυτή την κατάσταση βρισκόταν η Χριστιανική Δύση και αυτά τα προβλήματα προσπαθούσε να αντιμετωπίσει η Καθολική Εκκλησία, όταν την προσοχή του διορατικού Ουρβανού διεκδίκησαν τρία διαφορετικά γεγονότα τα οποία άνοιξαν μπροστά του ανεξάντλητες προοπτικές.

Αίτια και Αφορμές για τις Σταυροφορίες

Τα έθνη της Δύσης έβλεπαν με λύπη την καταπάτηση των Αγίων Τόπων από τους Μουσουλμάνους Σελτζούκους το 1078, οι οποίοι μάλιστα απαγόρευαν την είσοδο των προσκυνητών σ` αυτούς, όπως νωρίτερα οι Άραβες. Οι προσκυνητές επιστρέφοντας εξιστορούσαν τους κινδύνους και τις ταλαιπωρίες που υπέφεραν και έτσι ερέθισαν το θρησκευτικό ζήλο της Χριστιανικής Ευρώπης, η οποία σύσσωμη ξεσηκώθηκε για την απελευθέρωση του τάφου του Χριστού από τα χέρια των απίστων.

Ένας από αυτούς τους προσκυνητές ήταν και ο Πέτρος ο Ερημίτης, ο οποίος διηγήθηκε στον πάπα Ουρβανό Β΄ την άθλια κατάσταση των χριστιανών της Ανατολής και του παρέδωσε, όπως λέγεται, αίτηση του πατριάρχη των Ιεροσολύμων, με την οποία αυτός ζητούσε επίμονα τη βοήθεια των Χριστιανών της Δύσης για την ανακούφιση των αδερφών τους, που έπασχαν.

Αίτια

Οι πάπες επιθυμούν 
  • Την ανακατάληψη (Reconquista) της χριστιανικής Ισπανίας από τους Άραβες,
  • Την ανακατάληψη των Αγίων Τόπων ώστε να διευκολυνθεί το προσκύνημα των πιστών,
  • Την ενίσχυση τους έναντι του Γερμανού αυτοκράτορα, Ερρίκου Δ'.
Στα σχέδια τους προσδοκούν την υποστήριξη του βυζαντινού αυτοκράτορα Αλεξίου Α' ο οποίος όμως:
  • Έχει απαλλαγεί από τους Πατζινάκες και τους Κουμάνους,
  • Ετοιμάζεται να εκστρατεύσει στην Ανατολή,
  • Περιμένει μισθοφόρους, όχι σταυροφόρους και
  • Αντιμετωπίζει τους σταυροφόρους με δυσπιστία.
Αφορμές
  • Οι ωμότητες των Αράβων και των Τούρκων σε βάρος των προσκυνητών που, ωστόσο, δεν έχουν αποδειχτεί ιστορικά.
  • Η εκκίνηση Νοέμβριος 1095, Σύνοδος Κλερμόν
  • Ο πάπας Ουρβανός Β' καλεί τους πιστούς σε ιερό πόλεμο κατά των άθεων Σαρακηνών με το σύνθημα «Ο θεός το θέλει».
Την εποχή εκείνη υπήρχαν τρεις περιοχές όπου συνόρευαν εδάφη που κατείχαν Χριστιανοί με τις χώρες των Μουσουλμάνων. Η Ιβηρική, όπου οι Μαυριτανοί είχαν περιορίσει τους Χριστιανούς σε μια σχετικά μικρή περιοχή στα βόρεια, η Ιταλία, με την παρουσία των Σαρακηνών στη Σικελία και η εγγύς Ανατολή, όπου οι «σχισματικοί» Βυζαντινοί βρίσκονταν πλάι στους Τούρκους και Άραβες κατακτητές των Αγίων Τόπων και έχαναν συνεχώς εδάφη.


Η εκκλησία της Ρώμης είχε στρέψει το βλέμμα της στην Ιβηρική και είχε μπει σε μια διαδικασία επανεκτίμησης του ηγετικού της ρόλου στις κοσμικές υποθέσεις, συλλαμβάνοντας την ιδέα της επέκτασης της καθολικής πίστης και σε περιοχές που βρίσκονταν υπό το κράτος των απίστων.

Το ζήτημα της Σικελίας είχε ήδη διευθετηθεί από τους Νορμανδούς και είχε δρομολογηθεί ο πλήρης εκχριστιανισμός της (με την δίωξη των Μουσουλμάνων αλλά και των Ορθοδόξων), οπότε το άλλο ακανθώδες ζήτημα ήταν αυτό της Χριστιανικής (αλλά και «σχισματικής», για ορισμένους ακόμη και «αιρετικής») Ανατολής, της «αυτοκρατορίας των Ελλήνων» όπως ονομάτιζαν οι Φράγκοι το Βυζάντιο.

Μετά την ένδοξη και επεκτατική περίοδο της Μακεδονικής δυναστείας, όπως κορυφώθηκε με τον Βασίλειο Β΄ «Βουλγαροκτόνο», η παρακμή που επακολούθησε στις επόμενες τρεις δεκαετίες ήταν τόσο ραγδαία, ώστε το Βυζάντιο να κοντέψει να διαλυθεί την επομένη της ήττας από τους Τούρκους στο Μαντζικέρτ. Οι Σελτζούκοι είχαν ουσιαστικά κυριαρχήσει στη Μικρά Ασία, αφήνοντας μόνο στενές λωρίδες στα παράλια στην κυριαρχία των «Ρωμιών» και οι Βυζαντινοί βρισκόταν σε εξαιρετικά δυσχερή θέση. 

Ο ικανός και διορατικός Αλέξιος Κομνηνός που διαδέχτηκε μία σειρά ανίκανων αυτοκρατόρων που έφεραν την αυτοκρατορία σε αυτή τη θέση, προσπάθησε να χρησιμοποιήσει το μέγιστο των περιορισμένων δυνατοτήτων του μετα-Μαντζικέρτ Βυζαντίου, ωστόσο η παρουσία των Σελτζούκων στη Μικρά Ασία λειτουργούσα αποτρεπτικά προς αυτή τη κατεύθυνση.

Στο σημείο αυτό ο Αλέξιος προχώρησε σε μια ενέργεια που άλλαξε το ρου της ιστορίας – αν και για το Βυζάντιο η αλλαγή μακροπρόθεσμα ήταν δυσάρεστη. Ο ιδρυτής της δυναστείας των Κομνηνών απέστειλε στη σύνοδο της Πιατσέντζα μία ομάδα αντιπροσώπων του, οι οποίοι μπροστά στην εκκλησιαστική ομήγυρη και τον Πάπα Ουρβανό Β΄, εξήγησαν ότι ως αδελφοί Χριστιανοί ζητούν από τη Δύση στρατιωτική βοήθεια για να αντιμετωπίσουν τους «άπιστους» Τούρκους. 

Η αίτηση βοήθειας από τη Δύση φαίνεται ότι βρίσκονταν ήδη για χρόνια στο μυαλό του Αλέξιου, αφού και τέσσερα χρόνια πριν είχε κάνει την πρώτη κίνηση «διπλωματικού ανοίγματος» προς τη Λατινική Εσπερία, στέλνοντας στο Ροβέρτο κόμη της Φλάνδρας μία επιστολή για τις δυσκολίες των Βυζαντινών μπροστά στους Μουσουλμάνους. Ακολούθησαν και άλλες επιστολές σε γνωστούς Λατίνους άρχοντες.

Πιθανόν ο Αλέξιος, που είχε ξεκινήσει τη σταδιοδρομία του αντιμετωπίζοντας τους Νορμανδούς, είχε σε μεγάλη εκτίμηση τη στρατιωτική δύναμη που αντιπροσώπευαν οι πάνοπλοι «Φράγκοι» ιππότες και ίσως να προσέβλεπε και σε έναν παράλληλο σκοπό. Να απομακρύνει τις επεκτατικές βλέψεις των Λατίνων από τα εδάφη της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, πέραν βεβαίως του κυρίως σκοπού που ήταν η αντιμετώπιση των Σελτζούκων.

