Κυριακή, 16 Απριλίου 2017

ΝΑΪΤΕΣ ΙΠΠΟΤΕΣ (ΜΕΡΟΣ Β')

ΟΙ ΦΤΩΧΟΙ ΙΠΠΟΤΕΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

Η ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ

Τυπικό - Κανόνας και Εμφάνιση

H ιδέα ότι η λειτουργία ενός μοναστικού τάγματος θα πρέπει να βασίζεται σε συγκεκριμένες αρχές και κανόνες, που θα είναι σαφώς διατυπωμένοι και ιεραρχημένοι, είναι παλιά όσο και τα ίδια τα μοναστικά τάγματα. Το Τάγμα του Ναού του Σολομώντα, με όλες τις ιδιαιτερότητές του, ήταν ένα μοναστικό τάγμα και ως εκ τούτου χρειαζόταν εξαρχής συγκεκριμένο Κανόνα λειτουργίας. Στην πραγματικότητα, τα πρώτα, ''ανεπίσημα'' χρόνια του -πριν δηλαδή από τη σύνοδο του Τρουά- κατά πάσα πιθανότητα δεν είχε Κανόνα ή βασιζόταν σε μία σειρά από αρχές, που είχαν διατυπωθεί από τα πρώτα μέλη του. Βεβαίως, το γεγονός ότι ουδείς εξ αυτών των πιονέρων του τάγματος είχε πρότερη μοναστική εμπειρία ή πλήρη εκκλησιαστική εκπαίδευση υποδεικνύει ότι κατά πάσα πιθανότητα η αρχική σύνθεση του Κανόνα ήταν μάλλον χαλαρή και ίσως ούτε καν δεσμευτική...

Υπάρχουν βέβαια ορισμένα στοιχειώδη σημεία τα οποία ήταν παρόντα εξαρχής και αποτελούσαν βασική προϋπόθεση συμμετοχής στο τάγμα: οι όρκοι πενίας και αγνότητας. Όμως ενόψει της συνόδου του Τρουά, όπου οι Ναΐτες θα έπρεπε να πετύχουν την αναγνώρισή τους από ένα σώμα λεγάτων του Πάπα και ιερωμένων των υψηλότερων βαθμίδων, ένας πραγματικός Κανόνας ήταν απαραίτητος. H σύνοδος θα έδινε στον ποντίφικα το ''πράσινο φως'' ώστε στη συνέχεια οι Ναΐτες να αποσπάσουν την παπική Βούλα που θα τους καθιστούσε και επίσημα μοναστικό τάγμα της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας. Για το λόγο αυτό οι Ναΐτες χρειάστηκε να δημιουργήσουν έναν Κανόνα. Βεβαίως, οι Ναΐτες δεν ήταν διανοούμενοι.

Ενδεχομένως μεταξύ τους δεν βρισκόταν ούτε ένας εγγράμματος, καθώς τα ποσοστά αναλφαβητισμού μεταξύ των ιπποτών ήταν έως και 90% εκείνη την εποχή. Μόνο όσοι ευγενείς ήταν προορισμένοι για εκκλησιαστική καριέρα ελάμβαναν πλήρη μόρφωση και από τους υπόλοιπους η συντριπτική πλειονότητα δεν γνώριζαν καν να γράφουν και να διαβάζουν. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι αρχές του Κανόνα διατυπώθηκαν προφορικά από τον Ούγο ντε Παγιέν μπροστά στην εκλεκτή ομήγυρη της Τρουά. H καταγραφή αυτών των αρχών από τους γραμματείς της συνόδου εφοδίασε τον πρόσφατα ανεπίσημα χρισμένο πατρόνα του τάγματος, τον σπουδαίο θεολόγο Βερνάρδο του Κλερβώ, μετέπειτα Αγιο της Καθολικής Εκκλησίας, με την πρώτη ύλη για να δημιουργήσει τον Κανόνα του Τάγματος.

O Βερνάρδος είχε ο ίδιος αναμορφώσει τον Κανόνα των Κιστερκιανών μοναχών, ο οποίος με τη σειρά του ήταν μία αναμορφωμένη εκδοχή των μοναστικών κανόνων του Αγίου Βενεδίκτου. Αλλωστε και οι Κιστερκιανοί, οι ''Λευκοί Μοναχοί'' του Μεσαίωνα, ήταν αναμορφωμένοι Βενεδικτίνοι. Ως αποτέλεσμα, οι περισσότεροι μελετητές συμφωνούν ότι ο Κανόνας των Ναϊτών είχε λίγο ή πολύ ως πρότυπο τον Κανόνα του Αγίου Βενέδικτου, όπως προσαρμόστηκε από τους Κιστερκιανούς. Στη συνέχεια θα δούμε μερικά χαρακτηριστικά αποσπάσματα από τον ''Πρωτόγονο Κανόνα'' του Τάγματος, όπως αποτυπώθηκαν στο αρχικό λατινικό κείμενο που διατυπώθηκε από τον Βερνάρδο του Κλερβώ.

Να σημειώσουμε ότι ο Κανόνας αυτός δεν είναι εκείνος που ακολούθησαν τα μεταγενέστερα χρόνια και ιδιαίτερα μετά το 1160 οι Ναΐτες. Λίγα χρόνια μετά ακολούθησε η μετάφρασή του στα Γαλλικά, που ήδη περιείχε αρκετές μικρές αλλά σημαντικές διαφοροποιήσεις σε σχέση με το Λατινικό πρωτότυπο. Με την πάροδο των ετών ο Κανόνας άλλαξε σημαντικά, απέκτησε πολλές σημαντικές προσθήκες και διαφοροποιήθηκε σε σχέση με τον ''πρωτόγονο''. Ως πηγή μας χρησιμοποιήσαμε την Αγγλική μετάφραση του Κανόνα όπως εμφανίζεται στο βιβλίο της Judith Upton-Wards ''The Rule of the Templars''.

- Άνοιγμα του Κανόνα - Παραινέσεις προς τους Υποψήφιους Ταγματικούς:

''Απευθυνόμαστε πρωταρχικά σε όλους όσοι μυστικά περιφρονούν την ίδια τους τη θέληση και επιθυμούν με αγνή καρδιά να υπηρετήσουν ως ιππότες τον κυρίαρχο βασιλιά και με επιμελή φροντίδα επιθυμούν να φορέσουν -μόνιμα- την εξαιρετικά ευγενή πανοπλία της υπακοής. Και προς τούτου παραινούμε εσάς, που μέχρι τώρα ζούσατε τη ζωή των κοσμικών ιπποτών, στην οποία ο Ιησούς Χριστός δεν ήταν ο σκοπός, αλλά την ενστερνιστήκατε μόνο για την ανθρώπινη χάρη, να ακολουθήσετε εκείνους που ο Θεός επέλεξε από τη μάζα της απωλείας και τους οποίους διέταξε μέσα από την ελεήμονα ευσπλαχνία Του να υπερασπιστούν την Αγία Εκκλησία, (σας παραινούμε) να βιαστείτε να προσχωρήσετε σε αυτούς για πάντα''.

Είναι ξεκάθαρο ότι εδώ τίθενται οι βάσεις -μέσω της αντιδιαστολής της αποστολής του κοσμικού ιππότη και του ''Ιππότη του Χριστού'' -για τη φυσιογνωμία του τάγματος. Αυτή η παράγραφος δεν αποτελεί μέρος του κυρίως σώματος του Κανόνα, ωστόσο έχει τη σημασία της και γι' αυτό τη συμπεριλάβαμε. Στη συνέχεια του Λατινικού κειμένου που αποτελεί τον ''Πρωτόγονο Κανόνα'', γίνεται μία συνοπτική περιγραφή της συνόδου του Τρουά, με τα ονόματα των συμμετεχόντων και κάποια διαδικαστικά στοιχεία, ενώ μόλις ολοκληρώνεται αυτό το μέρος ξεκινάει το κυρίως σώμα του Κανόνα των Ναϊτών

- Ποιοι (και πώς) Μπορούν να Ενδυθούν το Σχήμα του Τάγματος:

''Αν οποιοσδήποτε κοσμικός ιππότης ή και όποιος άλλος άνδρας επιθυμεί να εγκαταλείψει τη μάζα της απωλείας και την κοσμική ζωή και επιλέξει τον κοινοβιακό βίο σας, μη διστάσετε να τον δεχτείτε άμεσα. Όπως λέει ο Άγιος Παύλος: Probate spiritus si ex Deo sunt, που σημαίνει ''δοκιμάστε την ψυχή για να δείτε αν προέρχεται από το Θεό''. Αν επιλεγεί να του δοθεί η συντροφιά των αδελφών, διαβάστε του τον Κανόνα και αν επιμελώς επιθυμεί να υπακούσει σε αυτόν και αν ο μάγιστρος και οι αδελφοί επιθυμούν να τον δεχθούν, αφήστε τον να αποκαλύψει την επιθυμία και τον πόθο του μπροστά σε όλους τους αδελφούς που θα είναι συγκεντρωμένοι και να προχωρήσει στο αίτημά του με αγνή καρδιά''.

Εδώ αφήνεται στη διακριτική ευχέρεια του μάγιστρου και των αδελφών να επιλέγουν ποιοι θα μπαίνουν στο τάγμα και καθορίζεται πώς θα γίνεται η εισδοχή του νέου ιππότη. Αργότερα οι Ναΐτες θα παγιοποιήσουν τη διαδικασία εισδοχής, που μέχρι ένα χρονικό σημείο φαίνεται ότι αφηνόταν στη διακριτική ευχέρεια του ''οικοδεσπότη''. Από τις αρχές του 13ου αιώνα υπήρχαν διαθέσιμα και αντίτυπα της εγκεκριμένης τελετής υποδοχής.


- Περί των Αφορισμένων Ιπποτών:

''Όπου συγκεντρώνονται αφορισμένοι ιππότες, εκεί εντέλλεστε να πάτε. Εντέλλεστε να τον δεχτείτε (κάποιον αφορισμένο ιππότη) υπό τον όρο να παρουσιαστεί μπροστά στον επίσκοπο αυτής της περιοχής και να του γνωρίσει το σκοπό του. Αφού ο επίσκοπος τον ακούσει και τον απαλλάξει, θα πρέπει να τον στείλει πίσω στον μάγιστρο και στους αδελφούς του Ναού. Αν η ζωή του είναι αντάξια της συντροφιάς τους, αν φαίνεται καλός στο μάγιστρο και στους αδελφούς, ας γίνει ευσπλαχνικά δεκτός και εάν στο μεταξύ έχει πεθάνει, διά της αγωνίας και τους μαρτυρίου που υπέφερε, ας του δοθούν όλα τα προνόμια της αδελφότητας που είναι πρέποντα για έναν από τους Πένητες Ιππότες του Ναού''.

Το παραπάνω χωρίο ίσως να αποτελεί μεταγενέστερη προσθήκη, δηλαδή να προστέθηκε στη Γαλλική μετάφραση του Κανόνα που εμφανίστηκε μερικά χρόνια μετά τη Λατινική εκδοχή του, που ήταν και η αυθεντική που υπαγόρευσε ο Βερνάρδος. Αυτό συνάγεται βάσει των όσων ακολουθούν:

''Υπό ουδεμία περίσταση δεν πρέπει οι Αδελφοί του Ναού να συναναστρέφονται έναν προφανώς αφορισμένο (η προσθήκη του ''προφανώς'' μάλλον υπονομεύει το απόλυτο της απαγόρευσης) ούτε να πάρουν τα πράγματά του (εννοεί την αποδοχή δωρεών)''. Δηλαδή, αντίθετα με τα περί ''συναναστροφής με αφορισμένους''.

Εδώ οι Ναΐτες αποθαρρύνονται όχι μόνο από το να δέχονται ιππότες που έχουν εκπέσει της Θείας Χάρης, αλλά και να συναναστρέφονται με αυτούς.

