Πέμπτη, 4 Μαΐου 2017

ΡΗΤΟΡΙΚΗ: ΛΥΣΙΑΣ - Ὑπὲρ τοῦ ἀδυνάτου (10-14)

[10] Περὶ δὲ τῆς ἐμῆς ἱππικῆς, ἧς οὗτος ἐτόλμησε μνησθῆναι πρὸς ὑμᾶς, οὔτε τὴν τύχην δείσας οὔτε ὑμᾶς αἰσχυνθείς, οὐ πολὺς ὁ λόγος. ἐγὼ γάρ, ὦ βουλή, πάντας οἶμαι τοὺς ἔχοντάς τι δυστύχημα τοῦτο ζητεῖν καὶ τοῦτο φιλοσοφεῖν, ὅπως ὡς ἀλυπότατα μεταχειριοῦνται τὸ συμβεβηκὸς πάθος. ὧν εἷς ἐγώ, καὶ περιπεπτωκὼς τοιαύτῃ συμφορᾷ ταύτην ἐμαυτῷ ῥᾳστώνην ἐξηῦρον εἰς τὰς ὁδοὺς τὰς μακροτέρας τῶν ἀναγκαίων.

[11] ὃ δὲ μέγιστον, ὦ βουλή, τεκμήριον ὅτι διὰ τὴν συμφορὰν ἀλλ᾽ οὐ διὰ τὴν ὕβριν, ὡς οὗτός φησιν, ἐπὶ τοὺς ἵππους ἀναβαίνω [ῥᾴδιόν ἐστι μαθεῖν]· εἰ γὰρ ἐκεκτήμην οὐσίαν, ἐπ᾽ ἀστράβης ἂν ὠχούμην, ἀλλ᾽ οὐκ ἐπὶ τοὺς ἀλλοτρίους ἵππους ἀνέβαινον· νυνὶ δ᾽ ἐπειδὴ τοιοῦτον οὐ δύναμαι κτήσασθαι, τοῖς ἀλλοτρίοις ἵπποις ἀναγκάζομαι χρῆσθαι πολλάκις.

[12] καίτοι πῶς οὐκ ἄτοπόν ἐστιν, ὦ βουλή, τοῦτον ἄν, εἰ μὲν ἐπ᾽ ἀστράβης ὀχούμενον ἑώρα με, σιωπᾶν (τί γὰρ ἂν καὶ ἔλεγεν;), ὅτι δ᾽ ἐπὶ τοὺς ᾐτημένους ἵππους ἀναβαίνω, πειρᾶσθαι πείθειν ὑμᾶς ὡς δυνατός εἰμι; καὶ ὅτι μὲν δυοῖν βακτηρίαιν χρῶμαι, τῶν ἄλλων μιᾷ χρωμένων, μὴ κατηγορεῖν ὡς καὶ τοῦτο τῶν δυναμένων ἐστίν, ὅτι δ᾽ ἐπὶ τοὺς ἵππους ἀναβαίνω, τεκμηρίῳ χρῆσθαι πρὸς ὑμᾶς ὡς εἰμὶ τῶν δυναμένων; οἷς ἐγὼ διὰ τὴν αὐτὴν αἰτίαν ἀμφοτέροις χρῶμαι.

[13] Τοσοῦτον δὲ διενήνοχεν ἀναισχυντίᾳ τῶν ἁπάντων ἀνθρώπων, ὥστε ὑμᾶς πειρᾶται πείθειν, τοσούτους ὄντας εἷς ὤν, ὡς οὐκ εἰμὶ τῶν ἀδυνάτων ἐγώ. καίτοι εἰ τοῦτο πείσει τινὰς ὑμῶν, ὦ βουλή, τί με κωλύει κληροῦσθαι τῶν ἐννέα ἀρχόντων, καὶ ὑμᾶς ἐμοῦ μὲν ἀφελέσθαι τὸν ὀβολὸν ὡς ὑγιαίνοντος, τούτῳ δὲ ψηφίσασθαι πάντας ὡς ἀναπήρῳ; οὐ γὰρ δήπου τὸν αὐτὸν ὑμεῖς μὲν ὡς δυνάμενον ἀφαιρήσεσθε τὸ διδόμενον, οἱ δὲ ‹θεσμοθέται› ὡς ἀδύνατον ὄντα κληροῦσθαι κωλύσουσιν.

