Δευτέρα, 3 Απριλίου 2017

Ο απογαλακτισμός των ενηλίκων

Έχει διαπιστωθεί από πολλούς ειδικούς στο χώρο της ψυχικής υγείας, ότι η ελληνική οικογένεια όχι μόνο δεν ενθαρρύνει αλλά πολύ συχνά αποτρέπει την ουσιαστική ενηλικίωση των παιδιών.

Με τον όρο «ενηλικίωση» κατά μια έννοια, εννοείται η έλευση εκείνου του χρονικού σημείου στη ζωή ενός ανθρώπου που θα είναι σε θέση να αναγνωρίζει την δική του πραγματική βούληση, να ενεργεί και να παίρνει αποφάσεις για τη ζωή του, την φυσική και ψυχική αυτονόμησή του με την απομάκρυνση από την πατρική εστία και την επιρροή των γονικών προσδοκιών κι εντολών. 

Με άλλα λόγια ενήλικας θα πρέπει να θεωρείται αυτός που συμβολικά «απογαλακτίστηκε» κι ενεργεί πλέον με συναισθηματική ωριμότητα κι αυτόνομη βούληση. Έχει κατακτήσει έναν σημαντικό βαθμό αυτογνωσίας και είναι σε θέση να αναγνωρίζει τα συναισθήματά του, να τα αποδέχεται και να τους επιτρέπει να τον καθοδηγούν στη λήψη αποφάσεων για τη ζωή του και στη διαχείριση των δυσκολιών.

Μπορεί να αναγνωρίζει επίσης τις πραγματικές επιθυμίες και ανάγκες του κι όχι αυτές που έχει εσωτερικεύσει από τους γονείς και το περιβάλλον του. Μπορεί επίσης να αναγνωρίζει τη διαφορετικότητα του άλλου αλλά και να αποδέχεται τις επιθυμίες και τα δικαιώματά του. Να είναι σε θέση να βάζει αλλά και να δέχεται τα όρια που προστατεύουν τον προσωπικό του χώρο.
Μόνο σε αυτή την θέση, το άτομο θα μπορεί να συνάπτει και να διατηρεί ισχυρούς συναισθηματικούς δεσμούς με τον/την σύντροφο αλλά και τα παιδιά του αργότερα. 
 
Δεν πρόκειται για μια εύκολη διαδικασία. Οι δυσκολίες είναι πολλές και οι περισσότερες δυστυχώς προέρχονται από την σχέση με τους σημαντικούς ανθρώπους στη ζωή δηλαδή με τους γονείς. Είναι παράδοξο να καταγράφονται αυτοί ως εμπόδιο μιας και είναι αυτοί που υποτίθεται ότι παρέχουν την αγάπη χωρίς όρους.
 
Ο ενήλικος/παιδί βρίσκεται φυλακισμένος κι όμηρος των γονιών ακόμη και μετά τον γάμο ή έστω την συγκατοίκηση με τον/την σύντροφό του. Οι γονείς του επιδιώκουν διαρκώς να αναμιγνύονται στις καθημερινές υποθέσεις του παιδιού τους και να έχουν τον πρώτο λόγο στη λήψη αποφάσεων.
  
Στις περισσότερες των περιπτώσεων στην ελληνική πραγματικότητα, οι γονείς βοηθούν οικονομικά τα παιδιά τους. Κάποιοι από αυτούς-οι πλέον χειριστικοί- κρατούν ως «άσσο στο μανίκι τους» κάποια περιουσιακά στοιχεία κι αρνούνται μέχρι τέλους να τα παραχωρήσουν στα παιδιά τους, εκβιάζοντας συναισθηματικά προκειμένου να τα έχουν υπό τον έλεγχο και την καθοδήγηση τους. Θεωρούν ότι πρέπει να ερωτηθούν και να εγκρίνουν κάθε δραστηριότητα κι απόφαση της οικογένειας του παιδιού τους. Από το που θα γίνει ο γάμος, η δεξίωση, το γαμήλιο ταξίδι, η γέννηση του εγγονιού, το σχολείο που θα πάει το εγγόνι κοκ. 
 