- Πώς θα Πρέπει να Ντύνονται οι Αδελφοί Ιππότες:

''Δίδομε εντολή όλα τα ενδύματα των αδελφών να είναι πάντα ενός χρώματος, είτε λευκό, είτε μαύρο, είτε καφέ. Χορηγούμε σε όλους τους αδελφούς ιππότες, το χειμώνα και το καλοκαίρι ει δυνατόν, λευκούς μανδύες. Ουδείς που δεν ανήκει στους προαναφερθέντες Ιππότες του Χριστού επιτρέπεται να έχει λευκό μανδύα, έτσι ώστε εκείνοι που εγκατέλειψαν τη ζωή μέσα στο σκοτάδι να αναγνωρίζουν αλλήλους ως ευεργετηθέντες από το δημιουργό τους από τα λευκά ενδύματα, τα οποία σηματοδοτούν καθαρότητα και αγνότητα. H αγνότητα είναι η βεβαιότητα της καρδιάς και η υγεία του σώματος. Γιατί αν κάποιος αδελφός δεν πάρει τον όρκο της αγνότητας, δεν μπορεί να επιτύχει την αιώνια ανάπαυση ούτε να δει το Θεό, σύμφωνα με την υπόσχεση του αποστόλου: ''Pacem sectamini cum omnibus et castimoniam sine qua nemo Deum videbit'' (αγωνιστείτε για να φέρετε ειρήνη σε όλους, κρατηθείτε αγνοί διότι δίχως αυτό ουδείς μπορεί να δει το Θεό)''.

Εδώ γίνεται αναφορά στους όρκους αγνότητας των Ναϊτών, ένα από τα σημεία του Κανόνα που -σύμφωνα με ''ανεπίσημες'' πηγές- ήταν ιδιαίτερα δύσκολο στην πιστή τήρησή του. Προσέξτε την αναφορά στα ενδύματα των Ναϊτών και στη σημειολογία των χρωμάτων. H υιοθέτηση του κόκκινου σταυρού είναι μεταγενέστερη, γι' αυτό δεν αναφέρεται εδώ.

- Κρεατοφάγοι Μοναχοί:

Σε πολλά σημεία του Κανόνα γίνεται ξεκάθαρη η διαφοροποίηση των Ναϊτών από τους άλλους μοναχούς, λόγω της ιδιαίτερης φύσης των καθηκόντων τους (ως στρατιώτες του Χριστού). Μεταξύ αυτών είναι και εκείνα που τους δίδουν το δικαίωμα να τρώνε κρέας τρεις φορές τη βδομάδα, κάτι ανήκουστο για μοναστικό τάγμα. H αιτιολογία είναι ότι θα πρέπει οι αδελφοί να είναι ανά πάσα στιγμή έτοιμοι για να υπεραμυνθούν την πίστη του Χριστού με τα όπλα, ωστόσο η εξαίρεση δεν αφορά μόνο στους αδελφούς που υπηρετούν στα κάστρα της Ουτρεμέρ, αλλά και εκείνους που συλλέγουν φόρους ή κάνουν τραπεζικές εργασίες στις επαρχίες της Γαλλίας ή της Ιταλίας ή της Σκωτίας.

Επίσης, στον Κανόνα υπάρχει ακόμη και μνεία για τη χορήγηση κρασιού στους αδελφούς, κατά τη διακριτική ευχέρεια του μάγιστρου. Δεν αποτελεί μυστικό ότι οι Ναΐτες ήταν ιδιαίτερα δυνατοί πότες -άλλωστε στη Γαλλία ακόμη και σήμερα υπάρχει σε (περιορισμένη, πλέον) χρήση η έκφραση ''πίνει σαν Ναΐτης'', κάτι που υπονοεί ότι οι Ιππότες του Ναού κάθε άλλο παρά τυπικοί μοναχοί ήταν.

- Ζώντας στο Κοινόβιο του Ναού:

Στο άρθρο 34 αναφέρονται τα περί της κοινοβιακής ζωής: Στις Αγίες Γραφές διαβάζουμε: Dividebatur singulis prout cuique opus era, δηλαδή, στον καθένα σύμφωνα με τις ανάγκες του. Γι' αυτό λέμε ότι ουδείς από εσάς δεν πρέπει να εξυψώνεται σε σχέση με τους άλλους και όλοι πρέπει να φροντίζουν τους ασθενείς. Και απαγορεύουμε σε οποιονδήποτε να πραγματοποιεί υπερβολική νηστεία, αλλά θα πρέπει να τηρεί πιστά τον κοινοβιακό βίο. H απόλυτη υπακοή στα κελεύσματα εκείνων των αδελφών που αναλάμβαναν τα ύπατα αξιώματα του τάγματος, ειδικότερα αυτό του Μεγάλου Μάγιστρου, εθεωρείτο ''εκ των ων ουκ άνευ'' για έναν αδελφό. Τα σχετικά χωρία του Κανόνα είναι απόλυτα και κατηγορηματικά:

''Για να διεκπεραιώνουν τα ιερά καθήκοντά τους, να αποκτήσουν τη χάρη του Κυρίου μας και για να αποφύγουν το φόβο της Κολάσεως, όλοι οι αδελφοί θα πρέπει να υπακούουν αυστηρά τον μάγιστρό τους. Τίποτε δεν είναι προσφιλέστερο στον Ιησού από την υπακοή. Τη στιγμή που ο μάγιστρος ή εκείνος στον οποίο ο μάγιστρος έδωσε τη δικαιοδοσία, δώσει μία εντολή, αυτή θα πρέπει να εκτελείται χωρίς καθυστέρηση, όπως εάν ο Ιησούς Χριστός ο ίδιος να έδωσε την εντολή''.

H αυστηρότητα της ιεραρχίας και ο απαραίτητος σεβασμός της ιδιαιτερότητας του τάγματος -που προσδιορίζεται και μέσα από το σαφή διαχωρισμό από τους ''λαϊκούς''- υπαγορεύονται και από μία σειρά άλλα χωρία, τα οποία καθορίζουν ακόμη και τις (ελάχιστες και υπό όρους) περιστάσεις υπό τις οποίες ένας αδελφός επιτρέπεται να εγκαταλείψει τα ενδιαιτήματα του ναού. Είδαμε πόσο σημαντική είναι για τους Ιππότες του Ναού η απουσία ιδιωτικής ζωής κάποιου αδελφού στο πλαίσιο του τάγματος.

O Κανόνας περιέχει αυστηρές συστάσεις για τους αδελφούς να μην έχουν στην κατοχή τους κάποιο πορτοφόλι ή σακίδιο ή οτιδήποτε άλλο θα μπορούσε να φιλοξενήσει προσωπικά αγαθά. Ακόμη και η επικοινωνία με τον έξω κόσμο, μέσω αλληλογραφίας, υπόκειτο στη διακριτική ευχέρεια του μάγιστρου. Μόνο κατόπιν αδείας του επιτρεπόταν ένας αδελφός να λάβει γράμμα από εξωταγματικούς.


- Έγκλημα και Τιμωρία:

H τιμωρία του Ναΐτη για σοβαρά παραπτώματα ήταν η αποπομπή του από τον οίκο, δηλαδή από το Τάγμα. Είδαμε ήδη αναλυτικά τα ''αμαρτήματα'' που τιμωρούνταν με την ποινή αυτή. Γενικά η αυστηρότητα στην αντιμετώπιση παραπτωμάτων εντός του τάγματος θεωρούνταν δεδομένη, τουλάχιστον βάσει των προσταγμάτων του Κανόνα. O αδελφός ο οποίος, ''δυνατός ή αδύναμος, επιθυμεί να ξεχωρίσει και γινόμενος υπερήφανος να υπερασπιστεί τα κρίματά του'' δεν θα πρέπει να παραμείνει ατιμώρητος, ενώ αν η αλαζονεία του ξεπεράσει τα όρια ''ας ξεριζωθεί από το ευσεβές ποίμνιο, κατά τον απόστολο που λέει ''auferte malum ex vobis'', δηλαδή ''απομακρύνετε τους κακούς ανάμεσά σας''.

Είναι απαραίτητο να απομακρύνετε τα κακά πρόβατα από τη συντροφιά των πιστών αδελφών''. O Κανόνας προέβλεπε επίσης τη χορήγηση αλόγων και υπηρετών (ακολούθων, πιο σωστά, squires) στους αδελφούς ιππότες. Έτσι, ο αδελφός μπορούσε να κατέχει έως και τρία άλογα, όχι περισσότερα, ενώ έπρεπε να δέχεται τις υπηρεσίες ενός ακολούθου. Στην πράξη όμως αυτός ο Κανόνας, όπως και πολλοί άλλοι, πολύ λίγο εφαρμόστηκε και οι αδελφοί είχαν περισσότερους ακολούθους και συχνά περισσότερα άλογα. Πάντως, τουλάχιστον για τα περισσότερα χρόνια της ύπαρξης του Τάγματος του Ναού, ένας άλλος Κανόνας που διέταζε τους αδελφούς να μη διακοσμούν την ιπποσκευή τους τηρήθηκε πιστότερα.

Αυτό ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με τα κρατούντα της εποχής, όπου οι ιππότες συναγωνίζονταν ο ένας τον άλλο όχι μόνο στην επιδεξιότητα στο χειρισμό των φονικών όπλων της εποχής στο πεδίο της μάχης ή της τιμής, αλλά και στην περίτεχνη και ακριβή διακόσμηση της ιπποσκευής και των ενδυμάτων, ακόμη και των όπλων τους. Έτσι πολύ συχνά βρίσκουμε μεταξύ των κοσμικών ιπποτών σπαθιά με περίτεχνες διακοσμήσεις σκαλισμένες στη λαβή, χρυσές λεπτομέρειες, κράνη με περίτεχνα λοφία από φτερά σπάνιων πουλιών, ζώνες με διακόσμηση από πολύτιμα μέταλλα ή και λίθους, ενώ εξαιρετικά συνηθισμένη είναι και η διακόσμηση της ιπποσκευής με ιδιαίτερα φανταχτερό τρόπο.

- Οικονομική Δραστηριότητα των Ταγματικών:

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το άρθρο 57, όπου δίδεται το πλαίσιο της λειτουργίας των ιπποτών-μοναχών καθώς και ορισμένα από τα δικαιώματα που είχαν να κάνουν με την απόκτηση εκμεταλλεύσεων από το τάγμα:

''Αυτή η ένοπλη συντροφιά των ιπποτών μπορεί να σκοτώσει τους εχθρούς του Σταυρού χωρίς να αμαρτήσει. Για το λόγο αυτόν σας δίδουμε το δικαίωμα να αποκαλείστε ''Ιππότες του Ναού'', με τη διπλή αναγνώριση και ομορφιά της ακεραιότητας και (για το λόγο αυτό) μπορείτε να έχετε εκτάσεις και δούλους (η λέξη που χρησιμοποιείται είναι το villeins, εκ του οποίου προέρχεται το villeinage, που σημαίνει δουλεία, ενδεχομένως εννοεί δουλοπάροικους), και κτήματα, και να τα κυβερνάτε με δικαιοσύνη, και να εξασκείτε το δικαίωμά σας επ' αυτών, όπως συγκεκριμένα έχει καθοριστεί''.

Εδώ βεβαίως γίνεται και η περίφημη εξαίρεση των ιπποτών του τάγματος από τον απαράβατο κανόνα της Καθολικής Εκκλησίας, σύμφωνα με τον οποίο ουδείς ενδεδυμένος το σχήμα έχει το δικαίωμα να αφαιρέσει ζωή. O Ναϊτης είχε όχι μόνο το δικαίωμα, αλλά και την υποχρέωση να σκοτώνει τους εχθρούς της πίστης και του Σταυρού, χωρίς αυτό να θεωρείται αμαρτία. Το ''όπως έχει καθοριστεί'' αναφέρεται στο φεουδαρχικό δίκαιο, βάσει του οποίου οι υποτελείς είχαν συγκεκριμένες υποχρεώσεις έναντι του φεουδάρχη. Όχι μόνο μπορούσαν οι ιππότες-μοναχοί να έχουν εκτάσεις και δουλοπάροικους, αλλά είχαν και το δικαίωμα στη συλλογή φόρου, όπως καθορίζει το επόμενο χωρίο:

''Εσείς που έχετε απαρνηθεί τα ευχάριστα πλούτη του κόσμου τούτου, πιστεύουμε ότι έχετε ηθελημένα περιπέσει σε πενία. Για το λόγο αυτό αποφασίζουμε ότι εσείς που διάγετε τον κοινοβιακό βίο έχετε το δικαίωμα της συλλογής φόρων. Αν ο επίσκοπος του τόπου στον οποίο καταβάλλεται ο φόρος επιθυμεί να σας τα δώσει από φιλανθρωπία, με τη σύμφωνη γνώμη της Συνόδου, μπορεί να σας δώσει τους φόρους που έχει συλλέξει η Εκκλησία''.