[14] ἀλλὰ γὰρ οὔτε ὑμεῖς τούτῳ τὴν αὐτὴν ἔχετε γνώμην, οὔθ᾽ οὗτος ‹ὑμῖν› εὖ ποιῶν. ὁ μὲν γὰρ ὥσπερ ἐπικλήρου τῆς συμφορᾶς οὔσης ἀμφισβητήσων ἥκει καὶ πειρᾶται πείθειν ὑμᾶς ὡς οὐκ εἰμὶ τοιοῦτος οἷον ὑμεῖς ὁρᾶτε πάντες· ὑμεῖς δέ (ὃ τῶν εὖ φρονούντων ἔργον ἐστί) μᾶλλον πιστεύετε τοῖς ὑμετέροις αὐτῶν ὀφθαλμοῖς ἢ τοῖς τούτου λόγοις.

***
[10] Όσον αφορά τώρα την ιππασία μου, στην οποία αυτός είχε το θράσος να αναφερθεί, χωρίς ούτε την τύχη να φοβηθεί ούτε εσάς να ντραπεί, δεν θα μακρηγορήσω. Εγώ νομίζω, μέλη της βουλής, ότι όλοι όσοι έχουν κάποια αναπηρία ένα μόνο τους απασχολεί και τους προβληματίζει, πώς δηλαδή θα αντιμετωπίσουν όσο γίνεται πιο ανώδυνα το κακό που τους έχει τύχει. Ένας από αυτούς είμαι και εγώ. Και επειδή έχω να αντιμετωπίσω μια τέτοια συμφορά, αυτή την ανακούφιση βρήκα για τον εαυτό μου για τα σχετικώς μακριά από τα υποχρεωτικά ταξίδια.

[11] Και η αψευδέστερη απόδειξη, μέλη της βουλής, για το ότι ανεβαίνω στα άλογα λόγω της συμφοράς και όχι από αλαζονεία, όπως ισχυρίζεται αυτός: Αν είχα περιουσία, θα ίππευα σελωμένο ημίονο, και δεν θα ανέβαινα στα άλογα των άλλων. Τώρα αντιθέτως, επειδή δεν μπορώ να αποκτήσω κάτι τέτοιο, αναγκάζομαι να χρησιμοποιώ πολλές φορές τα άλογα των άλλων.

[12] Και είναι ή δεν είναι παράλογο, μέλη της βουλής, αυτός, αν με έβλεπε να ιππεύω σελωμένο ημίονο, να σιωπά (τι να έλεγε άλλωστε;), επειδή όμως ανεβαίνω στα δανεισμένα άλογα, να προσπαθεί να σας πείσει ότι είμαι ικανός; Και ότι χρησιμοποιώ δύο βακτηρίες, ενώ οι άλλοι χρησιμοποιούν μία, να μη μου προσάπτει ότι και αυτό είναι χαρακτηριστικό των ικανών, το ότι όμως ανεβαίνω στα άλογα να το χρησιμοποιεί ως απόδειξη ενώπιόν σας για το ότι ανήκω στους ικανούς; Αυτά εγώ τα χρησιμοποιώ και τα δύο για τον ίδιο λόγο.

 [13] Τόσο πολύ μάλιστα ξεπέρασε ως προς την αναισχυντία τους πάντες, ώστε προσπαθεί να σας πείσει, ένας τόσους, ότι εγώ δεν ανήκω στους ανάπηρους. Ωστόσο, αν πείσει γι᾽ αυτό κάποιους από σας, μέλη της βουλής, τί με εμποδίζει να κληρωθώ ένας από τους εννέα άρχοντες, και εσείς να στερήσετε από εμένα ως υγιή τον οβολό και να τον χορηγήσετε ομοφώνως σε εκείνον ως ανάπηρο; Γιατί, όταν πρόκειται για τον ίδιο άνθρωπο, ασφαλώς δεν νοείται εσείς να του στερήσετε το επίδομα θεωρώντας τον ικανό, και αυτοί να τον εμποδίσουν από την κλήρωση αντιμετωπίζοντάς τον ως ανάπηρο.

[14] Όμως ούτε εσείς έχετε την ίδια γνώμη με αυτόν, ούτε αυτός με εσάς — ευτυχώς. Εκείνος, σαν να ήταν η συμφορά μοναδική κληρονόμος, έχει έρθει να τη διεκδικήσει και προσπαθεί να σας πείσει ότι δεν είμαι αυτός που όλοι βλέπετε. Εσείς ωστόσο (όπως κάνουν άνθρωποι εχέφρονες) εμπιστεύεστε πιο πολύ τα δικά σας μάτια παρά τα δικά του λόγια.