Σάββατο, 15 Απριλίου 2017

Tο καραβάνι

Τότε, ο καλύτερός του φίλος, καμιά φορά και ο ίδιος ο σύντροφος, θα πρέπει να πει σ’ εκείνον που δεν θέλει να το πάρει απόφαση:

«Έχω κάτι δυσάρεστο να σου πω… Λυπάμαι, τέλειωσαν όλα.»
«Και τώρα;» θα ρωτήσει εκείνος.
«Δεν ξέρω. Σε πονάει, σίγουρα, αλλά θα το ξεπεράσεις.»

Κι εγώ προσθέτω: σου εγγυώμαι ότι μπορείς ν’ αντέξεις αυτό που ακολουθεί.
Αν δεν αγκιστρωθείς πάνω στον άλλον, θα το ξεπεράσεις το πένθος.
Αν δεν επιχειρήσεις να τον κρατήσεις, θα επιβιώσεις μετά την απώλεια.
Εκτός αν πιστεύεις ότι εξαιτίας του σίγουρα θα πεθάνεις.

Λένε πως ήταν ένα καραβάνι στην έρημο.
Μόλις πέφτει η νύχτα σταματάει το καραβάνι.
Ο μικρός που φροντίζει τις καμήλες πλησιάζει τον οδηγό του καραβανιού και του λέει:
«Έχουμε ένα πρόβλημα. Οι καμήλες είναι 20, και έχουμε 19 σκοινιά. Τι να κάνω;» Αυτός του απαντάει:

Κοίτα, οι καμήλες δεν είναι και πολύ έξυπνες, είναι μάλλον κουτές. Θα πας λοιπόν δίπλα στην καμήλα που περισσεύει και θα κάνεις ότι τη δένεις. Αυτή θα νομίζει ότι την έχεις δέσει και θα κάθεται φρόνιμα.»

Λίγο δύσπιστος ο μικρός, πάει όμως και κάνει ότι τη δένει, και πραγματικά η καμήλα μένει εκεί, ακίνητη, σαν να ήταν στ’ αλήθεια δεμένη. Σηκώνονται το άλλο πρωί, ο οδηγός μετράει τις καμήλες, και είναι είκοσι. Είναι όλες εκεί. Φορτώνουν οι έμποροι τα πράγματά τους και το καραβάνι ξαναπαίρνει τον δρόμο του. Οι καμήλες προχωρούν στη σειρά και πάνε για την πόλη. Όλες, εκτός από μία που έμεινε πίσω.

«Αρχηγέ, είναι μία καμήλα που δεν ακολουθεί το καραβάνι. Έχει μείνει πίσω.» «Είναι εκείνη που δεν έδεσες χθες γιατί δεν είχες σκοινί;»
 «Ναι. Πώς το ξέρεις;»
«Δεν έχει σημασία. Πήγαινε και κάνε ότι τη λύνεις. Δεν ακολούθησε τις άλλες επειδή νόμιζε ότι είναι δεμένη, και εξακολουθεί να πιστεύει ότι είναι δεμένη, κι έτσι δεν πρόκειται να ξεκινήσει ποτέ.»