Δεν περιορίζεται το τάγμα στον προσπορισμό των φόρων που συνέλεξε η Εκκλησία, αλλά μπορεί και απευθείας να συλλέγει φόρο από τους κατόχους εκκλησιαστικής περιουσίας, κάτι το οποίο αφήνεται στη διακριτική ευχέρεια του ίδιου του υποκείμενου σε φόρο (αν επιθυμεί να δώσει το φόρο στο τάγμα, αντί στην τοπική Εκκλησία). O Κανόνας περιέχει έναν μεγάλο αριθμό από απαγορεύσεις. Ενδεικτικά αναφέρουμε την απαγόρευση για τους σεργέντους και ακόλουθους να φορούν τους λευκούς μανδύες των αδελφών ιπποτών, την απαγόρευση της εισδοχής γυναικών στο τάγμα, την απαγόρευση των σεξουαλικών σχέσεων, την απαγόρευση για τους αδελφούς να γίνονται ανάδοχοι και άλλα.

Ένα πολύ σημαντικό στοιχείο που υπάρχει στον Κανόνα του Ναού είναι ότι το σύνολο των κανονισμών και απαγορεύσεων που αναφέρθηκαν μέχρι τώρα εναπόκειται στην κρίση του μάγιστρου, που κατά το δοκούν έχει τη δυνατότητα να απαιτήσει διαφορετικές υποχρεώσεις κατά περίσταση. Αυτά είναι τα κύρια σημεία του Κανόνα, βάσει του οποίου διήγαν το βίο τους οι λευκοντυμένοι ''Ιππότες του Ναού''.

Οπλισμός και Εμφάνιση

Ως ένα στρατιωτικό τάγμα, οι Ναΐτες φρόντιζαν με ιδιαίτερη προσοχή το ζήτημα του οπλισμού τους, καθώς και των υπόλοιπων μέσων που θα τους εξασφάλιζαν την επιβίωση στο πεδίο της μάχης. Το τάγμα προμηθευόταν τις πανοπλίες και τα όπλα και στη συνέχεια τα μοίραζε στους ιππότες και στους υπόλοιπους μάχιμους. Αυτή η πρακτική, σε μία εποχή που κάθε πολεμιστής ή ο άμεσος επικυρίαρχός του ήταν υπεύθυνος για την προμήθεια και συντήρηση του δικού του οπλισμού, αύξανε σημαντικά τη δύναμη του τάγματος στο πεδίο της μάχης. Αυτό γινόταν δυνατό με την ομοιομορφία του οπλισμού, την εξασφάλιση της καλύτερης δυνατής ποιότητας και τη βεβαιότητα ότι όλοι οι μάχιμοι του τάγματος ήταν επαρκώς εξοπλισμένοι και εφοδιασμένοι.

Οι Ναΐτες ήταν τυπικοί σιδερόφρακτοι ιππότες. Προτιμούσαν να μάχονται έφιπποι, ωστόσο ήταν επαρκώς εκπαιδευμένοι και για αγώνα πεζή και συχνά διέπρεψαν ακόμη και χωρίς τα άλογά τους. Έφεραν την τυπική εξάρτηση ενός βαρέος ιππέα ανώτερης κοινωνικής τάξης της εποχής που εξετάζουμε. Κατά τον 12ο αιώνα αυτή η εξάρτυση αποτελείτο από διάφορα στοιχεία. Το κύριο εξάρτημα της πανοπλίας ήταν ένας αλυσιδωτός θώρακας τύπου hauberk, που κάλυπτε τον ιππότη από το κεφάλι μέχρι και το ύψος περίπου των μηρών. O θώρακας ήταν ειδικά φτιαγμένος για να χρησιμοποιείται από έφιππους. Επίσης, διέθετε -αλυσιδωτή και αυτή- κουκούλα για το κεφάλι (coif) και ήταν ιδιαίτερα καλοφτιαγμένος.


Γενικά οι θώρακες που διέθεταν οι Ναΐτες ήταν της ανώτερης δυνατής ποιότητας και έδιναν επαρκή προστασία. H πανοπλία συμπληρωνόταν από ένα κράνος και ειδικά προστατευτικά για τους ώμους και τα πόδια. Το κράνος κατά τον 12ο αιώνα και μέχρι τα μέσα του 13ου ήταν συνήθως το τυπικό κωνικό Μεσαιωνικό κράνος, με ή χωρίς επιρρίνιο. Αργότερα -μέσα στον 13ο αιώνα- οι Ναΐτες, όπως ήταν η τάση και στη Δυτική Ευρώπη, υιοθέτησαν το λεγόμενο ''Μεγάλο Κράνος''. Αυτό προστάτευε σχεδόν απόλυτα το κεφάλι του ιππότη από νηκτικά ή θλαστικά πλήγματα. Υπήρχαν και προστατευτικά για τους ώμους, δηλαδή μεταλλικές επωμίδες τύπου espaliers, που χρησίμευαν κυρίως για την απόκρουση άμεσων χτυπημάτων από γιαταγάνια, τα οποία συνήθιζαν οι Μουσουλμάνοι.

Τα προστατευτικά για τα πόδια περιλάμβαναν ένα μεταλλικό (αλυσιδωτό) πανταλόνι, το οποίο φοριόταν κάτω από τον θώρακα, και προστατευτικές κνημίδες τύπου solerets καθώς και αλυσιδωτά υποδήματα τύπου chausses. Όλη αυτή η εξάρτυση φοριόταν πάνω από ένα δερμάτινο ένδυμα (jupeau d'armer), συνήθως ένα πολύ μακρύ πουκάμισο από ενισχυμένο δέρμα σε αλλεπάλληλες στρώσεις με συμπληρώματα για τα πόδια και τα χέρια. Αποστολή αυτού του ενδύματος ήταν να προστατεύει το δέρμα από τη σκληρή πανοπλία, αλλά σε περιπτώσεις που ένα βέλος διαπερνούσε τον αλυσιδωτό θώρακα, μπορούσε να αποδειχθεί σωτήριο για τη ζωή αυτού που το φορούσε.

Πάνω από την πανοπλία του ο Ναΐτης φορούσε μία κάπα (cappa), επί της οποίας έφερε και τον κόκκινο σταυρό που ήταν το σήμα κατατεθέν του τάγματος. Τα όπλα του ήταν επίσης τα τυπικά της εποχής του για τους Δυτικούς ιππότες, με μία μόνο ουσιώδη καινοτομία. Συγκεκριμένα, το κύριο επιθετικό όπλο ήταν η μακριά λόγχη. Με αυτήν εκτελούσαν τη βασική τακτική μάχης, δηλαδή την ορμητική έφοδο ιππικού. Κάθε Ναΐτης ήταν εξοπλισμένος με αρκετές λόγχες, τις οποίες κρατούσε ο ακόλουθός του, καθώς κατά κανόνα η λόγχη έσπαγε κατά τη σύγκρουση. Το δεύτερο επιθετικό όπλο ήταν το σπαθί. Συνήθως ήταν τυπικό δείγμα του broadsword (ευρύ σπαθί) και αργότερα του longsword (μακρύ σπαθί) που χρησιμοποιούνταν στην Ευρώπη εκείνη την εποχή.

Το σπαθί οι ιππότες το χρησιμοποιούσαν τόσο μετά την εκτόνωση της εφόδου και τη σύναψη αγώνα εκ του συστάδην όσο και σε άλλες περιπτώσεις (πεζομαχία κ.λπ.). Το τρίτο επιθετικό όπλο και η μοναδική καινοτομία των Ναϊτών σε σχέση με τους κοσμικούς ιππότες της Δύσης ήταν ο λεγόμενος τουρκικός κεφαλοθραύστης (απελατίκι), που αντικαθιστούσε τον απλό κεφαλοθραύστη της Δ. Ευρώπης. Ήταν ένα μακρύ ξύλινο στέλεχος που έφερε μια μεταλλική (σιδερένια ή χαλύβδινη) κεφαλή με λίγα μακριά, σκληρά καρφιά. Τέλος, οι Ναΐτες διέθεταν και ένα εγχειρίδιο, ως όπλο ''απελπισίας'', ενώ συνήθως έφεραν μαζί τους ακόμη δύο μαχαίρια που δεν προορίζονταν για στρατιωτικούς σκοπούς.

Ένα με το οποίο συνήθιζαν να κόβουν το ψωμί και άλλο ένα για γενική καθημερινή χρήση. Για την προστασία τους, οι Ναΐτες χρησιμοποιούσαν και μια τριγωνική ασπίδα, η οποία ήταν η τυπική ασπίδα που διέθεταν οι Ευρωπαίοι ιππότες. Ήταν ξύλινη, ελαφρά κυρτή και στην περίπτωση των Ναϊτών έφερε μία απεικόνιση που είχε σχέση με το τάγμα. Στις περισσότερες των περιπτώσεων έφερε το baucant, το δίχρωμο (άσπρομαύρο) έμβλημα που υπήρχε και στις σημαίες του τάγματος. Ενίοτε επί της ασπίδας υπήρχε και ο κόκκινος σταυρός, ζωγραφισμένος στο λευκό μισό της, ωστόσο, φαίνεται ότι αυτή η πρακτική γενικεύθηκε τον 13ο αιώνα. Σε πολλές προγενέστερες απεικονίσεις οι Ναΐτες παρουσιάζονται με ασπίδα που φέρει το σταυρό του τάγματος σε λευκό πεδίο.

Σε άλλες απεικονίσεις οι Ναΐτες φέρουν διάφορες ασπίδες, ενώ εξετάζεται -χωρίς να έχει αποδειχθεί- αν οι ανώτεροι λειτουργοί του τάγματος είχαν ασπίδες με το οικόσημό τους. Το οικόσημο των ανώτερων Ναϊτών ήταν κατά κανόνα ένας συνδυασμός του Ναϊτικού σταυρού με το οικογενειακό οικόσημό τους. Για τις ανάγκες του στη μάχη, κάθε ιππότης λάμβανε από το τάγμα τρία άλογα, εκ των οποίων τα δύο ήταν destrier, δηλαδή πολεμικοί ίπποι, και το ένα άλογο ιππασίας για μεταφορά του στη μάχη. Ενα τέταρτο άλογο, που οδηγούσε ο ακόλουθός του, έφερε τη σκευή του ιππότη, δηλαδή την πανοπλία (εφόσον δεν τη φορούσε), τα όπλα και τα υπόλοιπα χρειαζούμενα, ακόμη και τα διάφορα εφόδια.

Κάθε αδελφός ιππότης διέθετε από έναν ακόλουθο (squire), τα καθήκοντα του οποίου ήταν η συντήρηση και μεταφορά του οπλισμού, καθώς και η βοήθεια του ιππότη στη μάχη. Επαφιόταν στη διακριτική ευχέρεια του μάγιστρου να του χορηγήσει ένα ακόμη (πολεμικό, συνήθως) άλογο, καθώς και έναν δεύτερο ακόλουθο. Αυτού του είδους τα προνόμια έδιναν στο μάγιστρο ένα επιπλέον εργαλείο για να ελέγχει τους ιππότες του και να επιβραβεύει ή να τιμωρεί (με αφαίρεση των προνομίων) κάποιον από τους αδελφούς. Ως μοναστικό τάγμα με κοινοβιακή οργάνωση, το τάγμα επεδίωκε την ομοιομορφία μεταξύ των αδελφών ιπποτών, όσον αφορά τουλάχιστον στην εμφάνιση.

