Τετάρτη, 19 Απριλίου 2017

Η αναρχία του έρωτα

Αναρχία: η ανυπαρξία αρχής, η αταξία, το χάος.
Θα ταίριαζε να ήταν αυτή η ετυμολογία του έρωτα, αν και εκ πρώτης όψεως, ίσως ν’ ακούγεται κάπως ακραίο, όμως ο έρωτας, περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο, είναι ταυτόσημος με το πρωταρχικό χάος και την απόλυτη έλλειψη αρχής.  Οποιαδήποτε άλλη δύναμη που κυριαρχεί στη ζωή των ανθρώπων, φαίνεται να υπάγεται σε κάποιους κανόνες που μοιάζουν απαράβατοι, αν όχι νομοτελειακοί, όπως η γέννηση ή ακόμη κι ο ίδιος ο θάνατος.
 
Όλα δείχνουν να υπακούουν σε κάποια αρχή, εκτός από τον αυθεντικό έρωτα.
Θα μπορούσε ακόμη να τολμήσει κανείς να διακρίνει, ένα μόνον κανόνα που διέπει αυτήν την αρχαία δύναμη, τον έρωτα, και που θα αναιρούσε πιθανώς την ταύτισή του με την απόλυτη αναρχία:
σε κάθε ερωτική σχέση που δημιουργείται μεταξύ δύο ανθρώπινων όντων, είναι σχεδόν πάντοτε παρούσα η σκιά του πόθου της κατάκτησης.
 
Και δεν υπονοώ την επιθυμία της απόκτησης του ερωτικού αντικειμένου.
Μιλώ ξεκάθαρα για την παράλογη επιθυμία της απόλυτης υποταγής του, την κάμψη της θέλησής του εάν αυτό είναι δυνατόν και την τυφλή υπακοή του στη βούληση μας.
Αυτή αρχικά, ακούγεται ως μια τολμηρή και άγρια θέση, την οποία οι περισσότεροι από εμάς θα την αποστρεφόμασταν μετά βδελυγμίας εάν μας καταλογιζόταν ως πρόθεση έστω, πόσο μάλλον ως διακαής πόθος κι ενδόμυχος, απώτερος σκοπός.
Όμως, η αλήθεια είναι άλλη κι ας φαντάζει εξαρχής αδιανόητη κι ασύμβατη με την υποτιθέμενη φύση του ίδιου του έρωτα. 
 
Διότι οι άνθρωποι όταν ερωτεύονται,  στην ουσία επιθυμούν ενδόμυχα να κατακτήσουν ολοκληρωτικά, ακόμη και να υποτάξουν το αντικείμενο του πόθου τους στη θέλησή τους, είτε για να αποφύγουν την πιθανή απώλειά του ενδιαφέροντός του για τους εαυτούς τους στο εγγύς μέλλον ή και για άλλους, πολυπλοκότερους λόγους, που κυρίως περιστρέφονται γύρω από τον πυρίμαχο εγωισμό τους.
Ο έρωτας όμως, ακόμη και αν φορά το προσωπείο της ευγένειας, της χάρης και της γοητείας -και το φορά οπωσδήποτε στην αρχή για να καταφέρει να διεκδικήσει και να σαγηνεύσει- εξελίσσεται αργά ή γρήγορα σε μία δίχως έλεος μάχη, όπου ο άλλος πρέπει να κατακτηθεί με κάθε τρόπο κι όταν πλέον αυτό έχει επιτευχθεί, τότε όχι μόνον δεν επαναπαύεται, αλλά αντίθετα, είναι μόλις τότε που αρχίζει η πραγματική νοητική παρτίδα ανάμεσα στους εραστές για την τελική επικράτηση του ενός από τους δύο πάνω στον άλλον.
Κάθε λέξη, κάθε κίνηση του ερωτικού αντικειμένου έχει βαρύτατη σημασία, όλα μεγενθύνονται στο έπακρο κι όλα αποκτούν σχεδόν τραγική χροιά και αναπόφευκτα, δημιουργούνται εντάσεις και απρόβλεπτες καταστάσεις ανάμεσα στους εραστές, χωρίς όρια. 
Εάν συμβεί να είναι κανείς ένας απλός παρατηρητής μιας τέτοιας έντονης ερωτικής ιστορίας σε εξέλιξη -και όλοι έχουμε υπάρξει ως θεατές των ερώτων των φίλων μας- θα μπορούσε πιθανόν να δώσει αβίαστα την πρέπουσα λύση με μια απλή κίνησή του ή έστω διαμέσου της λογικής σκέψης και της σύνεσης,  στις όποιες διαμάχες των δύο εραστών που παρατηρεί.
Όμως ο έρωτας, σε καμία περίπτωση δε χαρακτηρίζεται ούτε από λογική, ούτε από σύνεση, αλλά ακριβώς από τα αντίθετά τους κι ούτε είναι φιλεύσπλαχνος ή μεγαλόθυμος.
 