Το ότι απευθύνθηκε βασικά στον Πάπα και όχι σε κάποιους κοσμικούς ηγεμόνες, είναι απολύτως λογικό, αφενός επειδή η εξουσία του Πάπα ξεπερνούσε αυτή οποιουδήποτε μεμονωμένου ηγεμόνα και αφετέρου επειδή η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία είχε συμφέρον να βοηθήσει την Ορθοδοξία, με απώτερο στόχο την επανένωση των εκκλησιών, ένα ζήτημα που θα επανερχόταν όλο και πιο πιεστικά στους επόμενους αιώνες.


Η Δύση υπό τα Όπλα

Ο Ουρβανός διείδε της δυνατότητες που ανοίγονταν μπροστά του και δεν δίστασε ούτε στιγμή. Ήδη την επομένη της αναχώρησης των Βυζαντινών απεσταλμένων, ξεκίνησε να καταστρώνει τα σχέδιά του. Συγκάλεσε μεγάλη συνάντηση των εκπροσώπων της Ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας, λαϊκών και κληρικών, που θα ξεκινούσε στις 18 Νοεμβρίου της ίδιας χρονιάς, στο Κλερμόντ της κεντρικής Γαλλίας. 

Απηύθυνε κάλεσμα τους Επισκόπους και Αβάδες από τις πιο φημισμένες ενορίες και μονές της δυτικής Χριστιανοσύνης, κυρίως βέβαια από τις περιοχές που έλεγχαν οι Γάλλοι (Φράγκοι) και το μεγαλύτερο μέρος της Ιταλίας, αφού αφενός οι διαμάχες με το Γερμανό αυτοκράτορα και αφετέρου η εξέλιξη της reconquista στην Ιβηρική, δεν άφηναν παραπέρα περιθώρια. Μάλιστα, ήταν ιδιαίτερα πιεστικός ως προς ένα σημείο: οι εκκλησιαστικοί προσκεκλημένοι όφειλαν να πείσουν και τους πλέον σημαίνοντες άρχοντες των επαρχιών τους να τους συνοδεύσουν στη σύνοδο.

Τελικώς, περί τα 300 μέλη του ανώτερου κλήρου και ακόμη περισσότεροι λαϊκοί άρχοντες, βρέθηκαν τη 18η Νοεμβρίου στο Κλερμόντ. Τις πρώτες μέρες, ο Ουρβανός δεν έκανε κατά τη διάρκεια των εργασιών, τη παραμικρή μνεία για την επικείμενη σταυροφορία. Αντίθετα, συζήτησε όλα τα θέματα τα οποία βρισκόταν στην ημερήσια διάταξη, όπως τις μεταρρυθμίσεις του Κλινύ και τον αφορισμό του Γάλλου Βασιλιά. 

Στο παρασκήνιο, όμως, ο Ουρβανός προσπαθούσε να εξασφαλίσει ότι όσο το δυνατόν περισσότεροι από τους εξέχοντες ιππότες που βρισκόταν παρόντες, θα «έπαιρναν το σταυρό» με το κάλεσμά του. Το οποίο έγινε κατά τη διάρκεια της ειδικής συνεδρίας που οργανώθηκε στην ύπαιθρο έξω από την πόλη την 27η Νοεμβρίου.

Πριν ακόμη ανακοινωθεί η κλήση υπό τα όπλα και ο Bellum Sacrum (Ιερός Πόλεμος) ο Ουρβανός είχε λάβει την υπόσχεση από πολλούς και εκλεκτούς άρχοντες ότι θα λάβουν μέρος στο κίνημα και θα συνοδεύσουν τον διορισμένο παπικό λεγάτο Αντεμάρ του Λε Πι στην Κωνσταντινούπολη και από εκεί στους Άγιους Τόπους.

Ο Ουρβανός δε σταμάτησε στο Κλερμόντ. Ξεκίνησε μια εκτεταμένη εκστρατεία στη Γαλλία και αλλού, καλώντας όλο και περισσότερους σημαίνοντες άρχοντες να πάρουν τα όπλα και το σταυρό. Οι επαφές του είχαν εξαιρετικά αποτελέσματα και ο Ουρβανός καθόρισε ότι ο στρατός που θα συγκεντρωθεί θα ξεκινήσει την ημέρα που η Χριστιανοσύνη γιορτάζει την Κοίμηση της Θεοτόκου, την 15η Αυγούστου του 1096.

Την ίδια ώρα, εκατοντάδες κληρικοί και μοναχοί σε ολόκληρη τη Δύση προχωρούσαν σε επαφές με μέλη της κατά τόπους ιπποσύνης, είτε άρχοντες είτε milites, ώστε να εξασφαλίσουν τη μέγιστη δυνατή συμμετοχή. Παράλληλα κήρυτταν καθημερινά με πύρινους λόγους την αναγκαιότητα να πολεμήσουν τους άπιστους και να απελευθερώσουν τους Άγιους Τόπους. Ωστόσο, αυτά τα κηρύγματα και αυτές οι εκκλήσεις, είχαν και τις μοιραίες παρενέργειες. 

Όσο οι μέρες από τη σύνοδο του Κλερμόντ περνούσαν, τόσο πλήθαιναν οι φωνές που επεσήμαιναν ότι οι Φράγκοι δεν έχουν να κερδίσουν τίποτε από τους «σχισματικούς Έλληνες» και ότι δεν υπάρχει λόγος να κάνουν μια τέτοια θυσία για αυτούς. Το κήρυγμα προσαρμόστηκε ανάλογα – σιγά, σιγά εξαφανίζονται οι αναφορές περί «Χριστιανών της Ανατολής» και μένουν μόνο οι αναφορές για τους Άγιους Τόπους, για την Ιερουσαλήμ, για τους «άπιστους».


Ο Ουρβανός ίσως να μην το είχε προβλέψει, αλλά η σταυροφορία «του» που ξεκίνησε την προγραμματισμένη ημερομηνία από διάφορες περιοχές της Ευρώπης, με στόχο να φθάσουν όλοι οι «προσκυνητές» στο χώρο συγκέντρωσης που είχε καθοριστεί, την Κωνσταντινούπολη, πολύ λίγη διάθεση είχε να βοηθήσει τους «Έλληνες». 

Το αρχικό μήνυμα είχε υποχωρήσει στο παρασκήνιο και το βασικό κίνητρο, μαζί με τις υποσχέσεις για εξασφάλιση άφεσης αμαρτιών, ήταν υλικό, τα πλούτη της ανατολής, «το μέλι και το γάλα» που «ρέει άφθονο στην Παλαιστίνη», σύμφωνα με τα λόγια του ίδιου του Ουρβανού. Οι άρχοντες που συμμετείχαν στην πρώτη σταυροφορία δεν πήγαιναν να ανακουφίσουν Χριστιανούς αδελφούς από τα δεσμά των «απίστων», αναζητούσαν την ευκαιρία να αποκτήσουν ένα φέουδο, να δημιουργήσουν μια κομητεία, να κερδίσουν για τον οίκο τους ένα πριγκιπάτο – ίσως ακόμη και ένα πραγματικό Βασίλειο, για τους πιο τολμηρούς και φιλόδοξους.

Στο «επίσημο» χρονικό της σταυροφορίας, το Res Gestae Francorum που συνεγράφη από έναν (άγνωστο σήμερα) συμμετέχοντα της σταυροφορίας, προφανέστατα κάποιον από τους Ιταλούς ακόλουθους του Νορμανδού Βοημούνδου (τον οποίο και κολακεύει ξεδιάντροπα σε κάθε παράγραφο ο ανώνυμος συγγραφέας), οι αναφορές για τους Βυζαντινούς τις παραμονές της σταυροφορίας, έχουν «εξαφανιστεί» και ότι γνωρίζουμε για τις αιτιάσεις του Ουρβανού προέρχεται από άλλες πηγές.