Έτσι το ντύσιμο του ιππότη ήταν αποκλειστική ευθύνη του αρμόδιου αξιωματούχου (Draper) για την προμήθεια και διανομή του ρουχισμού. Με τον τρόπο αυτό οι Ναΐτες αποτέλεσαν προπομπό των τακτικών στρατών που θα εμφανίζονταν στο πεδίο της μάχης μετά από μερικούς αιώνες, με ομοιόμορφη ενδυμασία και εξοπλισμό. Μέχρι τότε συνηθιζόταν κάθε πολεμιστής να φέρει το δικό του οπλισμό και τη δική του ενδυμασία κατά τη μάχη, με αποτέλεσμα την ανομοιομορφία στην εμφάνιση του στρατού. Κατά κανόνα κάθε Ναΐτης λάμβανε από τον υπεύθυνο ιματισμού δύο πουκάμισα, δύο παντελόνια, δύο κιλότες ιππασίας, ένα γιλέκο, μία λεπτή ζώνη για να τη δένει πάνω από το πουκάμισο.

Δύο μανδύες (ο ένας με επένδυση γούνας για χρήση το χειμώνα), μία φαρδιά τουνίκα με μανίκια που φοριόταν πάνω από το πουκάμισο, μία φαρδιά δερμάτινη ζώνη καθώς και μία βαριά κάπα. Στη μάχη οι ιππότες φορούσαν τη φαρδιά τουνίκα πάνω από την πανοπλία τους και πάνω από το σύνολο της εξάρτυσης τη λευκή κάπα. O κόκκινος σταυρός με τον οποίο εμφανίζονται οι Ναΐτες σε όλες τις μεταγενέστερες απεικονίσεις χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά μετά το 1147, τις παραμονές της B' Σταυροφορίας στην οποία συμμετείχαν και διακρίθηκαν οι Ιππότες του Ναού.

Κατά κανόνα, όλα τα ενδύματα των ιπποτών ήταν λευκά και τους ξεχώριζαν σαφώς όχι μόνο από τους υπόλοιπους ιππότες αλλά και από τα κατώτερα μέλη του τάγματος που παρατάσσονταν στο πεδίο της μάχης, τους σεργέντους. Οι τελευταίοι φορούσαν είτε καφέ είτε μαύρα ενδύματα, πάντα με τον κόκκινο σταυρό κεντημένο πάνω τους. H διάκριση στα ρούχα εθεωρείτο απαραίτητη για να ξεχωρίζει η άρχουσα τάξη του τάγματος, αλλά και επειδή είχαν εμφανιστεί κρούσματα με σεργέντους που ''παρίσταναν'' τους Ναΐτες και προκαλούσαν διάφορα προβλήματα στο τάγμα. Το λευκό συμβόλιζε την αγνότητα του σώματος και της ψυχής που -κατά τις Μεσαιωνικές αντιλήψεις- μπορούσαν να ''πετύχουν'' μόνο οι ευγενείς ιππότες.


Οι σεργέντοι, ως ταγματικοί B' κατηγορίας, δεν δικαιούνταν να φέρουν το ''άμωμο'' λευκό. Αλλά και ο εξοπλισμός των σεργέντων ήταν κατώτερος αυτού των ιπποτών. Διέθεταν ένα απλό ατσάλινο κράνος, συχνά τύπου kettle, έναν καλής ποιότητας αλυσιδωτό θώρακα που δεν διέθετε μανίκια και ενίοτε και αλυσιδωτό παντελόνι, χωρίς όμως κάλυψη του κατώτερου τμήματος των ποδιών (γάμπες και πέλμα). Δεν φορούσαν μεταλλικά ''παπούτσια'', αλλά απλά δερμάτινα, διότι από τον σεργέντο αναμενόταν να πολεμήσει πεζός σε πολλές περιπτώσεις. Τα μεταλλικά chausses που φορούσαν οι ιππότες συχνά δυσχέραιναν την κίνηση στο έδαφος και δεν τα προτιμούσαν οι στρατιώτες που θα πολεμούσαν πεζή.

Οι σεργέντοι διέθεταν τα ίδια επιθετικά όπλα με τους ιππότες, ενώ και η λειτουργία τους στη μάχη, τουλάχιστον στις πρώτες φάσεις της, ήταν παρόμοια με αυτήν των ιπποτών: έφιππη έφοδος με λόγχη, δηλαδή τυπική τακτική κρούσης του ιππικού της περιόδου. Όμως αντίθετα με τους ''ανωτέρους'' τους, οι σεργέντοι διέθεταν κατά κανόνα μόνο ένα άλογο (έναντι των τριών ή τεσσάρων που διέθετε ο ιππότης) και αυτό παντελώς αθωράκιστο. Οπότε ήταν πολύ συχνό φαινόμενο οι σεργέντοι να καταλήγουν να πολεμούν πεζή.

Μόνο οι τέσσερις (μετά από ένα χρονικό σημείο στην ιστορία του τάγματος, πέντε) σεργέντοι που ήταν αξιωματούχοι του τάγματος είχαν δικαίωμα σε δεύτερο άλογο και στις υπηρεσίες ενός ακόλουθου, εφόσον επιθυμούσε ο μάγιστρος να τους παραχωρήσει αυτά τα προνόμια. Οι αξιωματούχοι αυτή ήταν ο υπο-μαρεσάλος, ο σημαιοφόρος, ο μάγειρας, ο ιπποκόμος και, αργότερα, ο διοικητής του Φρουρίου στη Θάλασσα της Ακρας.

Κοινωνικές ''Τάξεις'' του Ναού

Οι σεργέντοι, αντίθετα με τους ιππότες που προέρχονταν αποκλειστικά από οικογένειες ''ευγενών'' της Δ. Ευρώπης (και τους απογόνους αυτών που είχαν εγκατασταθεί στην Ουτρεμέρ), ήταν περισσότεροι διαφοροποιημένοι ως προς την καταγωγή τους. Εκτός από Γάλλους, Άγγλους, Γερμανούς, Ιταλούς και Ισπανούς, μεταξύ των σεργέντων βρίσκουμε Σύριους, Αρμένιους, ακόμη κι Έλληνες, καθώς και άλλους γηγενείς της περιοχής που είχαν καταλάβει οι Λατίνοι στη M. Ανατολή. Οι Αραβογενείς και Τουρκογενείς δεν υπηρετούσαν ως σεργέντοι αλλά ως Τουρκόπουλοι.

Σύμφωνα με τις περισσότερες πηγές, φαίνεται ότι και μεταξύ των σεργέντων υπήρχε μία ''εσωτερική'' διαστρωμάτωση, ανάλογα με τη λειτουργία που επιτελούσε ο καθένας, ενώ ενδεχομένως η κοινωνική τάξη από την οποία προέρχονταν να έπαιζε και εδώ κάποιο ρόλο. Στις πρωτογενείς πηγές υπάρχει συχνά μία σύγχυση στις αναφορές για τους σεργέντους και τους μη μάχιμους του τάγματος. Σε μία εποχή που η λέξη ''sergeant'' δεν είχε ακόμη οριστικά αποκοπεί από τον όρο από τον οποίο γεννήθηκε (το Λατινικό servientes, που σημαίνει υπηρέτες) συχνά γίνεται μνεία σε αδελφούς-υπηρέτες ως ''σεργέντους''.

Ωστόσο, μελετώντας τις πηγές, καταλήγουμε στο ότι υπήρχε μία σαφής διάκριση καθηκόντων, αφού οι αδελφοί αυτοί που δεν είχαν μάχιμα καθήκοντα, βρίσκονταν σε κατώτερη ιεραρχική βαθμίδα από τους καθ' αυτούς σεργέντους που ήταν το συμπλήρωμα των αδελφών ιπποτών στη μάχη. Αυτοί οι μη μάχιμοι αδελφοί αποτελούσαν ουσιαστικά την κατώτερη κοινωνική τάξη του τάγματος, αν και στη Δυτική Ευρώπη κάτι τέτοιο δεν ήταν καθεστώς. Υπάρχουν περιπτώσεις αδελφών που δεν ήταν ιππότες ούτε και σεργέντοι, ωστόσο ήταν υπεύθυνοι περιουσιών, διαχειριστές ή ακόμη και ανώτεροι διοικητικοί υπάλληλοι σε κάποια από τα αρχηγεία του τάγματος.

Αυτοί βεβαίως ξεχώριζαν από τη μάζα εκείνων που υπηρετούσαν το τάγμα, ωστόσο φαίνεται ότι η πλειονότητα των τελευταίων είχε μία σχέση εργασίας έναντι αντιμισθίας και όχι μία μόνιμη θέση στην ιεραρχία του τάγματος. Αντίθετα, οι περισσότεροι τεχνίτες φαίνεται ότι ήταν μέλη του τάγματος (αδελφοί - τεχνίτες) και όχι μισθωτοί που είχαν προσληφθεί για να κάνουν ένα συγκεκριμένο έργο. Αυτό γίνεται φανερό από τα αρχεία της δίκης του τάγματος, όπου φαίνονται αρκετοί αδελφοί που δεν ήταν ούτε ιππότες ούτε σεργέντοι, αλλά αναφέρονται συνήθως με όρους όπως ''υπηρέτες'', ''τεχνίτες'' ή ''βοηθοί''. Μεταξύ των τεχνιτών που είχαν ενταχθεί στην ιεραρχία του τάγματος, ήταν πολλοί σιδηρουργοί και μεταλλουργοί.

Αυτό οφείλεται στο ότι το τάγμα κατά κανόνα δεν προμηθευόταν έτοιμες πανοπλίες ή όπλα, αλλά προτιμούσε να προμηθεύεται τις πρώτες ύλες και η κατασκευή να γίνεται από τεχνίτες του τάγματος. Με τον τρόπο αυτό εξασφαλιζόταν η σταθερή ποιότητα του οπλισμού και των πανοπλιών του τάγματος και η εξοικονόμηση πολύτιμων οικονομικών πόρων. H άλλη μεγάλη ''τάξη'' εντός του τάγματος ήταν οι κληρικοί. Στην αρχή δεν είχε δοθεί στο τάγμα το δικαίωμα να διαθέτει δικούς του κληρικούς και οι Ναΐτες απευθύνονταν σε διάφορα μοναστικά τάγματα για να εξασφαλίσουν τις υπηρεσίες τους. Μετά το 1139 το τάγμα απέκτησε το δικαίωμα να διαθέτει δικούς του κληρικούς και φυσικά έσπευσε αμέσως να εκμεταλλευτεί και αυτό το προνόμιο.

Οι Ναΐτες ιερείς ήταν αδελφοί του οίκου, δεν ήταν δηλαδή συνδεδεμένα ή ''εξωτερικά'' μέλη. Ξύριζαν τα κεφάλια τους, φορούσαν εκκλησιαστικές ρόμπες και συμπεριφέρονταν όπως οποιοσδήποτε ''κανονικός'' κληρικός. Τα καθήκοντά τους περιλάμβαναν όλα τα τυπικά εκκλησιαστικά καθήκοντα. Ιερουργούσαν, εξομολογούσαν τους αδελφούς, έδιναν συγχώρεση (για ορισμένα αμαρτήματα) και, βεβαίως, φρόντιζαν για τους νεκρούς του τάγματος. Μεταξύ των αμαρτιών για τις οποίες δεν δικαιούνταν να δίνουν συγχώρεση ήταν ο φόνος, η ένοπλη επίθεση και η σιμωνία.

Αντίθετα όμως με τα κατεξοχήν μοναστικά τάγματα, στο Ναό (και γενικά σε όλα τα ιπποτικά τάγματα που διέθεταν δικούς τους ιερείς) οι ιερείς δεν κατόρθωσαν να ξεχωρίσουν και να δημιουργήσουν μια παράδοση που θα τους επέτρεπε να αναρριχηθούν στα ανώτερα αξιώματα της δυτικής Χριστιανοσύνης. Ελάχιστοι -μετρημένοι στα δάχτυλα- είναι εκείνοι οι ιερείς του Ναού που κατάφεραν να φθάσουν να διεκδικήσουν τη δική τους Επισκοπή ή και Αρχιεπισκοπή. Αλλά και εντός του τάγματος δεν έφθαναν σε υψηλούς βαθμούς. Σε αρκετές περιπτώσεις οι ιερείς γίνονταν υπεύθυνοι ενός αρχηγείου, ενώ σε κάποιες άλλες αναρριχήθηκαν μέχρι το αξίωμα του διδασκάλου (preceptor).


