Σάββατο, 29 Απριλίου 2017

Το εσωτερικό κενό και ο υπερκορεσμός είναι αυτά που τους εξωθούν στην κοινωνικότητα

Από την άλλη πλευρά, αυτό που κάνει τους ανθρώπους κοινωνικούς δεν είναι παρά η ανικανότητα τους ν’ αντέξουν την μοναξιά τους και τον εαυτό τους όταν είναι μόνοι τους. Το εσωτερικό κενό και ο υπερκορεσμός είναι αυτά που τους εξωθούν στην κοινωνικότητα, καθώς επίσης σε ξένες χώρες και σε ταξίδια. Το πνεύμα τους στερείται της ελαστικότητας που απαιτείται για να δώσει το ίδιο κίνηση στον εαυτό του- για τον λόγο αυτό, χρειάζονται διαρκή διέγερση έξωθεν, μάλιστα την πλέον ισχυρή, την διέγερση δηλ. την προερχόμενη από όμοια μ’ αυτούς πλάσματα. Χωρίς αυτήν, το πνεύμα τους βυθίζεται υπό την πίεση του ιδίου βάρους και περιπίπτει σ’ έναν θλιπτικό λήθαργο. Θα μπορούσε επίσης να πει κανείς ότι ο καθένας απ’ αυτούς δεν είναι παρά ένα μικρό κλάσμα της ιδέας του ανθρώπου, ώστε χρειάζεται να συμπληρωθεί με την βοήθεια άλλων για να προκύψει ένα λίγο πολύ πλήρες ανθρώπινο συνειδέναι. Όποιος, αντίθετα, είναι ένας ολοκληρωμένος άνθρωπος, ένας άνθρωπος κατ’ εξοχήν, μία μονάδα και όχι ένα κλάσμα αρκείται, άρα, στον εαυτό του.

Υπ’ αυτή την έννοια, η ανθρώπινη κοινωνία μπορεί να παραβληθεί τις ρωσικές εκείνες ορχήστρες κόρνων στις οποίες το κάθε κόρνο παράγει έναν και μόνο φθόγγο, και το μουσικό αποτέλεσμα προκύπτει απλώς από τον ακριβή συγχρονισμό των εκτελεστών. Μονότονο όπως ένα τέτοιο μονοτονικό κόρνο είναι όντως το πνεύμα όλων σχεδόν των ανθρώπων˙ οι περισσότεροι έχουν μια τέτοια όψη σαν να έχουν διαρκώς μία και την αυτή σκέψη στο μυαλό τους, ανίκανοι να συλλάβουν μία άλλη. Από τούτο εξηγείται όχι μόνο γιατί είναι τόσο ανιαροί, άλλα και γιατί είναι τόσο κοινωνικοί ώστε ν’ αγαπούν να ζουν σε αγέλες: the gregariousness of mankind [το αγελαίο ποιόν της ανθρωπότητας]. Η μονοτονία του εαυτού τους είναι αυτό που είναι για τον καθέναν τους ανυπόφορο: omnis stulitia laborat fastidio sui [Σενέκας, Epist. 9] «κάθε ηλιθιότητα υποφέρει από υπερκορεσμό για τον εαυτό της» [πρβλ. Επιστολές στον Λουκίλιο]. Και μόνο μαζί όταν συναγελάζονται, αποκτούν μία κάποια οντότητα, όπως τα ρώσικα κόρνα.

Ο πνευματικά χαρισματικός άνθρωπος απεναντίας, είναι συγκρίσιμος μ’ έναν βιρτουόζο που εκτελεί το κοντσέρτο μόνος ή, επίσης, με το πιάνο: όπως τούτο είναι από μόνο του μία μικρή ορχήστρα, έτσι κι εκείνος ένας μικρόκοσμος˙ και την οντότητα που οι κοινοί άνθρωποι αποκτούν μόνον όταν συμπράττουν, αυτός την έχει στο ένα και ενιαίο συνειδέναι. Όπως το πιάνο, δεν αποτελεί μέρος της συμφωνικής ορχήστρας, άλλα είναι κατάλληλος μόνο για το σόλο μέρος και την μοναχικότητα˙ εάν δε πρόκειται να συμπράξει μαζί τους, τότε συμπράττει -όπως και το πιάνο- μόνον ως κύριο όργανο με συνοδεία ή, στην φωνητική μουσική, ως το όργανο που δίνει τον τόνο.

Arthur Schopenhauer, Εγχειρίδιο πρακτικής σοφίας