Αντίθετα, το Res Gestaeβρίθει υποτιμητικών, έως και Βιτριολικών αναφορών για τους Βυζαντινούς και ο συγγραφέας του ονομάζει κατ’ επανάληψη τον Αλέξιο «Μοχθηρό Αυτοκράτορα», αντικαθρεφτίζοντας το προσωπικό μίσος του πατρόνα του Βοημούνδου, αλλά και υπό μία έννοια και την εξέλιξη του «πνεύματος της σταυροφορίας», επιβεβαιώνοντας πλήρως αυτά που αναφέραμε παραπάνω.

Η Λάθος Σταυροφορία

Η δεύτερη παρενέργεια των λόγων του Ουρβανού και των κηρυγμάτων των αντιπροσώπων του, ήταν ακόμη πιο συγκλονιστική.

Φτωχοί χωρικοί, καταπιεσμένοι δουλοπάροικοι που ζούσαν σύντομες, δυσάρεστες ζωές υπό το ζυγό συχνά απάνθρωπων φεουδαρχών, με την ψυχή τους φορτωμένη από αμαρτίες που – όπως τους διαβεβαίωναν οι κληρικοί – θα εμπόδιζαν την είσοδό τους στον παράδεισο, πίστεψαν τις υποσχέσεις του Ουρβανού – «και οι ληστές θα γίνουν ιππότες», σε μία από τις διασημότερες αποστροφές του κηρύγματος του στο Κλερμόντ – για άφεση αμαρτιών για όσους πάρουν το σταυρό αλλά και για επίγεια αγαθά σε μια νέα ζωή στους Άγιους Τόπους και ξεκίνησαν οι ίδιοι τη δική τους σταυροφορία.

Άλλωστε ο Ουρβανός είχε καταστήσει ξεκάθαρο ότι η «δική του» σταυροφορία θα έπρεπε να είναι μια συνάθροιση ευγενών, ιπποτών, ανθρώπων της λόγχης και του σπαθιού, όχι της τσάπας και του αρότρου. Ωστόσο και εδώ τα πράγματα «ξεγλίστρησαν» από τον έλεγχο του Πάπα. Η «Σταυροφορία του Λαού», όπως επικράτησε να λέγεται, δεν ήταν βεβαίως μια πραγματική σταυροφορία, ήταν όμως μια δραματική επιβεβαίωση των αδιεξόδων και των τρομακτικών κοινωνικών πιέσεων από τα οποία υπέφερε η Δυτική Χριστιανοσύνη το Μεσαίωνα. Ομάδες χωρικών από ολόκληρη την Ευρώπη ξεκίνησαν μια μακρά πορεία για τους Άγιους Τόπους.


Καθοδόν ενώθηκαν με άλλες ομάδες και, όπως πολλοί χείμαρροι ενώνονται για να σχηματίσουν ένα ποτάμι, η «σταυροφορία του λαού» έγινε ένα ορμητικό ποτάμι 100.000 σχεδόν ανθρώπων, ανδρών, γυναικών και παιδιών, κληρικών και λαϊκών, τυχοδιωκτών, μισθοφόρων, ανάπηρων, γέρων, ακόμη και λίγων ιπποτών χαμηλής κοινωνικής στάθμης – ένα ετερόκλητο πλήθος κυρίως άοπλων και πάμπτωχων χωρικών που με τίποτε περισσότερο πέρα από τα ρούχα που φορούσαν και ένα κομμάτι ξερό ψωμί στην τσέπη, ξεκινούσαν να… κατακτήσουν τους Άγιους Τόπους!

Αυτόκλητος αρχηγός και προστάτης τους αναδείχτηκε ο Πέτρος ο Ερημίτης, ένας Καθολικός μοναχός, ιδιαίτερα χαρισματικός ρήτορας, που τους οδήγησε δια μέσω της Ευρώπης. Η «σταυροφορία του λαού» έμοιαζε περισσότερο με ένα κοπάδι από αμέτρητες ακρίδες, που κατάστρεφε τα πάντα στο πέρασμά του.

Αφού οι «ξυπόλητοι σταυροφόροι» ενώθηκαν σε πολλές περιπτώσεις με τον Γερμανικό όχλο που είχε ξεκινήσει «το πρώτο ολοκαύτωμα», ένα τρομερό πογκρόμ κατά των Εβραίων στις Γερμανικές χώρες, «εμπνευσμένο» από τα κηρύγματα περί Ιερού Πολέμου, πέρασαν στην ανατολική Ευρώπη. Δίχως εφόδια και δίχως τροφή, ήταν επόμενο ότι οι χιλιάδες πεινασμένων θα στρέφονταν σύντομα ενάντια στις χώρες μέσα από τις οποίες περνούσαν. Λεηλασίες, ένοπλες συγκρούσεις, πογκρόμ, όλα ήταν στην καθημερινή διάταξη των «σταυροφόρων» αυτών.

Το πλήθος τους είχε αρχίσει ήδη πριν φθάσουν στο Βυζάντιο να ελαττώνεται δραστικά, εξαιτίας των απωλειών από πείνα, κακουχίες και ένοπλες συγκρούσεις, ωστόσο ήταν ακόμη πάνω από 75.000 όταν τελικώς αντίκρισαν την Κωνσταντινούπολη. Ο Αλέξιος Κομνηνός εξεπλάγη όταν είδε ποιο (και τι) ήταν το πρώτο κύμα της «βοήθειας» της Δύσης, ωστόσο αποφάσισε να τους περάσει απέναντι από το Βόσπορο, με τον αυτοκρατορικό στόλο, όπως ακριβώς ζητούσαν.

Στη Μικρά Ασία οι «σταυροφόροι» συνάντησαν για πρώτη φορά απίστους – για τη συντριπτική πλειονότητά τους έμελλε να είναι και η τελευταία. Μεταξύ των χιλιάδων προσκυνητών, λίγοι ήταν οι ένοπλοι και ακόμη λιγότεροι οι έμπειροι πολεμιστές. Τα τουρκικά στίφη τους επιτέθηκαν και τους κατέσφαξαν. Λίγοι γλίτωσαν και κατάφεραν με πολλές προσπάθειες να φθάσουν ξανά στην Κωνσταντινούπολη, για να αναμένουν την «κανονική» σταυροφορία.

Έρχονται οι Σταυροφόροι

Δύο μήνες μετά την εξόντωση της πλειοψηφίας των συμμετεχόντων στην «Σταυροφορία του Λαού», άρχισαν να καταφθάνουν στην Κωνσταντινούπολη τα μέλη της «σταυροφορίας των πριγκίπων» - η «βοήθεια» του Ουρβανού προς το δοκιμαζόμενο Βυζάντιο.

Αν ο Αλέξιος είχε εκπλαγεί μία φορά με τα στίφη των ρακένδυτων χωρικών που πλημμύρισαν την Κωνσταντινούπολη λίγους μήνες πριν, τώρα είχε μείνει άναυδος από το μέγεθος και τη δύναμη του στρατεύματος που είχε έλθει για να πολεμήσει τους Τούρκους. Διαφορετικές πηγές προτείνουν (πολύ) διαφορετικά νούμερα, ωστόσο φαίνεται ότι το πλήθος που συγκεντρώθηκε ίσως και να ξεπερνούσε – μαζί με τους μη μάχιμους – τις 100.000.