Ιδιαίτερα στη Γαλλία, πολλοί από τους επικεφαλής Ναϊτικών οίκων ήταν ιερείς, με δεδομένο ότι οι αδελφοί ιππότες σε καμία περίπτωση δεν επαρκούσαν για να καλύψουν τις διοικητικές θέσεις των πολυάριθμων αρχηγείων που διατηρούσε το τάγμα. Γίνεται φανερό από τα παραπάνω ότι το τάγμα αντανακλούσε την αυστηρή διαστρωμάτωση της ίδιας της Μεσαιωνικής κοινωνίας από την οποία προερχόταν. Οι αδελφοί ιππότες προέρχονταν από την κυρίαρχη τάξη της κοινωνίας, τους ''ευγενείς'' (nobles), και ουδεμία εξαίρεση αυτού του κανόνα είναι γνωστή. O Βερνάρδος μπορεί να γράφει στο ''Περί της Νέας Ιπποσύνης'' του ότι ''στις τάξεις των Ναϊτών ουδεμία διάκριση γίνεται βάσει κοινωνικής τάξης'', ωστόσο αυτό είναι εντελώς παραπλανητικό.

Ναι μεν γίνονταν δεκτοί αδελφοί κάθε τάξης, αλλά μόνο οι ''ευγενείς'' γίνονταν αδελφοί ιππότες. Αντίθετα, στις άλλες τρεις κοινωνικές τάξεις των Ναϊτών -τους σεργέντους, τους ιερείς και τους τεχνίτες- γίνονταν δεκτοί άνθρωποι απ' όλο το φάσμα της κοινωνίας. Μάλιστα, υπάρχουν πάμπολλα περιστατικά όπου κάποιοι τυχοδιώκτες κατώτερης κοινωνικής τάξης είπαν ψέματα για την καταγωγή τους και κατόρθωσαν να γίνουν δεκτοί ως αδελφοί ιππότες. Ωστόσο, ο Ναός ήταν μια εξαιρετικά δικτυωμένη οργάνωση και στις περισσότερες περιπτώσεις η αλήθεια αποκαλυπτόταν.

Οι Ιππότες του Ναού ως Τακτικός Στρατός

O Μεσαίωνας ήταν μια εποχή κατά την οποία δεν υπήρχαν, τόσο στη Δύση όσο και στην Ανατολή, πραγματικοί εθνικοί στρατοί, με μία μόνο πιθανή εξαίρεση: το Βυζάντιο. H Δύση ήταν διαιρεμένη επί της ουσίας σε μία σειρά από κομητείες και πριγκιπάτα, που είχαν χαλαρούς δεσμούς με τον ανώτερο άρχοντα / επικυρίαρχό τους, τον εκάστοτε βασιλιά. Με αυτά τα δεδομένα, οι δυνάμεις που κατόρθωναν να επιστρατεύουν οι ηγεμόνες σε αυτήν την εποχή δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να χαρακτηριστούν ως εθνικοί στρατοί. Συνήθως ήταν οι δυνάμεις του οίκου τους, μαζί με τους υποτελείς βασάλους τους. Από οργάνωση και λογιστική υποστήριξη, αυτοί οι ''στρατοί'' βρίσκονταν στη ''λίθινη εποχή''.

Οποιοσδήποτε Ελληνικός, Ελληνιστικός ή Ρωμαϊκός στρατός των περασμένων αιώνων ήταν παρασάγγες ανώτερος σε αυτούς τους τομείς. Όμως αντίθετα, η μαχητική αξία αυτών των δυνάμεων που χρησιμοποιούσαν οι Μεσαιωνικοί ηγεμόνες της Δ. Ευρώπης ήταν εξαιρετική. Εξαιτίας της κοινωνικής διαστρωμάτωσης της Μεσαιωνικής Ευρώπης, υπήρχε μεγάλη διαφοροποίηση μεταξύ των ''όπλων'' αυτών των στρατών. Το ιππικό -που αποτελούσαν οι πλούσιοι φεουδάρχες και οι άμεσοι υποτελείς τους- ήταν εξαιρετικής ποιότητας και μαχητικής αξίας. Το πεζικό αντίθετα υστερούσε απελπιστικά, αφού το αποτελούσαν κατώτερης κοινωνικής τάξης φτωχοί χωρικοί.

Σε κάποιες περιοχές, όπως η Ιταλία και μέρη της Γαλλίας, της Ιβηρικής και της Γερμανίας, είχαν ήδη αρχίσει να εμφανίζονται την περίοδο αυτή ''επαγγελματίες'' μαχητές, μισθοφόροι δηλαδή πολεμιστές, που προέρχονταν από κατώτερη κοινωνική τάξη, ήταν όμως υψηλής αξίας πεζικό. Δεν μάχονταν ως ιππότες, διότι η εξάρτυση (κυρίως η πανοπλία) ήταν πολύ πάνω από τις οικονομικές δυνατότητες των χωρικών και των αστών. Τον ίδιο καιρό είχαν αρχίσει να εμφανίζονται και οι οργανωμένες κολεκτίβες πεζών μισθοφόρων, όπως η Καταλανική Εταιρεία που τόσα βάσανα προκάλεσε στο Βυζάντιο. Όμως οι μεγάλες μισθοφορικές κολεκτίβες των Ιταλών ''Κοντοτιέρων'', των Ελβετών Σαρισοφόρων και των Γερμανών Landsknechts βρίσκονταν ακόμη δύο αιώνες μακριά στο μέλλον.

Τα προβλήματα ενός τέτοιου ''στρατού'' ήταν πολλά και σημαντικά. Ένα από τα σημαντικότερα, τουλάχιστον επί του πεδίου της μάχης, ήταν η παντελής έλλειψη πειθαρχίας που χαρακτήριζε τους Μεσαιωνικούς ιππότες. O επικεφαλής τους δυσκολεύονταν να τους ελέγξει και κατά κανόνα έκαναν ό,τι ήθελαν και σε όποιο σημείο της μάχης επιθυμούσαν. Εδώ βρισκόταν το κύριο σημείο υπεροχής των Ναϊτών. Οι τελευταίοι είχαν υποστεί την αυστηρή -πάντα με τα δεδομένα της εποχής- πειθαρχία του τάγματος και είχαν ορκιστεί απόλυτη υπακοή στα κελεύσματα των ανώτερων τους. Στις περισσότερες περιπτώσεις δηλαδή ήταν μία δύναμη που μπορούσε να ελεγχθεί στο πεδίο της μάχης και να προσφέρει το μέγιστο των δυνατοτήτων της.

Και οι δυνατότητες του σιδερόφρακτου Μεσαιωνικού ιππότη, όπως είδαμε και παραπάνω, ήταν τεράστιες, λόγω του οπλισμού, του τακτικού δόγματος και των προσωπικών ικανοτήτων. Οι Ναΐτες ήταν ένα τάγμα που από την αρχή της ύπαρξής του ήταν προορισμένο να αποτελέσει την αιχμή του δόρατος στις δυνάμεις των Χριστιανικών βασιλείων της Ουτρεμέρ, ήταν δηλαδή ένα πλήρως στρατιωτικοποιημένο τάγμα. Ολόκληρη η λειτουργία της περίπλοκης μηχανής που αποτελούσε το τάγμα, με την τρομερή δικτύωση σε ολόκληρη την Ευρώπη και τη M. Ανατολή, είχε ως στόχο την υποστήριξη μιας ισχυρής μάχιμης δύναμης.

Σε πολλούς ίσως να φαντάζει περίεργο ότι ένας οργανισμός με τους πόρους, τη δύναμη και τις διασυνδέσεις των Ναϊτών συντηρούσε έναν σχετικά μικρό αριθμό δυνάμεων στη M. Ανατολή. Αυτό όμως δεν πρέπει να φαίνεται περίεργο, καθώς οι Ναΐτες δραστηριοποιήθηκαν την περίοδο του Μεσαίωνα. Οι στρατοί της περιόδου δεν ήταν μεγάλοι, αντίθετα, ήταν μικρές δυνάμεις επαγγελματιών στρατιωτών (ιπποτών, δηλαδή) που συχνά συνεπικουρούνταν από ''κατώτερους'' (μη ευγενείς, δηλαδή) ως πεζικό που είχε κυρίως βοηθητικό ρόλο στη μάχη. O κοινωνικός διαχωρισμός ήταν εξαιρετικά έντονος και οι ιππότες δεν αναμειγνύονταν με τους ''κατώτερους'' πεζούς.

Το αποτέλεσμα ήταν οι στρατοί της εποχής να είναι μικροί, έχοντας στον πυρήνα τους μία δύναμη σιδερόφρακτων έφιππων μαχητών ανώτερης κοινωνικής τάξης, οι οποίοι ήταν εκείνοι που έκριναν το αποτέλεσμα. Για τους Ναΐτες αυτή η δύναμη ήταν οι αδελφοί ιππότες, που σε καμία χρονική στιγμή στην ιστορία του τάγματος δεν ξεπέρασαν -στα οχυρά της M. Ανατολής- τα 500 άτομα. Ωστόσο αυτή η δύναμη συνεπικουρούνταν από έναν αριθμό σεργέντων (τουλάχιστον 1.000), Τουρκόπουλων (περίπου 500) αλλά και μισθοφόρων. Οι τελευταίοι αποτέλεσαν για το τάγμα μία βολική λύση, ιδιαίτερα κατά τον 13ο αιώνα, και αποτελούσαν τον κύριο όγκο των δυνάμεων που παρέτασσε ο Ναός.

Ακριβής υπολογισμός του αριθμού τους σε οποιαδήποτε δεδομένη στιγμή δεν είναι δυνατό να γίνει, ωστόσο φαίνεται ότι ήταν πολύ περισσότεροι απ' ό,τι και οι τρεις άλλες τάξεις (ιππότες, σεργέντοι, Τουρκόπουλοι) μαζί. Οι δυνάμεις αυτές των Ναϊτών ήταν οργανωμένες σε απόλυτα επαγγελματικά πρότυπα. Οι Ναΐτες είχαν ομοιόμορφη εμφάνιση (κατά κοινωνική τάξη, φυσικά), οπότε και στα μάτια των συγχρόνων τους, που είχαν συνηθίσει στο συνονθύλευμα ετερόκλητων ιπποτών που αποτελούσαν κατά κανόνα τους ''στρατούς'' της εποχής, ήταν κάτι εντελώς διαφορετικό απ' οτιδήποτε είχαν δει. Επίσης, ήταν εξαιρετικά πειθαρχημένοι στη μάχη και υπάκουαν απόλυτα στις διαταγές που λάμβαναν από τους ανωτέρους τους.


H περίφημη ιπποτική αλαζονεία εξαφανιζόταν όταν ερχόταν η ώρα της μάχης και οι λευκοντυμένοι ιππότες με τον κόκκινο σταυρό ορμούσαν σαν ένας άνδρας όταν άκουγαν το παράγγελμα του μάγιστρου.

Τα ''Ιερά και τα Όσια'' του Ναού

Ακόμη και αν δεν δώσουμε βάση στις φήμες και τις θεωρίες που ήθελαν τους Ναΐτες θεματοφύλακες μεγάλων μυστικών και θρυλικών αντικειμένων, σε καμία περίπτωση δεν μπορούμε να πούμε ότι το τάγμα στερούνταν ιερών κειμηλίων. Έχοντας πάρει στα σοβαρά το ρόλο του ως το κατεξοχήν τάγμα της Καθολικής Χριστιανοσύνης, οι Ναΐτες είχαν συγκεντρώσει μια σειρά από ιερά κειμήλια, τα οποία είχαν πολλαπλή χρησιμότητα. Τα κειμήλια αυτά αποτελούσαν μία ένδειξη -σε μία εποχή που η Χριστιανική πίστη ήταν ο ακρογωνιαίος λίθος της κοινωνίας- ισχύος και σπουδαιότητας του τάγματος, προσέθεταν κύρος και ''ειδικό βάρος''.