Ακόμη κι αυτή η επιλογή του/της συντρόφου είναι σχεδόν πάντα με ερωτηματικό. Αντιμετωπίζεται σαν ξένος-και γιατί όχι, εχθρός- που πρέπει πάντοτε να μένει έξω από τη λήψη αποφάσεων της πατρικής οικογένειας. 
 
Οι χειριστικοί γονείς, αντιμετωπίζουν το ενήλικο παντρεμένο/δεσμευμένο παιδί τους σαν πεντάχρονο νήπιο που έχει ανάγκη υποστήριξης και καθοδήγησης και είναι ανίκανο να διαχειριστεί τις δυσκολίες και τις προκλήσεις της ζωής του. Αρνούνται πεισματικά να αποδεχτούν τις επιλογές του με σοβαρές επιπτώσεις στην αυτοπεποίθηση κι αυτοεκτίμησή του. Η σκέψεις όπως «..γονιός μου είναι, με αγαπάει, τα λέει για το καλό μου..» δεν μπορεί να φύγει από το μυαλό. 
 
Η επιθυμία και η απαίτηση να συμμορφωθεί και ο/η σύντροφος με τις επιταγές των γονιών και η πίεση να τους αγαπήσει εξίσου, έρχεται γρήγορα. Κάθε αντίρρηση του/της συντρόφου αντιμετωπίζεται με εκλογικεύσεις όπως «..μα τι θέλεις να κάνω; Πώς να τους πω όχι. Αυτοί μας δίνουν χρήματα/σπίτι/δουλειά/βοήθεια με τα εγγόνια/είναι γέροι κι ανήμποροι/δε θα ζήσουν πολλά χρόνια».  
 
Ο/Η σύντροφος αρχίζει να φαντάζει σαν εχθρός που θέλει να διαλύσει αυτή την μοναδική σχέση και εγείρει συναισθήματα θυμού, απογοήτευσης και πικρίας. Ο ίδιος/α αισθάνεται αποκομμένος και παρίας. Κι ενώ άκουσε τα λόγια του ιερέα στην τελετή του γάμου «..ένεκεν τούτου καταλείψει άνθρωπος τον πατέρα αυτού και τη μητέρα, και προσκολληθήσεται προς την γυναίκα αυτού..», συνειδητοποιεί ότι ο/η σύντροφός του είχε κλείσει τα αυτιά την ώρα του μυστηρίου και παραμένει υπόλογος και δεσμευμένος με την πατρική του οικογένεια. Η απογοήτευση και η ματαίωση των προσδοκιών και από τους δύο είναι μοιραίο να φέρει τη ρήξη. 
 
Ο ενήλικας/παιδί θα μείνει πίσω διερωτώμενος τι έφταιξε κι ανίκανος να αντιληφθεί τη δική του ευθύνη. 
 
Για να καταφέρει λοιπόν το άτομο να αποκοπεί επιτυχώς από την επιρροή της πατρικής οικογένειας θα πρέπει να αντέξει καταρχάς τις ενοχές και τα συναισθηματικά διλήμματα που θα φέρουν οι επιλογές του.
 
Θα πρέπει να θέσει όρια στην παρέμβαση των γονιών του και να αναγνωρίσει τον εκάστοτε συναισθηματικό εκβιασμό. Ο φόβος της απόρριψης κι απομάκρυνσης από τους γονείς, επειδή παράκουσε τις εντολές τους θα πρέπει να αναγνωριστεί ως κομμάτι της παιδικής ηλικίας κι όχι της ενήλικης ζωής. 
 
Τα βήματα αυτά είναι δύσκολα κι επώδυνα και χρειάζεται να γίνουν με τη σωστή βοήθεια.