Μόνο οι ιππότες που συμμετείχαν ήταν περισσότεροι από 7.000, αριθμός τεράστιος που δεν βρίσκουμε σε καμία εκστρατεία της εποχής. Ανάλογοι αριθμοί ιπποτών συγκεντρώθηκαν μόνο κατά τον εκατονταετή πόλεμο μεταξύ Γαλλίας και Αγγλίας, όταν η μισή Ευρώπη βρισκόταν σε πόλεμο. Σε κάθε ιππότη αντιστοιχούσαν κατ’ ελάχιστο τρεις (συνήθως πολύ περισσότεροι) σεργέντοι και ακόμη περισσότεροι μισθοφόροι. Μεταξύ των σταυροφόρων βρισκόταν η αφρόκρεμα της Φράγκικης ιπποσύνης και εκατοντάδες ακόμη, περισσότερο ή λιγότερο γνωστοί, ιππότες από ολόκληρη τη Δ. Ευρώπη.


Υπό την ηγεσία – τυπικά, τουλάχιστον – του Παπικού λεγάτου Αντεμάρ του Λε Πι, μέσα και έξω από τα τείχη της Βασιλεύουσας συνωστίζονταν στρατιές πάνοπλων ιπποτών που οδηγούσαν περίφημοι άρχοντες: Ο Ρεημόνδος Δ΄ της Τουλούζης, ο διασημότερος άρχοντας της Προβηγκίας, με έναν πραγματικό στρατό Βασάλων, συνδεδεμένων οίκων, Σεργέντων και μισθοφόρων. Τα αδέλφια Γοδεφρείδος, Ευστάθιος και Βαλδουίνος της Βουλόνης, εκπροσωπούσαν την άλλη σημαντική περιοχή της Γαλλίας, τη Λοραίνη και είχαν υπό τις διαταγές τους μία από τις δύο μεγαλύτερες «στρατιές» μεταξύ των σταυροφόρων.

Η βόρεια Γαλλία είχε πλούσια εκπροσώπηση, από ιδιαίτερα σημαντικούς άρχοντες: Ο Ροβέρτος Β΄ της Φλάνδρας ήταν εκεί, όπως ήταν και ο αδελφός του Βασιλιά της Γαλλίας, του αφορισμένου Φίλιππου, Ούγος του Βερμαντουά. Μαζί τους ήταν ο αδελφός του Νορμανδού βασιλιά της Αγγλίας, Ροβέρτος της Νορμανδίας, καθώς και ο Κόμης του Μπλουά, Στέφανος. Ένας ακόμη Νορμανδός άρχοντας, ο διαβόητος Βοημούνδος, από τη Νορμανδική Ιταλία όμως αυτός, μαζί με τον ανιψιό του Τανκρέδο, συμπλήρωναν το εντυπωσιακό αμάλγαμα κορυφαίων «ευγενών» της Δυτικής Ευρώπης.

Ο Βοημούνδος είχε γίνει μάρτυρας του περάσματος των πρώτων σταυροφορικών ομάδων από την Ιταλία, ενώ βρισκόταν σε πολεμική αποστολή στο Αμάλφι και αποφάσισε να συγκεντρώσει τους άνδρες του, σκληροτράχηλους, υπεροπτικούς Νορμανδούς ιππότες και πλήθος Ιταλών μισθοφόρων και άλλων και να ακολουθήσει και αυτός το ρεύμα.

Οι περισσότεροι από τους προαναφερθέντες θα έπαιζαν εξαιρετικά σημαντικό ρόλο στη συνέχεια της σταυροφορίας και θα γίνονταν ηγεμόνες των νέων Χριστιανικών κτήσεων. Ορισμένοι από αυτούς τους άρχοντες ήταν θανάσιμοι εχθροί μεταξύ τους, αλλά ο κοινός σκοπός και η προοπτική πλούσιας λείας και δόξας – επίγειας και επουράνιας – έδιναν, για την ώρα, έναν τόνο ομόνοιας στην κοινή χριστιανική προσπάθεια.

Κάθε ένας από τους άρχοντες έφερνε μαζί του μια μεγάλη ομάδα από ιππότες-Βασάλους του. Στο πεδίο της μάχης οι ιππότες – ανώτεροι ή κατώτεροι – παρατάσσονταν ως βαρύ ιππικό, με κύρια τακτική μάχη την επέλαση με τη λόγχη. Οι ιππότες ήταν βαριά θωρακισμένοι με τα δεδομένα της εποχής και μετά από μια ζωή εξάσκησης είχαν αποκτήσει επιδεξιότητα με μια σειρά από όπλα.

Όπως αναφέραμε ήδη, τους συνόδευε ένας πολύ μεγαλύτερος αριθμός πολεμιστών κατώτερης κοινωνικής τάξης («σεργέντοι») που πολεμούσαν στο πλάι των αρχόντων τους, είτε ως βαρύ ιππικό, είτε ως βαρύ πεζικό. Ως ιππικό οι σεργέντοι είχαν ελαφρύτερη θωράκιση, αλλά συνήθως πολεμούσαν μαζί με τους ιππότες σε ρόλο κρούσης.

Παράλληλα, τους υπεροπτικούς Φράγκους και Νορμανδούς συνόδευαν και μισθοφόροι τους οποίους χρηματοδοτούσαν οι μεγάλοι ευγενείς αλλά και η Καθολική εκκλησία (τμήμα Ιταλών υπό τον Αντεμάρ), μεταξύ αυτών βαλιστριδοφόροι, άλλοι μισθοφόροι, ειδικοί στην πολιορκητική και πολλοί ακόμη «επαγγελματίες» του πολέμου, τους οποίους είχαν στη δούλεψή τους οι ευγενείς.


Το πλήθος αυτό των βαριά οπλισμένων, πολλές χιλιάδες άνδρες, συνόδευαν ακόμη περισσότεροι μη μάχιμοι. Είτε βοηθητικοί (ακόλουθοι-squires, σταβλίτες για τα πολυάριθμα άλογα των ευγενών, υπηρετικό προσωπικό, γιατροί), είτε άνθρωποι της πίστης (κυρίως μοναχοί, παρά την αποθάρρυνση από την επίσημη ηγεσία της Ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας) είτε απλώς άνθρωποι που, όπως οι άτυχοι συμμετέχοντες της πρώτης σταυροφορίας, αναζητούσαν μακριά από την Ευρώπη τη σωτηρία του σώματος και της ψυχής.

Οι τελευταίοι, των οποίων την ηγεσία ανέλαβε ξανά ο Πέτρος ο Ερημίτης, που είχε γλιτώσει από τη σφαγή της «σταυροφορίας του λαού», ονομαστήκαν συλλογικάpauperes, δηλαδή «φτωχοί». Μάλιστα οι pauperes προσπάθησαν να οπλισθούν με όλα τα μέσα που είχαν και σχημάτισαν κάποιες κολεκτίβες, συνήθως υπό την ηγεσία κάποιου ιππότη χαμηλού κοινωνικού στάτους, που δεν «χωρούσε» στον οίκο των σπουδαίων αρχόντων.

Το όνομα «σταυροφόρος» είναι στην εποχή αυτή παραπλανητικό, αφού οι πρώτοι αυτοί σταυροφόροι δεν ονομάζονταν έτσι. Το όνομα που χρησιμοποιούσαν και με το οποίο έγιναν γνωστοί στην εποχή τους ήταν απλώς «Προσκυνητές». Με αυτό το τεράστιο πλήθος πάνοπλων «Προσκυνητών» ήλθε τώρα αντιμέτωπος ο Αλέξιος, που θα πρέπει να κατάλαβε ότι η παροχή βοήθειας ξεπέρασε κάθε προσδοκία του, αλλά… τι βοήθεια θα ήταν αυτή;

Ήδη από τις πρώτες μέρες της παρουσίας τους στην Πόλη, οι τραχείς, υπερόπτες Λατίνοι είχαν αρχίσει να δημιουργούν προβλήματα και σε ορισμένες περιπτώσεις να συγκρούονται ανοιχτά, σε μικρή έκταση, με αυτοκρατορικά στρατεύματα. Τα περιθώρια που είχε για να τους ελέγξει ήταν περιορισμένα και το μόνο μέσο που διέθετε για να καταστήσει υπόλογους τους υπερήφανους άρχοντες της Δύσης ήταν ο όρκος υποταγής στον ηγεμόνα, που μπορούσε να απαιτήσει από τους συγκεντρωμένους ιππότες.