H ύπαρξη αυτών των κειμηλίων στα κάστρα των Ναϊτών αποτελούσε εξάλλου πόλο έλξης για τους προσκυνητές κάθε κοινωνικής τάξης και προσέφερε στους μη ταγματικούς μία γεύση από τη δύναμη του τάγματος. Γενικά τα κειμήλια που φυλάσσονταν στα κάστρα των Ναϊτών στην Ανατολή και σε ορισμένα αρχηγεία τους στη Δύση ήταν εξαιρετικής σημασίας για το Χριστιανικό κόσμο. Για παράδειγμα, οι Ναΐτες διέθεταν για μεγάλη περίοδο το υποτιθέμενο ακάνθινο στεφάνι του Ιησού και το επιδείκνυαν τη Μεγάλη Πέμπτη στους εκστασιασμένους πιστούς. Ενα από τα πιο σημαντικά κειμήλια που διέθεταν ήταν ένας σταυρός που είχε φτιαχτεί από το υλικό μιας σκάφης ή μπανιέρας, στην οποία υποτίθεται ότι είχε πάρει το λουτρό του ο Ιησούς.

Ειδικά αυτό το κειμήλιο αποτελούσε ένα εξαιρετικά δυνατό ''όπλο'' στα χέρια των αδελφών ιπποτών. Μάλιστα, οι Ναΐτες συνήθιζαν να το περιφέρουν σε λιτανείες και να το χρησιμοποιούν όταν μεγάλες καταστροφές απειλούσαν τους Χριστιανούς της M. Ανατολής. Φυλασσόταν στην εκκλησία των Ναϊτών στην Άκρα, όπου πάμπολλοι προσκυνητές συνέρρεαν για να το δουν και να νιώσουν τη θαυματουργή δύναμή του. Άλλο ένα ιδιαίτερα σημαντικό κειμήλιο που διέθεταν οι Ναΐτες ήταν το σκήνωμα και η καρδιά της Αγίας Ευφημίας της Χαλκηδόνας. Το ιερό αυτό λείψανο -ένα μόνο από τα πολλά λείψανα αγίων που διέθετε το τάγμα- φυλασσόταν στο περίφημο κάστρο των προσκυνητών, το Αθλίτ.

Αλλά δεν ήταν αυτά τα μόνα κειμήλια που διέθεταν οι Ναΐτες στην εποχή της ακμής τους. Ένα μικροσκοπικό κρυστάλλινο φιαλίδιο που μετέφερε ένας Ναΐτης στο Λονδίνο το 1247, υποτίθεται ότι περιείχε το αίμα του Ιησού που χύθηκε πάνω στο σταυρό. Μάλιστα, η αυθεντικότητά του πιστοποιούνταν με σφραγίδες του τάγματος αλλά και του Πατριάρχη της Ιερουσαλήμ. Οι Ναΐτες διέθεταν, δε, σε αρκετές από τις εκκλησίες και τα αρχηγεία τους θραύσματα του Τιμίου Σταυρού. Μερικά από αυτά, μαζί με τα ιερά λείψανα αρκετών Αγίων, εστάλησαν στην Αγγλία το 1272. H εκκλησία των Ναϊτών στο Παρίσι επιδείκνυε με καμάρι τα υπολείμματα από τις περίφημες 11.000 παρθένες της Κολονίας.

Ενώ άλλη μία εκκλησία των Ναϊτών, στη Σεγκόβια, διέθετε ένα τμήμα του Τιμίου Σταυρού μαζί με άλλα κειμήλια. Ένας μεταλλικός σταυρός που πέρασε στους Οσπιταλιέρους μετά τη διάλυση των Ναϊτών και που φυλασσόταν αρχικά στην Κύπρο και στη συνέχεια στη Ρόδο, είχε φτιαχτεί, σύμφωνα με το θρύλο, από τα υπολείμματα ενός μεταλλικού μπολ από το οποίο έφαγε ο Χριστός. Υπάρχουν μαρτυρίες για πολλά ακόμη που βρίσκονταν στα αρχηγεία του τάγματος ανά την Ευρώπη. Σύμφωνα μάλιστα με φήμες, αυτά τα κειμήλια δεν ήταν τα σημαντικότερα που διέθεταν οι Ναΐτες. Αλλά περισσότερα γι' αυτό το ζήτημα θα δούμε στο κεφάλαιο όπου θα ασχοληθούμε με τα ''μυστικά'' και τους θρύλους που έχουν να κάνουν με το τάγμα.

Πέρα από τη δεισιδαιμονία αλλά και την ευπιστία των συγχρόνων τους, οι Ναΐτες πόνταραν και στην ουσιαστική δύναμη και στο κύρος που προσέφερε η κατοχή τέτοιων κειμηλίων. Άλλωστε ακόμη και σήμερα, σε μία εποχή ''φωτισμένη'', έντονου πραγματισμού και άμβλυνσης του θρησκευτικού αισθήματος, η έκθεση ενός ιερού λειψάνου προκαλεί τη συρροή πλήθους πιστών, που καταφεύγουν ακόμη και σε ακραίες εκδηλώσεις για να πιστοποιήσουν τη λατρεία τους. Μπορούμε μόνο να φανταστούμε την επίδραση που είχαν ανάλογα λείψανα σε μία εποχή που η θρησκευτική πίστη βρισκόταν στο επίκεντρο της ζωής της συντριπτικής πλειονότητας των μελών της κοινωνίας.

H Σφραγίδα των Ναϊτών

Παρότι μία συγκεκριμένη σφραγίδα είναι εκείνη που έχει συνδεθεί με τους Ναΐτες, στην πραγματικότητα δεν υπήρχε μόνο μία, αλλά πολλές που χρησιμοποιήθηκαν κατά καιρούς και συνήθως συνδέθηκαν με κάποιον συγκεκριμένο μάγιστρο. Αυτό οφείλεται στο ότι η σφραγίδα τέθηκε σε χρήση ή καθιερώθηκε επί της αρχηγίας του. Μία τέτοια είναι η περίφημη σφραγίδα με την οποία έχουν συνδέσει οι περισσότεροι τους Ναΐτες, εκείνη που απεικονίζει δύο ιππότες επί ενός αλόγου. H σφραγίδα αυτή, που αποκαλείται γενικώς ''η παραδοσιακή σφραγίδα των Ναϊτών'', στην πραγματικότητα είναι εκείνη που δημιούργησε και καθιέρωσε ένας από τους σημαντικότερους Μεγάλους Μάγιστρους του τάγματος, ο Βερτράνδος του Μπλανσφόρ (Bertrand de Blanchfort).

O μάγιστρος, που ήταν γόνος του ομώνυμου πανίσχυρου οίκου της Νοτιοδυτικής Γαλλίας και της Καταλονίας, καθιέρωσε τη σφραγίδα αυτή για δική του χρήση το 1168. Γρήγορα το εύρημα των δύο ιπποτών επί ενός ίππου έγινε συνώνυμο του τάγματος, συμβολίζοντας τις κυριότερες αξίες και το χαρακτήρα του. Αποτέλεσμα ήταν τα επόμενα χρόνια πολλοί από τους μάγιστρους να υιοθετήσουν το ίδιο σύμβολο, αν και αρκετοί ήταν εκείνοι που συνέχισαν να δημιουργούν τις δικές τους, εντελώς διαφορετικές, σφραγίδες. H σφραγίδα αυτή χρησίμευε πολλαπλά. Σε μία εποχή που η πλειονότητα του πληθυσμού ήταν αγράμματη, το ρόλο της ''υπογραφής'' έπαιζε η σφραγίδα.

Βάσει της οποίας γινόταν πιστοποίηση και εξασφαλιζόταν η αυθεντικότητα εγγράφων, τα οποία αφορούσαν σε οποιαδήποτε συναλλαγή ή λειτουργία. Ειδικά για τους Ναΐτες η ύπαρξη συγκεκριμένων σφραγίδων ήταν καθοριστικής σημασίας, αφού διέθεταν επί της ουσίας το πρώτο ανεπτυγμένο πολυεθνικό τραπεζικό σύστημα, κάτι που προϋπέθετε μία ακριβή αλλά και εύκολη στη χρήση μέθοδο πιστοποίησης εγγράφων σε ένα σημείο και ταυτοποίησής τους σε κάποιο άλλο. O συμβολισμός της ''παραδοσιακής'' σφραγίδας παραμένει έως και σήμερα ένα μυστήριο, αφού καμία σύγχρονη με τους Ναΐτες πηγή δεν κάνει κάποια ακριβή αναφορά.

Βεβαίως, η σφραγίδα του Βετράνδου είχε και δεύτερη πλευρά, στην οποία όμως απεικονίζεται αυτό που οι σύγχρονοί του θεωρούσαν ως το ''Ναό του Σολομώντα'', στην πραγματικότητα το Μουσουλμανικό τέμενος του Πέτρας. Ως προς αυτό το σημείο δεν υπάρχουν αμφισβητήσεις για το συμβολισμό του. Αλλωστε πολλοί μάγιστροι πριν από τον Μπλανσφόρ είχαν χρησιμοποιήσει το Ναό στις δικές τους σφραγίδες. Αντίθετα, για τους δύο ιππότες υπάρχουν πολλές διαφορετικές εξηγήσεις. H επικρατούσα άποψη είναι ότι οι δύο ιππότες πάνω στο ίδιο άλογο συμβολίζουν τον όρκο της πενίας, καθώς υπονοεί ότι οι ιππότες είναι τόσο φτωχοί που δεν έχουν τη δυνατότητα να προμηθευτούν ο καθένας το δικό του άλογο.


Εξάλλου το πλήρες όνομα του τάγματος είναι ''Φτωχοί ιππότες του Χριστού και του Ναού του Σολομώντα''. Παρότι μοιάζει εύλογη η εξήγηση αυτή, σίγουρα παρουσιάζει πολλά κενά. Το σημαντικότερο εξ αυτών είναι ότι ακόμη κι αν δεχτούμε ότι την εποχή που ο Ούγος του Παιν δημιουργούσε το τάγμα οι ιππότες που μετείχαν ήταν πραγματικά φτωχοί (κάτι που υπονοείται από τις πηγές), δεν είναι δυνατό να δεχτούμε το ίδιο και για την εποχή του Μπλανσφόρ, οπότε δημιουργήθηκε η σφραγίδα. Το 1168 το τάγμα ήταν ήδη ένας πανίσχυρος οργανισμός, με πολλά μέλη, πάμπολλα αρχηγεία και ακόμη περισσότερα αγαθά. Κάθε ιππότης είχε τρία ή τέσσερα άλογα, εκ των οποίων τα δύο (ή τρία, αν είχε τέσσερα) ήταν πανάκριβα destrier.

H περιουσία του τάγματος ήταν τόσο μεγάλη, που είχε ξεκινήσει ήδη εκτεταμένες τραπεζικές δραστηριότητες και δάνειζε ακόμη και πανίσχυρους κοσμικούς ηγεμόνες. Οπότε θα έμοιαζε αρκετά ειρωνικό να δημιουργήσει ο αριστοκράτης ντε Μπλανσφόρ μία σφραγίδα που θα επιδείκνυε κάτι που δεν υπήρχε. Βεβαίως, είναι δυνατό να δεχτούμε ότι ο μάγιστρος είχε στο μυαλό του την εικόνα των ιδρυτών του τάγματος και θέλησε να τους τιμήσει με αυτόν τον τρόπο. Ωστόσο, έχουν προταθεί πολλές ακόμη εξηγήσεις για το νόημα της σφραγίδας, περισσότερο ή λιγότερο ευφάνταστες. Μία από αυτές αναφέρει ότι οι δύο ιππότες συμβολίζουν απλώς την αδελφοσύνη και τον κοινοβιακό χαρακτήρα της ζωής που καλούνταν να κάνουν οι Ναΐτες.

