Κυριακή, 30 Απριλίου 2017

Για τους ανθρώπους που όταν μας έβαλαν στο τρένο, έφυγαν

Ξέρεις ακόμη θυμάμαι εκείνο το βράδυ. Με κατέβασες μέχρι το σταθμό, περίμενες μαζί μου το μετρό, μου είπες μερικές δικαιολογίες, έδειξες ακόμη και πως πονάς. Με παρακάλεσες να μη σου κρατήσω κακία.

Μετά ήρθε το τρένο. Με καληνύχτισες. Τα μάτια σου είχαν ένα συνδυασμό λύπης και λύπησης για εμένα. Για εμένα που πλήγωσες και το μόνο που σε ενδιέφερε ήταν να μη χρεωθείς εσύ αυτήν την απογοήτευση. Πόσο εύκολα ξεμπέρδεψες.

Μπήκα μέσα. Κάθισα σε μία θέση και γύρισα να σε κοιτάξω. Κι εσύ έφευγες. Το μόνο που είδα ήταν μια γυρισμένη πλάτη. Αυτό.

Μόλις το τρένο ξεκίνησε, άρχισα να κλαίω. Γιατί; Στην επόμενη ακριβώς στάση ήταν ένα ζευγάρι. Περίμεναν μαζί το τρένο. Φιλήθηκαν. Εκείνη επιβιβάστηκε και εκείνος την κοίταζε από την αποβάθρα. Μόλις εκείνη μπήκε μέσα, γύρισε να τον κοιτάξει. Εκείνος της χαμογέλασε και της έστειλε ένα φιλί. Αυτό ήταν που με αποτελείωσε.

Πόσες ιστορίες εξελίσσονται παράλληλα σε ένα τρένο. Εκείνη η κοπέλα ήταν ευτυχισμένη. Εγώ πάλι, που βρισκόμουν ακριβώς δίπλα της, ήμουν πέρα για πέρα δυστυχισμένo. Και ο λόγος; Απλός. Με έκανες να αισθανθώ ότι δεν άξιζα εγώ αυτήν την προσοχή. Εκείνη την στιγμή. Και δεν ήταν μόνο τότε. Όσες φορές έχουμε βρεθεί, εγώ έχω γυρίσει. Ενώ εσύ δε γύρισες ποτέ. Λες και δεν άξιζα αυτό το τελευταίο βλέμμα μετά το καληνύχτα. Και αυτό δε στο συγχωρώ. Το γεγονός ότι με έκανες να χάσω την εκτίμηση που είχα για τον εαυτό μου, μόνο και μόνο επειδή δεν ήμουν στα δικά σου μέτρα.

Δεν υπάρχει, λοιπόν πιο ξεκάθαρη εικόνα για τα αισθήματα ενός ανθρώπου από αυτή τη στιγμή. Αν μείνει να σε κοιτάζει μέχρι να απομακρυνθεί το τρένο, τότε μαζί με εσένα απομακρύνεται κι ένα κομμάτι του που σου έχει χαρίσει. Αλλιώς, λυπάμαι που το διαπιστώνω αλλά δεν υπάρχει για εσένα άλλος σταθμός με αυτό το τρένο.