Η απαίτηση του Αλέξιου, να ορκιστούν οι ιππότες πίστη σε αυτόν ως άρχοντά τους και να θέσουν υπό την δική του επικυριαρχία οποιαδήποτε εδάφη ανακτήσουν, εξόργισε τους Λατίνους. Για μέρες η έντασης μεταξύ Ορθόδοξων και Καθολικών κορυφώνονταν και δύο πλευρές είχαν επιδοθεί σε έναν μαραθώνιο διπλωματικών επαφών αλλά και …άλλων μέσων (περιορισμένων συρράξεων, λεηλασιών, απαγορεύσεων, αποκλεισμών και άλλα).

Τελικώς φρόντισε μια πανίσχυρη δύναμη να λύσει το γόρδιο δεσμό: η Πείνα. Με τα τρόφιμα να τελειώνουν, καθώς ο Αλέξιος απαγόρευε την πώληση τροφίμων σε εκείνους που δεν δεχόταν να ορκιστούν πίστη και με το φάσμα της αποτυχίας να πλανιέται πάνω από το στρατόπεδό τους, ενώ και οι μικροσυγκρούσεις με τους Έλληνες συνεχίζονταν αμείωτες, οι «Φράγκοι» δεν είχαν άλλη επιλογή από το να ορκισθούν υποταγή στο Βυζαντινό αυτοκράτορα.

Όλοι εκτός από έναν, τον Ρεημόνδο, ο οποίος αντ’ αυτού ορκίστηκε φιλία και συνομολόγησε ανεπίσημη συμμαχία με τον Αλέξιο, ενάντια στον κοινό εχθρό τους, το Βοημούνδο. Ο Ρεημόνδος ήταν και ο μοναδικός που τίμησε τον όρκο του στη συνέχεια και παρέμεινε για όλη τη διάρκεια της ζωής του πιστός σύμμαχος των Ελλήνων.


Κατά τη διάρκεια της παραμονής των σταυροφόρων, υπήρξαν ακόμη και συνεννοήσεις των τελευταίων να καταλάβουν την Κωνσταντινούπολη, με πρώτο τον άσπονδο εχθρό των Βυζαντινών, Βοημούνδο και τον φιλόδοξο και ιδιαίτερα φανατικό Καθολικό, Γοδεφρείδο της Βουλόνης. Εξαιτίας της ανυποχώρητης στάσης του αυτοκράτορα και της δύναμης του Αυτοκρατορικού στρατού, αλλά και της επιμονής της μεγάλης πλειοψηφίας των ηγετών της σταυροφορίας να συνεχίσουν προς τους αντικειμενικούς σκοπούς τους, τα σχέδια του πανούργου Βοημούνδου ναυάγησαν.

Η Κατάσταση στην Ανατολή

Μέχρι το 1060, περίπου, στις περιοχές από την Μικρά Ασία ως την Αίγυπτο επικρατούσε σχετική ηρεμία, και οι Φατιμίδες Άραβες που κατείχαν τους Αγίους Τόπους ήταν αρκετά ανεκτικοί με τους Χριστιανούς προσκυνητές που έφταναν εκεί.

Εκείνη όμως την εποχή ξεκίνησε η εισβολή των Σελτζούκων Τούρκων στην Μέση Ανατολή. Οι Σελτζούκοι εξορμώντας από τις περιοχές της κεντρικής Ασίας, την Χωρασμία και την Υπερωξιανή, κατέκτησαν την Περσία και την Μεσοποταμία, καθιστώντας τους Αβασίδες Χαλίφες της Βαγδάτης ηγεμόνες-ανδρείκελα με θρησκευτική και συμβολική εξουσία μόνο.

Το 1064 ο σουλτάνος των Μεγάλων Σελτζούκων, Αλπ Αρσλάν, εισέβαλε στη Γεωργία και την Αρμενία και τις κατέλαβε, ενώ ξεκίνησε επιδρομές στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Ο αυτοκράτορας Ρωμανός Δ΄ Διογένης προσπάθησε να τον αντιμετωπίσει αλλά ηττήθηκε ταπεινωτικά από αυτόν το 1071 στην μάχη του Μαντζικέρτ. Αυτή η ήττα επέτρεψε στους Σελτζούκους να εισβάλουν στην Μικρά Ασία και να την καταλάβουν σχεδόν ολόκληρη.

Λίγο αργότερα συγκρούστηκαν με τους Φατιμίδες και κατέλαβαν τη Συρίακαι το 1076 την Ιερουσαλήμ. Όμως, μετά το 1092 και το θάνατο του σουλτάνου Μαλίκ Σαχ Α΄, το κράτος τους διασπάστηκε, και οι κατά τόπους ηγεμόνες άρχισαν να πολεμούν και μεταξύ τους. Έτσι η πιθανότητα συνεννόησής τους εναντίον ενός κοινού εχθρού ελαχιστοποιήθηκε. Οι Σελτζούκοι, Μουσουλμάνοι Σουνίτες, φανατικοί εχθροί με τους Σιίτες Φατιμίδες και νεοφώτιστοι στο Ισλάμ, άρχισαν να φέρνουν μεγάλα εμπόδια σε όλους τους προσκυνητές που ταξίδευαν στην Ιερουσαλήμ.

Ένας από αυτούς τους προσκυνητές που κακομεταχειρίστηκαν ήταν ο Πέτρος ο Ερημίτης. Αυτός ο φανατικός και φαινομενικά ανίσχυρος καλόγερος θα ξεσήκωνε με τα κυρήγματά του ένα τεράστιο λαϊκό κίνημα στη Δύση για να εκδικηθεί την προσβολή που του έγινε. Ο Μουσουλμανικός κόσμος, σε αυτήν την κρίσιμη στιγμή, υπέφερε από το ίδιο πρόβλημα το οποίο ταλάνιζε την φεουδαρχική Ευρώπη. Την πολυδιάσπαση της εξουσίας και την έλλειψη συνοχής.

Τυπικά υπήρχαν δύο κυρίαρχοι πόλοι δύναμης, το Σελτζουκικό Σουλτανάτο (που ισχυρίζονταν ότι κυβερνούσαν στο όνομα του Χαλιφάτου των Αββασιδών της Βαγδάτης, εκπρόσωπων της «ορθόδοξης» τάσης του Ισλάμ, των Σουνιτών) και το χαλιφάτο των Φατιμιδών με επίκεντρο την Αίγυπτο (εκπρόσωπο της «σχισματικής» τάσης του Ισλάμ, των Σιιτών).


Αυτοί οι δύο πόλοι είχαν ουσιαστικά μοιραστεί την εξουσία πάνω στον Μουσουλμανικό κόσμο, στην πραγματικότητα όμως μετά το θάνατο του Σελτζούκου Σουλτάνου Μαλίκ Σαχ το 1092, η επικράτεια των Σελτζούκων υπέστη μια πολυδιάσπαση που δεν κατόρθωσε να σταματήσει ο Αββασίδης Χαλίφης Αλ Μουσταζίρ, παρά την προσπάθεια διαμεσολάβησης μεταξύ των αντιμαχόμενων απογόνων του Μαλίκ Σαχ.

Ο τελευταίος την εποχή που εξετάζουμε είχε περιοριστεί ουσιαστικά στο ρόλο του ανώτερου θρησκευτικού άρχοντα του Σουνιτικού κόσμου και είναι χαρακτηριστικό ότι οι Λατινικές πηγές τον αποκαλούν «Πάπα των Μουσουλμάνων». Η μεγαλύτερη απειλή για τη συνοχή του αχανούς σουλτανάτου αποδείχτηκε ότι ήταν οι τοπικοί διοικητές που είχε τοποθετήσει οι Σουλτάνος, οι Αταμπάκοι (Atabak ή atabeg) όπως αποκλήθηκαν στη συνέχεια για να νομιμοποιήσουν το σφετερισμό της τοπικής εξουσίας.