Αυτή όμως η -εύλογη- εξήγηση έχει και την επέκτασή της, αφού αρκετοί έχουν προτείνει ότι δεν αφορά απλώς την αδελφοσύνη, αλλά κυρίως τις ομοφυλοφιλικές σχέσεις που, σύμφωνα με τους κατήγορους του τάγματος και τις έντονες φήμες που διαδόθηκαν από τα μέσα του 13ου αιώνα, ήταν διαδεδομένη πρακτική στις τάξεις του. Αυτή η εξήγηση μοιάζει αρκούντως τραβηγμένη, αφού ακόμη κι αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, είναι βέβαιο ότι οι Ναΐτες δεν θα το διαφήμιζαν στην επίσημη σφραγίδα τους. H επόμενη από τις προτεινόμενες εξηγήσεις θέλει τον ένα μόνο από τους δύο ιππότες που απεικονίζονται να είναι Ναΐτης, ενώ ο άλλος υποτίθεται ότι συμβολίζει το Χριστό.

Το υπόβαθρο αυτής της εξήγησης είναι μία σχετική αποστροφή από το Ευαγγέλιο του Ματθαίου, ωστόσο η εξήγηση αυτή μοιάζει πολύ ''βολική'' για να είναι αληθινή. Μία άλλη εξήγηση είναι πιο περίπλοκη και μοιάζει ιδιαίτερα συγκροτημένη. Προτείνει ότι οι δύο ιππότες συμβολίζουν τη δυαδικότητα του τάγματος και την εγγενή αντίθεση που εμπεριέχει αυτή η δυαδικότητα. Για παράδειγμα, από τη μία οι ιππότες ήταν ατομικά φτωχοί και μάλιστα με όρκο, όμως το τάγμα διέθετε απίστευτα πλούτη. Οι ιππότες ήταν ουσιαστικά αναχωρητές, μακριά από τις απολαύσεις της κοινωνίας των ανθρώπων, όμως ταυτόχρονα ήταν αναμεμειγμένοι σε όλες τις κοσμικές υποθέσεις και καθόριζαν πολλές από αυτές.

Και ενώ ήταν μοναχοί, άνθρωποι του Θεού, από τη μια, από την άλλη ήταν τρομεροί πολεμιστές, των οποίων η εμφάνιση σκορπούσε πανικό στους εχθρούς τους. Αυτή η δυαδικότητα και η έντονη αντίθεση μεταξύ των διάφορων προσώπων του τάγματος λέγεται ότι υποδηλώνεται από τους δύο ιππότες επί του ενός αλόγου. H δεύτερη πιο διάσημη σφραγίδα του τάγματος είναι η λεγόμενη Agnus Dei (ο Αμνός του Κυρίου), ενώ υπάρχουν πολλές ακόμη που εικονίζουν το σταυρό του τάγματος σε διάφορες παραλλαγές, έναν ιππότη, ένα άλογο ή παραλλαγές της σφραγίδας του Μπλανσφόρ.

Το Λάβαρο του Τάγματος

Οι Ναΐτες έχουν συνδεθεί, ως προς τις απεικονίσεις τους, με τον χαρακτηριστικό κόκκινο σταυρό επί λευκού πεδίου, ο οποίος ήταν το σύμβολο με το οποίο ''τιμήθηκε'' το τάγμα από την Καθολική Εκκλησία. Αποτέλεσμα αυτού είναι στις περισσότερες σχετικές απεικονίσεις, οι Ιππότες του Ναού να φέρουν τον κόκκινο σταυρό όχι μόνο επί των ενδυμάτων τους αλλά και επί των λαβάρων τους, κάτι που είναι παντελώς εσφαλμένο. To λάβαρο του τάγματος δεν έφερε απεικόνιση του κόκκινου σταυρού. Στην πραγματικότητα λεγόταν baucant (ή bausent, ή baucent), που σημαίνει ''ασπρόμαυρο'' ή ''ασπρόγκριζο''. Ήταν δίχρωμο και τα χρώματα που έφερε ήταν άσπρο και μαύρο. Για την εικόνα του λαβάρου έχουμε δύο διαφορετικές απεικονίσεις.

H μία, που εκπροσωπείται από αρκετούς εικονογράφους του Μεσαίωνα, με επιφανέστερο τον Ματθαίο Πάρις, τον χρονικογράφο του Αββαείου του Αγ. Αλβανού, δείχνει το baucant με μαύρο το επάνω μέρος και λευκό το κάτω. Αντίθετα, απεικονίσεις που έχουν φιλοτεχνήσει μέλη του τάγματος στις νωπογραφίες της εκκλησίας του San Bevignate στην Περούτζια, δείχνουν το λάβαρο με ανεστραμμένα τα δύο χρώματα: το λευκό βρίσκεται επάνω και το μαύρο κάτω. H σημασία του λαβάρου κατά τη διάρκεια μιας μάχης στην οποία συμμετείχαν οι Ναΐτες ήταν καθοριστική. O σημαιοφόρος ήταν εκείνος που κρατούσε το λάβαρο και γύρω από αυτό ήταν συγκεντρωμένοι οι πλέον επίλεκτοι ιππότες του Ναού.

Εφόσον στην πορεία της μάχης το λάβαρο χανόταν, ένας άλλος ιππότης που είχε τυλιγμένο γύρω από τη λόγχη του ένα δεύτερο, το ξετύλιγε και οι Ναΐτες που ακόμη πολεμούσαν συγκεντρώνονταν γύρω από αυτό. Απαγορευόταν αυστηρά -με ποινή απομάκρυνσης από το τάγμα- για έναν ιππότη να αποχωρήσει από τη μάχη ενόσω το baucant κυμάτιζε ακόμη.


Ο ΑΓΙΟΣ ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΣ Θ' ΤΗΣ ΓΑΛΛΙΑΣ

O ισχυρός μονάρχης που ταπείνωσε τους Ναΐτες. Προσωπικότητα που άφησε ανεξίτηλα τα σημάδια της στην ιστορία, ο διασημότερος ίσως εκπρόσωπος των οίκου των Καπέτων μοναρχών της Γαλλίας, Άγιος της Καθολικής εκκλησίας, ο Λουδοβίκος συνέδεσε στενά την πορεία του με αυτή του τάγματος. Αν και η Αγιοποίησή του, όπως είδαμε σε άλλο κεφάλαιο, οφειλόταν κυρίως στην προσπάθεια συμφιλίωσης του Πάπα Βονιφάτιου με τον εγγονό του Λουδοβίκου, Φίλιππο Δ', ο Άγιος Λουδοβίκος ήταν μία από τις σημαντικότερες μορφές της Μεσαιωνικής Χριστιανοσύνης. Γιος του Λουδοβίκου του Z', γεννήθηκε το 1214 και ανέβηκε στο θρόνο σε ηλικία μόλις 11 ετών, όταν ο πατέρας του πέθανε ξαφνικά.

Καθώς ήταν ανήλικος, καθήκοντα βασιλικού επιτρόπου ανέλαβε η μητέρα του, η περίφημη Μπλανς (λευκή) της Καστίλλης. H επίδραση της αυστηρής και αμείλικτης μητέρας του ήταν καθοριστική στην ανάπτυξη της προσωπικότητα του νεαρού Λουδοβίκου. H Μπλανς παρέμεινε ουσιαστική κυρίαρχος του θρόνου μέχρι το 1234, όταν ο Λουδοβίκος ενηλικιώθηκε και ανέλαβε πλήρως τα καθήκοντά του. την χρονιά της ενηλικίωσής του ο Λουδοβίκος παντρεύτηκε τη Μαργαρίτα της Προβηγκίας. Έτσι, ο Λουδοβίκος απέκτησε έναν σύνδεσμο με το βασίλειο της Αγγλίας, αφού η αδελφή της Μαργαρίτας, Ελεονόρα, ήταν σύζυγος του Ερρίκου Γ' της Αγγλίας.

O γάμος του Λουδοβίκου με τη Μαργαρίτα θεωρήθηκε ευτυχισμένος και το ζευγάρι απέκτησε 11 παιδιά, ωστόσο πάντα βρισκόταν υπό τη βαριά σκιά που έριχνε η πανταχού παρούσα Μπλανς. H βασιλομήτωρ δεν επέτρεπε στο ζευγάρι ούτε καν να έχουν κοινά καταλύματα και ακόμη και ως νεόνυμφοι συναντιόνταν στα κρυφά, όταν η Μπλανς δεν βρισκόταν κοντά. Επί της βασιλείας του Λουδοβίκου ολοκληρώθηκε η Αλβεγινή σταυροφορία, η προσπάθεια του Γαλλικού θρόνου και της Καθολικής εκκλησίας να ξεριζώσει την αίρεση των Καθαρών από την Γαλλική επαρχία και κυρίως από την περιοχή του Λανγκντόκ.

O Λουδοβίκος υπέγραψε μία σχετική συμφωνία με τον Ρεϋμόνδο της Τουλούζης, ο οποίος εθεωρείτο πιθανός υποστηρικτής των Καθαρών και φερόταν να είχε δολοφονήσει έναν ιερέα. Πάντως ο Λουδοβίκος, κάτω από την επίδραση της φανατικής Καθολικής μητέρας του, ήταν ένας από τους πιο θρησκευόμενους άρχοντες της Γαλλίας. είχε ένα ιδιαίτερο πάθος για ιερά κειμήλια και προσπάθησε να προμηθευτεί όσο το δυνατόν περισσότερα. Αγόρασε τον υποτιθέμενο ''Ακάνθινο Στέφανο'' από το Λατίνο Αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης Βαλδουίνο και τον περιέφερε στους δρόμους του Παρισιού ξυπόλητος.

Ήταν ίσως από τους λίγους ηγέτες σταυροφοριών που πέρα από τα πολιτικά, οικονομικά και εδαφικά οφέλη που προσδοκούσε από τη συμμετοχή του, πίστευε ακράδαντα στο δίκαιο του σκοπού και στην ανάγκη εκδίωξης των ''απίστων'' από τους Αγίους Τόπους. Για το λόγο αυτό άλλωστε ο Λουδοβίκος ηγήθηκε δύο σταυροφοριών, της Z' το 1248 και της H' το 1270. στην Z' είχε τις πρώτες επαφές με τον ''ανατολικό'' κλάδο του τάγματος του Ναού. αν και αρχικά οι σχέσεις τους ήταν αγαστές και ο Λουδοβίκος σε κάθε ευκαιρία επαινούσε τους ''ευσεβείς ιππότες του Χριστού'', σε κάποιο σημείο επήλθε ρήξη.

Η προσπάθεια των Ναϊτών να συμμαχήσουν με τη Δαμασκό και να χρησιμοποιήσουν τη μία Μουσουλμανική φατρία ενάντια στην άλλη, προκάλεσε την οργή του Λουδοβίκου, ο οποίος ταπείνωσε τους αξιωματούχους του τάγματος για την αυθάδειά τους. Και οι δύο απόπειρες του Λουδοβίκου για επέκταση της Λατινικής παρουσίας στους Αγίους Τόπους απέτυχαν παταγωδώς. Την πρώτη φορά, ο Λουδοβίκος συνελήφθη αιχμάλωτος και χρειάστηκε να υποσχεθεί την παράδοση του στρατού του και την καταβολή υπέρογκων λύτρων για να αφεθεί ελεύθερος. Στη δεύτερη απόπειρά του, στην Τυνησία, όχι μόνο απέτυχε αλλά άφησε και την τελευταία του πνοή, πιθανότατα από δυσεντερία.

H σορός του Λουδοβίκου, τον οποίο για την ευσέβεια και τον θρησκευτικό ζήλο του οι σύγχρονοι του τον θεωρούσαν ''σχεδόν Άγιο'', ουσιαστικά τεμαχίστηκε, αφού τμήμα των λειψάνων του ετάφησαν στην Τυνησία, ενώ άλλα μεταφέρθηκαν στο Παλέρμο, όπου βρίσκονται ακόμη και σήμερα. Το υπόλοιπο σώμα του μεταφέρθηκε στην Γαλλία, στη βασιλική νεκρόπολη του Σαιν Ντενί. O ορειχάλκινος τύμβος του καταστράφηκε από φωτιά κατά τους θρησκευτικούς πολέμους στα τέλη του 14ου αιώνα και το μόνο τμήμα του πτώματός του που σώθηκε ήταν ένα δάχτυλο, το οποίο σήμερα φυλάσσεται στο Σαιν Ντενί ως ιερό λείψανο. O Λουδοβίκος Αγιοποιήθηκε από τον Πάπα Βονιφάτιο το 1297.

