Τρίτη, 11 Απριλίου 2017

Αλιθέρσης, ο οιωνοσκόπος στo παλάτι του Οδυσσέα

Από την αρχή ακόμα της Οδύσσειας ο ποιητής μας προϊδεάζει για τον κολασμό των υπερφίαλων και υβριστών μνηστήρων (ραψ.β).

Ο Αλιθέρσης, γιος του Μάστορα, o Ιθακήσιος προφήτης, γνώστης των οιωνών, εξυπηρετεί την προοικονομία στο έπος, καθώς είναι αυτός που επισημαίνει στους μνηστήρες πως οι αδικίες, οι ξετσιπωσιές τους, οι σπαταλοσύνες σε καλό δεν θα τους βγούνε, αφού ο Οδυσσέας έρχεται μαζί με το θάνατό τους:

«Πήρε ο Αλιθέρσης τότε ο γέροντας το λόγο, του Μαστόρου
ο γιος, που κάλλιο απ΄ όλους κάτεχε τους συνομήλικούς του
τα όρνια τι δείχνουν και ξεδιάλυνε και τα σημάδια τ΄ άλλα.
Και τότε μίλησε καλόγνωμος κι ανάμεσό τους είπε:

«Βάλετε αφτί, Θιακοί, στα λόγια μου κι ό,τι σας πω γρικάτε,
για τους μνηστήρες όμως πιότερο τα λέω τα λόγια τούτα·
κακό μεγάλο καταπάνω τους πλακώνει, κι ούτε θα ΄ναι
καιρό ο Οδυσσέας πολύ απ΄ τους φίλους του μακριά· μπορεί και τώρα
να ΄ναι κοντά, για τούτους θάνατο και χαλασμό κλωσώντας —
όλους· μα κι άλλοι λέω θα πάθουμε πολλοί κακό μεγάλο,
απ΄ όσους ζούμε μες στην ξέφαντην Ιθάκη· μα ας γνοιαστούμε
τούτους πιο πριν ν΄ ανακρατήσουμε, και τούτοι ατοί τους όμως
να κρατηθούν τι άλλο δε βρίσκεται καλύτερο να κάνουν.
Μάντης δεν είμαι εγώ αδοκίμαστος, κι αυτά καλά τα ξέρω·»
( Οδύσσεια ραψ.β)

Αντί για το φόβο και το συνετισμό, την έπαρση του Ευρύμαχου (ευρύς +μάχομαι=φιλόνικος), τη δυσφορία και τη δυσαρέσκεια συναντά, ενός μνηστήρα που, διαφεντεύει, όπως και ο Αντίνοος, όλους τους υπόλοιπους, περίπου 108, μνηστήρες.

«Σπίτι σου σέρνε, γέρο εσύ, και βγάζε των παιδιώ σου
μαντείες, μπας και πάθουνε κανέ κακό κατόπι·
προφήτης είμ΄ εγώ σ΄ αυτά πολύ καλύτερός σου.
Όρνια γυρίζουνε πολλά κάτω απ΄ το φως του ήλιου,
μα δε μαντεύουν όλα· πάει, χάθη ο Δυσσέας στα ξένα·
μακάρι ν΄ αφανίζουσαν κι εσύ μαζί μ΄ εκείνον,
να μη μας ψέλνεις τώρα εδώ τις τόσες μαντικές σου,
κεντώντας αδιαφόρετα το χόλιασμα του γιου του,
μ΄ ελπίδα κι ίσως σπίτι σου κάποιο σου στείλει δώρo»

Μετά τη μνηστηροφονία, ο Αλιθέρσης προσπαθεί και πάλι, χωρίς αποτέλεσμα, να νουθετήσει τους συγγενείς των νεκρών μνηστήρων, που παρακινημένοι από τον Ευπείθη(ευ+πείθω), πατέρα του Αντίνοου εξεγείρονται κατά του Οδυσσέα.

«Πήρε ο Αλιθέρσης τότε ο γέροντας το λόγο, του Μαστόρου....
«Θιακοί, το λόγο τώρα ακούστε μου κι ό,τι σας πω γρικάτε΄
από δικιά σας δειλία, φίλοι μου, γίνηκαν όλα τούτα,
που ουδέ σε μένα ουδέ στου Μέντορα του βασιλιά τα λόγια
βάζατε αφτί, να σταματήσετε τις αμυαλιές των γιων σας,
που φοβερές δουλειές εσκάρωσαν με τις παρανομίες τους,
το βιος ρημάζοντας, ντροπιάζοντας το ταίρι ενού αντρειωμένου,
πρώτου στον πόλεμο, τι ελόγιαζαν πως πίσω δε γυρίζει.
Μην του ριχτούμε τώρα, ακουστέ μου, κι ό,τι σας λέω να γένει,
αλλιώς μην πάει κανείς γυρεύοντας κι άλλο κακό να πάθει.»
Είπε, κι εκείνοι ξεπετάχτηκαν με αλαλητό μεγάλο,
πιο πάνω απ΄ τους μισούς, μα απόμειναν οι επίλοιποι εκεί πέρα,
τι ο λόγος τούτος δεν τους άρεσε, μόνο του Ευπείθη άκουγαν».\
(ραψ.ω Οδύσσεια)
΄
Δεν κατάφερε την ορμή των συγγενών αυτός να κόψει, πράγμα που ο γέρος ο Λαέρτης πέτυχε, πατέρας του Οδυσσέα.
Μια βολή του γέροντα έφτασε να διαπεράσει το χάλκινο το κράνος του Ευπείθη.
Ο αρχηγός εξέπνευσε, η εξέγερση χάνει την κεφαλή της, ένώ φτάνει στο τέλος της, όταν η Θεά Αθηνά παρεμβαίνει και δείχνει το συμβιβασμό ως λύση.

Ο μάντης Αλιθέρσης, φίλες και φίλοι μου, δεν ηταν του κύρους του Τειρεσία και του Κάλχα, των δυο βασικών εκπροσώπων της μαντικής στα ομηρικά τα έπη.
Με βάση τα λόγια του έδειχνε να θέλει να προστατέψει τους μνηστήρες.
Ανήκε στα προορατικά άτομα, που έχουν το σπάνιο χάρισμα να διαισθάνονται, σημάδια από το μέλλον να δέχονται στην έκτη αίσθησή τους.
Όταν η Πηνελόπη στο παλάτι ύφαινε τον παραπλανητικό ιστό της, "προφήτες", εκμεταλλευόμενοι την απουσία του Οδυσσέα, εμφανίζονταν, που αποσκοπούσαν πιότερο να κερδίσουν, παρά την αλήθεια να πούνε.
Σ’ αυτούς εκείνη κατέφευγε, ελπίζοντας σε μαντέματα για το γυρισμό του Οδυσσέα...
Κι αυτοί της έλεγαν όσα θα την ευχαριστούσαν...

Το άγνωστο μέλλον κι η λαχτάρα να γνωρίσει κανείς από τα πριν τι τον περιμένει, είναι αυτά που τον ωθούν ν’ αναζητεί τη γνώση από ενορατικούς ανθρώπους.
Έτσι σε όλες τις εποχές «ανθούν» οι μάντεις, μια χρυσοφόρα λατρεία κατά τον Ευριπίδη, ο οποίος και αναγορεύει ως το μόνο αλάθητο μάντη το μυαλό του ανθρώπου:

«σωστό μυαλό και νους, να σοφός μάντης» μας λέγει στην τραγωδία του «Ελένη»

Με τον Ευριπίδη συντασσόμαστε, αλάθητα, ωστόσο, του Αλιθέρση τα μαντέματα δεν βγήκαν...