Το αποτέλεσμα ήταν μέσα σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα, ολόκληρο σχεδόν το Σουλτανάτο να έχει διασπαστεί σε μικρά Εμιράτα, ενώ ακόμη περισσότερες ήταν οι πόλεις που διεκδικούσαν μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό αυτονομίας.

Ειδικότερα στη Συρία, στην επικράτεια της οποίας θα διαδραματιζόταν τα περισσότερα από τα γεγονότα της πρώτης σταυροφορίας, λάμβανε χώρα μια ατέλειωτη διελκυστίνδα δύναμης, στην οποία οι κυριότεροι «παίκτες» ήταν οι Φατιμίδες, που συχνά πυκνά έκαναν επιδρομές και ενίοτε κατακτούσαν και κάποια πόλη, οι Αββασίδες, ο ανεψιός του Μαλίκ Σαχ, Ριντβάν και ο αδελφός του Ντουκάκ, ο εμίρης Γιαγκί Σιγιάν, ενώ σημαντικό ρόλο έπαιξαν και άλλοι ηγεμόνες. Οι Ριντβάν, Ντουκάκ και Σιγιάν θα παίξουν καθοριστικό ρόλο στα γεγονότα που θα δούμε στη συνέχεια.

Είναι χαρακτηριστικό της έντονης ενδομουσουλμανικής έριδας, ότι η Ιερουσαλήμ μέχρι το 1071 ήταν στην επικράτεια των Φατιμιδών, όταν ο Τούρκος στρατηγός Ατσίζ την κατέκτησε για λογαριασμό των Σελτζούκων, ενώ τις παραμονές της άφιξης των σταυροφόρων στην Ιερουσαλήμ (το 1098, όταν οι σταυροφόροι λυμαίνονταν τη Βόρειο Συρία) οι Φατιμίδες εκμεταλλεύτηκαν το ότι οι Τούρκοι ήταν απασχολημένοι στα βόρεια, για να καταλάβουν ξανά την πόλη!

Η Ιερουσαλήμ, παρά την τεράστια σημασία της ως κέντρο τριών θρησκειών, ήταν μια μάλλον μικρή πόλη ακόμη και με τα δεδομένα της εποχής, έχοντας πληθυσμό, τις παραμονές της κατάληψής της, περί τους 25.000 ανθρώπους, κυρίως Μουσουλμάνους και Εβραίους. Δεν ήταν πολιτικό ή στρατιωτικό κέντρο ούτε των Φατιμιδών ούτε των Σελτζούκων στην περιοχή, απλώς μία πόλη που εξασφάλιζε αυξημένο κύρος σε αυτόν που την κατείχε, λόγω της θρησκευτικής της σημασίας.

Στην προαναφερθείσα πολιτική αναταραχή, θα πρέπει να προστεθούν και οι τακτικές επιδημίες που ενέσκηπταν στην περιοχή (η Αίγυπτος είχε χτυπηθεί ιδιαίτερα από τις επιδημίες την δεκαετία που προηγήθηκε των σταυροφοριών) αλλά και τα στίφη ατάκτων Τουρκομάνων που λυμαίνονταν την ύπαιθρο και δημιουργούσαν σοβαρότατα προβλήματα στην εμπορική δραστηριότητα αλλά και στις επικοινωνίες.

Είναι χαρακτηριστικό ότι το ταξίδι από την Αίγυπτο στην Ιερουσαλήμ ήταν σχεδόν αδύνατο από ξηράς για οποιαδήποτε ομάδα προσκυνητών ή εμπόρων, εκτός κι αν συνοδευόταν από ένα μικρό στρατό, ακριβώς εξαιτίας της απειλής των Τουρκομάνων ληστών. Με άλλα λόγια, η ιστορική συγκυρία για την πρώτη σταυροφορία ήταν η καλύτερη δυνατή για τους σκοπούς των σταυροφόρων.


Θα συναντούσαν όχι το πανίσχυρο Σουλτανάτο των Σελτζούκων ή το κραταιό Χαλιφάτο των Φατιμιδών στην ακμή του, αλλά μια σειρά από τοπικούς άρχοντας που μάχονταν αλλήλους για την κυριαρχία πάνω στα δεκάδες εμιράτα που είχαν ξεφυτρώσει στην ευρύτερη περιοχή.

ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΙΑ ΤΟΥ ΛΑΟΥ 

Η Σταυροφορία του Λαού ήταν πρόδρομος της Α' Σταυροφορίας. Διήρκεσε περίπου έξι μήνες από τον Απρίλιο μέχρι τον Οκτώβριο του 1096. Στις αρχές του 1096, ο Πέτρος ο Ερημίτης, έχοντας περιοδεύσει στη Γαλλία και στη Γερμανία, έφτασε στην Κολωνία. Από εκεί, έχοντας μαζέψει χιλιάδες λαού γύρω του, άρχισε την πορεία προς την Ιερουσαλήμ. Τα πράγματα όμως δεν ήταν τόσο καλά όσο έδειχναν.

Η Σταυροφορία του Λαού, όπως ονομάστηκε αλλιώς η σταυροφορία του, ήταν στην ουσία σταυροφορία απλών ανθρώπων, οι περισσότεροι εκ των οποίων δεν είχαν πολεμήσει ξανά, γυναικόπαιδα, ηλικιωμένοι, μερικοί φτωχοί ιππότες και αρκετοί τυχοδιώκτες. Όλοι αυτοί νόμιζαν ότι η πορεία στην Ιερουσαλήμ θα ήταν εύκολη, σύντομη και ότι στη Γη της Επαγγελίας θα πλούτιζαν σε μικρό χρονικό διάστημα.

Όταν αυτές οι ψευδαισθήσεις άρχισαν να διαλύονται άρχισε να διαλύεται η πίστη τους στο πρόσωπο του Πέτρου και μαζί η όποια συνοχή μπορούσε να έχει αυτός ο συρφετός. Στην Ουγγαρία και στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία λεηλάτησαν και έκαψαν πόλεις, σκότωσαν και τρομοκράτησαν τον τοπικό πληθυσμό. Ο Αυτοκρατορικός στρατός τους πρόλαβε, τους σταμάτησε και τους οδήγησε στην Κωνσταντινούπολη.

Εκεί ο αυτοκράτορας Αλέξιος συναντήθηκε με τον Πέτρο και τον συμβούλευσε να μην περάσει αμέσως στην Ασία αλλά να περιμένει και τους υπόλοιπους σταυροφόρους που θα ήταν πιο καλά οπλισμένοι και οργανωμένοι. Όμως πολύ σύντομα το πλήθος που ακολουθούσε τον Πέτρο άρχισε να θυμώνει και να κατηγορεί τον Αυτοκράτορα που δεν τους άφηνε να περάσουν απέναντι, στην Μικρά Ασία, ενώ οι επιδρομές στα προάστεια της Κωνσταντινούπολης ήταν καθημερινό φαινόμενο.

Ο Αλέξιος μετά από αυτά βιάστηκε να τους μεταφέρει απέναντι με πλοιά όπου επιδόθηκαν σε λεηλασίες περισσότερο εναντίον των ντόπιων Χριστιανών παρά εναντίον των Μουσουλμάνων. Πλέον, όμως, ο Πέτρος δεν ασκούσε καμία εξουσία πάνω στον όχλο και παρά τις αρχικές τους επιτυχίες οι περισσότεροι σφαγιάστηκαν σε ενέδρα των Σελτζούκων υπό τον Κιλίτζ Αρσλάν Α' ή πιάστηκαν αιχμάλωτοι και πουλήθηκαν ως δούλοι. Ελάχιστοι γλίτωσαν και μεταφέρθηκαν στην ευρωπαϊκή ακτή και σε άσχημη κατάσταση.