Αντίθετα, είναι συντριπτικός, όπως άλλωστε οφείλει να είναι κάθε εξελικτική διαδικασία που αφορά στην ανθρώπινη ύπαρξη, πόσο μάλλον αυτός, που είναι η πρωταρχική δύναμη που όλα τα καθορίζει και όλα τα ορίζει στις ζωές μας.
Ακόμη κι αν κάποιος από μας, καλόπιστα αρνηθεί ότι υποκινείται από τέτοιες προθέσεις και ισχυριστεί ότι δεν επιθυμεί τίποτε περισσότερο παρά μόνον το καλό του συντρόφου του, θα έπρεπε ακούγοντάς τον, μάλλον να δυσπιστήσουμε.
 
Πως θα μπορούσε άλλωστε να παραμεριστεί το βαθιά θεμελιωμένο εγώ μας για χάρη κάποιου άλλου, ιδιαίτερα όταν αυτός ο άλλος μας προκαλεί συναισθήματα τόσο μεγάλης έντασης κι έκτασης.
Εκτός εάν, αυτός που ισχυρίζεται πως δεν επιθυμεί την κατάκτηση του εραστή ή της ερωμένης του, είναι ένα ον ιδιαίτερα φωτισμένο, που η μοναδική του επιδίωξη είναι πράγματι να ενωθεί με το άλλο του μισό.
 
Σπανιότατα, μπορεί να υπάρξει ανάμεσα στους εραστές κι αυτή η ευτυχισμένη, ιδανική κατάσταση, όπου εκλείπει εντελώς από τον έρωτα η ανταγωνιστικότητα και ο πόθος για την επικράτηση του εγώ, αρκεί βέβαια, αυτές οι αγαθές προθέσεις να είναι αμοιβαίες.
 
Ωστόσο, ναι, παρά τη σπανιότητά του, αυτός ο ξεκάθαρος έρωτας, πράγματι υφίσταται. 
Αυτή η εξαίρεση όμως, είναι που περισσότερο από κάθε τι άλλο ενισχύει την πεποίθηση ότι ο έρωτας είναι απόλυτα άναρχος: γιατί κάθε φορά που προσέρχεται κάποιος από μας σε αυτόν, ελπίζοντας επιτέλους σε μια ιδανική κι “αναίμακτη” ένωση, ο έρωτας συνεχίζει να παραμένει πεισματικά απρόβλεπτος, παίζοντας μαζί μας ένα παιχνίδι χωρίς κανόνες, στο οποίο κανείς από μας δεν είναι σε θέση να γνωρίζει εκ των προτέρων την έκβασή του, όμως ούτε και μπορεί κανείς μας να αποφύγει την εμπλοκή του σε αυτό.
Μπορούμε μόνον, να ελπίζουμε και να ευχόμαστε κάθε φορά, να έχουμε την τύχη με το μέρος μας.
 
Κι αυτή ακριβώς η ελπίδα, ήταν και θα είναι η κινητήριος δύναμη των πάντων.