Ο Πάπας Ουρβανός Β΄ ετοιμαζόταν να ξεκινήσει μια Σταυροφορία για τις 15 Αυγούστου 1096. Η απήχηση ήταν όμως τόσο μεγάλη, που ξέφυγε από τον έλεγχό του, αφού ένα μεγάλο πλήθος χωρικών και κατώτερων ευγενών μαζεύτηκε εντελώς απρόοπτα τον Απρίλιο του 1096 και ξεκίνησαν από μόνοι τους να κατακτήσουν την Ιερουσαλήμ. Η συνθήκες ζωής του αγροτικού πληθυσμού την εποχή εκείνη ήταν άθλιες, αφού η πείνα και η πανδημία θέριζαν λόγω συνεχών και εκτεταμένων καταστροφών της σοδειάς από ξηρασίες.


Η Σταυροφορία ήταν για πολλούς η μόνη διέξοδος από την δυστυχία. Παράλληλα, τα στοιχεία της φύσης έστελναν ακατανόητους και τρομακτικούς οιωνούς που είχαν ξεκινήσει από το 1095.Καταιγίδες Μετεωριτών, Πολικά Σέλαα, μια έκλειψη σελήνης και η εμφάνιση ενός κομήτη έσπερναν τον τρόμο στον αγράμματο πληθυσμό, ενώ ερμηνεύονταν ως θεϊκές προτροπές για το ξεκίνημα της Σταυροφορίας, καθώς και τον σίγουρο ερχομό της δευτέρας παρουσίας.

Ακόμα και μια μαζική δηλητηρίαση από ερυσίβη πριν από την Σύνοδο της Κλερμόν οδήγησε σε ομαδικά προσκυνήματα. Επόμενο ήταν λοιπόν, τα πλήθη να ακολουθήσουν με μιας την εντολή του Πάπα. Αντί για λίγες χιλιάδες ιππότες, όπως ήλπιζε ο Πάπας, ξαφνικά παρουσιάστηκαν σχεδόν εκατό χιλιάδες άμαχος πληθυσμός από άνδρες, γυναίκες και παιδιά. Αρχηγός της Σταυροφορίας ήταν ο λεγόμενος Πέτρος ο Ερημίτης από την Αμιένη, ο οποίος ήταν ντυμένος με κουρέλια και ταξίδευε πάνω σε γαϊδουράκι.

Ο Πέτρος ο Ερημίτης προηγουμένως είχε κάνει φλογερά κηρύγματα στην βόρεια Γαλλία και στην Φλάνδρα για την Σταυροφορία. Έλεγε ότι τον έστειλε ο Ιησούς και ότι είχε μαζί του μια επιστολή που του είχε δώσει ο Θεός. Οι Σταυροφόροι που παρουσιάστηκαν ήταν όλων των ειδών φτωχοί και τυχοδιώκτες. Ο Πάπας είχε υποσχεθεί ότι θα τους έδινε άφεση αμαρτιών και ανέχεια, και γιαυτό πολλοί παρουσιάστηκαν για να ξεφύγουν από τον νόμο και να προβούν σε λαφυραγωγήσεις.

Ο Βάλτερ και οι Γάλλοι

Στις 12 Απριλίου ο Πέτρος συνέλεξε τους «πτωχούς» του στην Κολωνία για να κάνει κήρυγμα στους Γερμανούς. Μερικές χιλιάδες Γάλλοι, όμως, δεν θέλησαν να περιμένουν, και ξεκίνησαν πριν από την άφιξη του Πέτρου. Υπό την οδήγηση του Βάλτερ έφθασαν στην Ουγγαρία στις 8 Μαΐου και την διαπέρασαν χωρίς να συμβεί τίποτα, φτάνοντας στον ποταμό Σάβα (ποταμός) στο Βελιγράδι που τότε ήταν στα σύνορα του Βυζαντίου.

Ο διοικητής του Βελιγραδίου, όντας απροετοίμαστος και μην ξέροντας τι να κάνει, τους απαγόρευσε την είσοδο. Οι Σταυροφόροι αφού εγκλωβίστηκαν, αναγκαστικά άρχισαν να λεηλατούν την περιοχή για να βρουν φαγώσιμα. Ξέσπασαν μάχες με την τοπική φρουρά, ενώ ακολούθησαν και άλλες λεηλασίες σε διάφορες τοπικές αγορές. Η κατάσταση οξύνθηκε, οι Ούγγροι συνέλαβαν τον Βάλτερ και μερικούς άλλους και τους πήραν τις πανοπλίες και τα ενδύματά τους.

Τελικά όμως τους άφησαν να περάσουν, και οι Σταυροφόροι έφτασαν στη Νις όπου τους έδωσαν τροφή και περίμεναν εκεί για να τους έρθει μήνυμα από την Κωνσταντινούπολη. Πραγματικά, στα τέλη Ιουλίου και υπό συνοδεία του Βυζαντινού στρατού έφθασαν στην Κωνσταντινούπολη.


Από την Κολωνία ως την Κωνσταντινούπολη

Ο Πέτρος μαζί με τους υπόλοιπους Σταυροφόρους ξεκίνησαν από την Κολωνία στις 20 Απριλίου. Ήταν περίπου 20.000 Σταυροφόροι που ακολουθούσαν τον Ερημίτη, ενώ καθ οδόν ερχόντουσαν και άλλοι. Φτάνοντας στον Δούναβη μερικοί πέρασαν με βάρκες στην απέναντι όχθη, ενώ οι υπόλοιποι συνέχισαν φθάνοντας στο Σόπρον της Ουγγαρίας. Όπως και οι προηγούμενοι, πέρασαν μέσα από την Ουγγαρία χωρίς διαξιφισμούς και στο Σεμλίν (Ουγγαρία) ξαναενώθηκαν με τους άλλους που είχαν περάσει τον Δούναβη.

Εκεί όμως συνάντησαν τις πανοπλίες του Βάλτερ και των άλλων που κρέμονταν έξω από τα τείχη, και υποπτεύθηκαν κάτι κακό. Έγινε και μια μικροδιαμάχη για την τιμή ενός ζευγαριού υποδημάτων και έτσι ξέσπασε ένας καυγάς που οδήγησε σε γενική επίθεση εναντίον της πόλης. Τέσσερις χιλιάδες Ούγγροι σκοτώθηκαν. Οι Σταυροφόροι πέρασαν τον ποταμό Σάβα, στο Βελιγράδι ενεπλάκησαν σε μάχη με την εκεί φρουρά, οι κάτοικοι φύγαν για να γλυτώσουν, και οι Σταυροφόροι λεηλάτησαν και έκαψαν την πόλη.

Από κει και μετά ακολούθησε επταήμερη πορεία για την Νις, όπου έφτασαν στις 3 Ιουλίου. Ο διοικητής της πόλης τους υποσχέθηκε να τους δώσει συνοδεία και τρόφιμα ως την Κωνσταντινούπολη. Όταν την επόμενη μέρα ο Πέτρος έδωσε εντολή να ξεκινήσουν, μερικοί από τους Σταυροφόρους για έναν καυγά που έγινε έβαλαν φωτιά σε έναν μύλο. Τότε η φρουρά της Νις έκανε επίθεση προκαλώντας πολυάριθμα θύματα στους Σταυροφόρους.

Οι Σταυροφόροι συνέχισαν την πορεία τους φτάνοντας στη Σόφια στις 12 Ιουλίου. Από κει και μετά συνέχισαν με συνοδεία για να φτάσουν την 1η Αυγούστου στην Κωνσταντινούπολη.


Η Αποτυχία και το Τέλος της Σταυροφορίας

Ο αυτοκράτορας Αλέξιος Α' Κομνηνός αν και απροετοίμαστος στην θέα αυτού του πλήθους, προτίμησε να τους αφήσει να περάσουν. Οι Σταυροφόροι διέσχισαν στις 6 Αυγούστου τον Βόσπορο. Οι ακόλουθοι του Πέτρου συνάντησαν τους Σταυροφόρους του Βάλτερ και μια ακόμη ομάδα Ιταλών που είχε καταφθάσει εκείνες τις μέρες. Άρχισαν να λεηλατούν φτάνοντας στην Νικομήδεια. Εκεί ξέσπασε μια διαμάχη ανάμεσα στους Γερμανούς και τους άλλους.

Οι Γερμανοί και οι Ιταλοί έκαναν νέο αρχηγό τους έναν Ιταλό ονόματι Ράιναλντ και χωρίστηκαν από τους Γάλλους. Οι Γάλλοι όρισαν αρχηγό τους τον Ζοφρουά Μπυρέλ. Οι Σταυροφόροι συνέχισαν τις επιδρομές στα γύρω χωριά μέχρι που έφτασαν στην Νίκαια της Βιθυνίας. Οι Γερμανοί με 6.000 Σταυροφόρους κατέλαβαν την πόλη Ξερίγορδο για να την χρησιμοποιούν σαν καταφύγιο για τις επιδρομές τους. Για πρόφαση ισχυρίστηκαν ότι ήθελαν να προστατεύσουν τον ως επί το πλείστον χριστιανικό πληθυσμό.

Οι Τούρκοι απάντησαν με μεγάλο στρατό που πολιόρκησε την πόλη, τους έκοψε το νερό, και ανάγκασε τους Σταυροφόρους να παραδοθούν. Εν τω μεταξύ, στο κύριο στρατόπεδο των Σταυροφόρων διαδόθηκε η φήμη, ότι οι Γερμανοί μετά από την κατάληψη της Ξεριγόρδου επιτέθηκαν και πήραν και τη Νίκαια. Οι υπόλοιποι Σταυροφόροι ξεσηκώθηκαν για να προλάβουν και αυτοί μερικά λάφυρα. Έμαθαν όμως έγκαιρα την αλήθεια και τρομοκρατήθηκαν.

Μερικοί πρότειναν να περιμένουν τις ενισχύσεις από την Κωνσταντινούπολη που είχε πάει να φέρει ο Πέτρος ο Ερημίτης. Ο Μπυρέλ όμως, που είχε την αρχηγία και τους περισσότερους οπαδούς, προτίμησε την άμεση επίθεση. Το πρωί της 21ης Οκτωβρίου ολόκληρος ο στρατός των Σταυροφόρων τέθηκε σε πορεία με προορισμό τη Νίκαια, ενώ ο άμαχος πληθυσμός, τα γυναικόπαιδα, άρρωστοι και γέροι έμειναν στο καταφύγιο. Στον δρόμο προς τη Νίκαια οι Τούρκοι τους είχαν στήσει ενέδρα και τους περίμεναν.

Οι Σταυροφόροι έπεσαν πάνω στην ενέδρα και αναγκάστηκαν να οπισθοχωρήσουν, ενώ οι περισσότεροι σκοτώθηκαν. Τα παιδιά πιάστηκαν όμηροι και πουλήθηκαν σκλάβοι. Ο Μπυρέλ όμως μαζί με 3000 άνδρες κατέφυγαν σε ένα ερειπωμένο φρούριο και σώθηκαν μετά από επέμβαση των Βυζαντινών που διέλυσαν την πολιορκία των Τούρκων και οδήγησαν τους Σταυροφόρους πίσω στην Κωνσταντινούπολη.


ΓΕΡΜΑΝΙΚΗ ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΙΑ

Η Γερμανική Σταυροφορία του 1096 ήταν τμήμα της Α' Σταυροφορίας. Οι Σταυροφόροι ήταν σχεδόν όλοι Γερμανοί αγρότες υπό την αρχηγία της αριστοκρατίας και του κλήρου και επιτέθηκαν εναντίον των Εβραίων. Ήταν το πρώτο οργανωμένο Πογκρόμ, το οποίο οι Εβραίοι ονομάζουν Gezerot Tatnu.

Προσκήνιο

Τα κηρύγματα των ιερέων της πρώτης Σταυροφορίας επέφεραν, εκτός των άλλων, και έναν έντονο αντισημιτισμό. Οι απλοί άνθρωποι πίστευαν ότι η κατάληψη των Ιεροσολύμων και η ίδρυση ενός Χριστιανικού κράτους θα έφερνε την δευτέρα παρουσία και θα προσηλύτιζε τους Ιουδαίους. Στη Γερμανία και τη Γαλλία του μεσαίωνα, οι Εβραίοι θεωρούντο το ίδιο εχθροί όπως και οι Μουσουλμάνοι. 

Τους κατηγορούσαν ότι είχαν σταυρώσει τον Ιησού και γιαυτό τους μισούσαν. Άλλωστε πολλοί από αυτούς θεωρούνταν εύποροι, αφού ασχολούνταν με οικονομικές συναλλαγές, αφού η καθολική εκκλησία απαγόρευε στους Χριστιανούς την πίστωση και τον τοκισμό. Οι Σταυροφόροι λοιπόν προτίμησαν να κάνουν την Σταυροφορία στα κοντινά Ευρωπαϊκά εδάφη, αντί να πορευτούν χιλιάδες χιλιόμετρα ως την Ιερουσαλήμ. Η πρώτη επίθεση φημολογήθηκε ότι έγινε στην Ρουέν, όπου Εβραίοι έπεσα θύμα βιαιοπραγίας. 

Τον Δεκέμβριο του 1095 οι Εβραϊκές κοινότητες της βόρειας Γαλλίας σύνταξαν επιστολή στους Εβραίους της περιοχής του Ρήνου για να τους προειδοποιήσουν για τον ερχομό των Σταυροφόρων. Οι Εβραίοι του Ρήνου απήντησαν ότι δεν φοβούνται και παρέδωσαν στον Πέτρο τον Ερημίτη μια δική τους επιστολή, στην οποία καλούσαν τους ομoθρήσκους τους να ενισχύσουν την προσπάθεια του Πέτρου και να του προσφέρουν διατροφή.
 
Ο Φόλκμαρ και ο Γκότσαλκ

Την Άνοιξη του 1096 πολλές μικρές ομάδες ιπποτών και αγροτών ξεκίνησαν παροτρυνόμενοι από τους ιεροκήρυκες από όλα τα μέρη της Γερμανίας και της Γαλλίας. Φόλκμαρ ήταν το όνομα του ιερέα που ξεσήκωσε στα τέλη Απριλίου στην κοιλάδα του Ρήνου τον λαό με σκοπό να συναντήσει τους Σταυροφόρους του Πέτρου του Ερημίτη. Επιτέθηκαν εναντίον των Εβραίων στο Μαγδεμβούργο και, αργότερα, στις 30 Ιουνίου στην Πράγα. Διαλύθηκαν τελικά από τους Ούγγρους.


Ένας άλλος, ο Γκότσαλκ, ήταν ιερέας που είχε μείνει πίσω όταν ο Πέτρος ο Ερημίτης είχε ξεκινήσει στις 20 Απριλίου. Ο Γκότσαλκ οδήγησε Σταυροφόρους από την κοιλάδα του Ρήνου και από την Λωρραίνη πορευόμενος κατά μήκος του Ρήνου και διαμέσου της Βαβαρίας μέχρι την Ουγγαρία. Καθ' οδόν επιτίθεντο στους Εβραίους, π.χ. στο Ρέγκενσμπουργκ. Διαλύθηκαν επίσης από τους Ούγγρους.
 
Ο Γράφος Έμιχο

Το μεγαλύτερο από τα τάγματα των Σταυροφόρων που επιτέθηκαν στους Εβραίους ήταν αυτό που οδηγούσε ο Γράφος Έμιχο. Είχε δύναμη 10.000 ανδρών. Μέχρι και Εγγλέζοι είχαν πάρει μέρος. Κινήθηκαν κατά μήκος του Ρήνου, του Μάιν και του Δούναβη.


(Κάντε κλικ στις φωτογραφίες για μεγέθυνση)