ΟΠΛΑ ΚΑΙ ΧΡΗΜΑ

Τραπεζίτες ή Πολεμιστές

Οι Ναΐτες στη διάρκεια της ιστορίας τους έπαιξαν με επιτυχία το ρόλο τόσο των πολεμιστών όσο και των επιχειρηματιών. Αν και μεγάλο μέρος της φιλολογίας της σχετικής με τους Ναΐτες αφορά κατά κύριο λόγο στις διάφορες ''παράλληλες'' δραστηριότητές τους, όπως οι τραπεζικές, οι θεωρίες συνωμοσίας, η πολιτική δύναμη και τα οικονομικά μεγέθη τους, στην πραγματικότητα όλα αυτά αποπροσανατολίζουν από τη βασική αποστολή των Ναϊτών: Την ύπαρξή τους ως πολεμικός οργανισμός που θα υπεράσπιζε τη ''Χριστιανική Μέση Ανατολή'' από τους Μουσουλμάνους. Όποια αναφορά και αν κάνουμε στους Ναΐτες, θα πρέπει κατ' αρχάς να τη δούμε μέσα από αυτό το πρίσμα.

Το τάγμα υπήρχε για να προσφέρει στρατιωτικές υπηρεσίες, διαθέτοντας έναν πυρήνα εξαιρετικά πειθαρχημένων, εκπαιδευμένων και οπλισμένων ανδρών, οι οποίοι αποτελούσαν την αιχμή κάθε ''σταυροφορικού'' στρατού στον οποίο μετείχαν. Έχουμε ήδη δει τη διάρθρωση των στρατιωτικών δυνάμεων των Ναϊτών που, τουλάχιστον στην Ουτρεμέρ, ταυτίζονταν με την ανώτερη διοικητική δομή του τάγματος. Ας δούμε τώρα τη λειτουργία αυτής της πανίσχυρης πολεμικής μηχανής στην πράξη. Στον πυρήνα αυτού του μηχανισμού βρίσκονταν οι ίδιοι οι αδελφοί ιππότες. O αριθμός τους ποτέ δεν ήταν ιδιαίτερα μεγάλος.

Να σημειώσουμε ότι οι αριθμοί που ακολουθούν αφορούν στις δυνάμεις που διέθεταν οι Ναΐτες στους Αγίους Τόπους, καθώς μάχιμες δυνάμεις υπήρχαν και στην Ισπανία (αν και πολύ λιγότεροι), ενώ ο αριθμός των αδελφών στα πάμπολλα Διοικητήρια της Δύσης ήταν ιδιαίτερα μεγάλος. Τις πρώτες δεκαετίες μετά την επίσημη ίδρυση του τάγματος, οι ιππότες στην Ουτρεμέρ ήταν λιγότεροι από 200. Περί το 1160 ο αριθμός τους είχε φθάσει ίσως και τους 300 - 350 και δεν φαίνεται να μεταβλήθηκε σημαντικά τις επόμενες δεκαετίες, παρά τις τρομερές ήττες. Για παράδειγμα, περίπου 290 Ναΐτες φονεύθηκαν στις μάχες του Χαττίν και της Κρεσόν, αλλά οι απώλειες καλύφθηκαν γρήγορα με μεταφορά αδελφών από τα Διοικητήρια της Δύσης και νέες στρατολογήσεις.


Στη μέγιστη ακμή του το τάγμα φαίνεται να είχε περί τους 450, ίσως και 500 αδελφούς ιππότες στην Ανατολή. Οι ιππότες αυτοί ήταν διαμοιρασμένοι μεταξύ των διάφορων αρχηγείων και κυρίως των κάστρων του τάγματος και ουδέποτε συγκεντρώθηκαν όλοι μαζί σε κάποια μάχη. Αλλά ακόμη και ως σώματα 100 ή 200 ιπποτών, οι Ναΐτες ήταν μια τρομερή δύναμη στο πεδίο της μάχης. H τακτική μάχης που ακολουθούσαν ήταν η επέλαση με τη λόγχη και συνήθως τους συνόδευαν οι δυνάμεις των άλλων ταγμάτων και κυρίως αυτού των Ιωαννιτών. Μαζί Ναΐτες και Ιωαννίτες μπορούσαν να συγκεντρώσουν σε μία μάχη 300 ή και 350 ιππότες (πάνω από 400 στη μάχη του Λε Φορμπί), που σχημάτιζαν έναν τρομερό πυρήνα βαρέος ιππικού.

Οι ιππότες του Ναού έδωσαν τα διαπιστευτήριά τους σε πολλές από τις κρίσιμες συγκρούσεις που έλαβαν χώρα όχι μόνο στη Λατινική M. Ανατολή αλλά οπουδήποτε τέθηκαν αντιμέτωποι Χριστιανοί με ''απίστους''. Οι Ναΐτες είχαν τη δυνατότητα να διαθέτουν σημαντικές οργανωμένες, πειθαρχημένες, καλά εξοπλισμένες και αποτελεσματικές δυνάμεις, που αποτελούσαν μία πολύτιμη προσθήκη στο οπλοστάσιο οποιουδήποτε Χριστιανού ηγεμόνα αντιμετώπιζε Μουσουλμάνους. Πέρα από την πολύ υψηλού επιπέδου εκπαίδευση και τον οπλισμό τους, οι Ναΐτες διακρίνονταν από μία -μοναδική για τα δεδομένα της Δ. Ευρώπης την εποχή που εξετάζουμε- πειθαρχία και υπακοή στις εντολές των ανωτέρων.

Γενικά, ο θωρακισμένος ιππότης αποτελούσε μία τρομερή δύναμη στο πεδίο της μάχης και η έφοδος με τη λόγχη ήταν μία τακτική που μπορούσε να διαλύσει και τον πιο καλό στρατό. Ωστόσο, οι ιππότες, που ήταν μέλη μίας ''αριστοκρατίας'' που δεν είχε συνηθίσει να δέχεται εντολές και είχε ως κύριο γνώρισμα την υπερηφάνεια, δεν ήταν εύκολο να ενταχθούν σε ένα πειθαρχημένο σώμα, που υπάκουε στις εντολές του ηγέτη του και λειτουργούσε στο πλαίσιο ενός συγκεκριμένου τακτικού σχεδιασμού. Οι Ναΐτες κατάφεραν να ενσταλάξουν αυστηρή πειθαρχία στους ιππότες που γίνονταν αδελφοί του Ναού και ως εκ τούτου υπήρξαν μία τρομακτική δύναμη στο πεδίο της μάχης.

Ένα άλλο ιδιαίτερα σημαντικό στοιχείο που ''εισήγαγαν'' οι Ναΐτες σε οποιονδήποτε Χριστιανικό στρατό συμμετείχαν και ιδιαίτερα σε αυτούς που ήταν ''φρέσκοι'' στους Αγίους Τόπους ή στην Ιβηρική, ήταν η βαθιά γνώση του αντιπάλου τους. Οι ιππότες του Ναού κυριολεκτικά ζούσαν ανάμεσα στους Μουσουλμάνους, τους γνώριζαν πολύ καλά, είχαν δεσμούς με ορισμένους από αυτούς και τους είχαν αντιμετωπίσει πάμπολλες φορές στο πεδίο της μάχης. Οπότε είχαν συγκεντρώσει μια βαθιά γνώση για τον εχθρό, την οποία ουσιαστικά μεταλαμπάδευαν σε οποιαδήποτε δύναμη συμμετείχαν.

Οι δυνάμεις που έστελναν στις Χριστιανικές εκστρατείες, οργανώνονταν γύρω από έναν ''σκληρό πυρήνα'' αδελφών ιπποτών, που αποτελούσαν το καλύτερο βαρύ ιππικό της εποχής τους. Γύρω από αυτούς υπήρχε ένας αριθμός αδελφών σεργέντων, που επίσης μάχονταν ως βαρύ ιππικό ή -όταν υπήρχε ανάγκη ή αναγκάζονταν εκ των συνθηκών- βαρύ πεζικό. Τις δύο αυτές ομάδες συνεπικουρούσαν τμήματα μισθοφόρων, συνηθέστερα βαλλιστροφόροι και Τουρκόπουλοι. Οι δυνάμεις των ταγματικών διακρίθηκαν σε όλες τις μάχες που έδωσαν ενάντια στους Μουσουλμάνους, τόσο στις νίκες όσο και στις ήττες. Τις περισσότερες φορές προσέφεραν τα μέγιστα, ήταν οι πρώτοι που εμπλέκονταν και οι τελευταίοι που απαγκιστρώνονταν και κατά κανόνα πλήρωναν βαρύτατο φόρο αίματος.

Γι' αυτό δεν έφταιγαν μόνο οι απώλειες στη μάχη. Ένας ακόμη λόγος που συντελούσε ώστε οι ήττες των Ναϊτών να εξελίσσονται σε πραγματικές καταστροφές, ήταν ότι οι λευκοντυμένοι μοναχοί ιππότες σε πολλές περιπτώσεις εκτελούνταν από τους αντιπάλους τους όταν συλλαμβάνονταν αιχμάλωτοι. Αξίζει να αναφερθεί ότι ο Κανόνας του τάγματος προέβλεπε αυστηρότατες ποινές -συνήθως αποπομπή από το τάγμα- για όσους αδελφούς εγκατέλειπαν τη μάχη πριν αυτή κριθεί οριστικά. Το αποτέλεσμα της μάχης κρινόταν από το αν το λάβαρο του τάγματος, που πάντα συνόδευε το μάγιστρο ή τον ανώτερο αξιωματούχο που ήταν παρών, συνέχιζε να κυματίζει. Εφόσον το λάβαρο ήταν ακόμη εμφανές, οι ιππότες απαγορευόταν αυστηρά να εγκαταλείψουν το πεδίο της μάχης.

Αν έχαναν την ίλη τους, είχαν εντολή να αναζητήσουν το κοντινότερο baucant (το λάβαρο του τάγματος) και να συγκεντρωθούν γύρω του. Σε πάμπολλες περιπτώσεις η τρομερή αποτελεσματικότητά τους έσωσε τις Χριστιανικές δυνάμεις, αν και αυτό δεν ήταν πάντα εφικτό. Οι Ναΐτες, όπως και οι υπόλοιποι σιδερόφρακτοι ιππότες του Μεσαίωνα, ''έπασχαν'' σε κάποιους τομείς, ο σημαντικότερος από τους οποίους ήταν η αδυναμία συντονισμού με το πεζικό. Αυτή η αδυναμία είχε καταρχήν χαρακτήρα κοινωνικό, αφού το πεζικό ήταν ''κατώτερης τάξης'' και οι ''ευγενείς'' ιππείς θεωρούσαν ότι ήταν υποδεέστερης αξίας στη μάχη και όχι μόνο. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα οι Ναΐτες να υποστούν πανωλεθρίες επειδή αγνοούσαν το πεζικό και επιτίθεντο μόνοι στον αντίπαλο.

H πιο γνωστή από αυτές τις ατυχείς στιγμές ήταν στην Κρεσόν αλλά δεν ήταν η μόνη. Ένας άλλος τομέας όπου έπασχαν οι ιππότες ήταν η ευκινησία και η ταχύτητα. Μπορεί η επέλασή τους να ήταν τρομακτική, όμως όταν η ορμή της εξαντλούνταν, οι ιππότες βρίσκονταν σε μειονεκτική θέση απέναντι στις αριθμητικά υπέρτερες δυνάμεις των Μουσουλμάνων. Οι τελευταίοι είχαν αξιόλογα τόξα και ήταν πολύ ελαφρύτερα θωρακισμένοι, ακόμη και οι βαρύτερες μονάδες τους. Εξάλλου τα άλογα των ιπποτών ήταν βαριά ντεστριέ, πολεμικοί ίπποι ιδιαίτερα δυνατοί και μεγαλόσωμοι για τα δεδομένα της εποχής, αλλά μάλλον αργοί και δυσκίνητοι. Το αποτέλεσμα ήταν οι Μουσουλμάνοι να κατορθώνουν πολύ συχνά να αποκόπτουν τμήματα ιπποτών και να τα εξοντώνουν.

Ένα άλλο πρόβλημα που αντιμετώπιζαν οι Ναΐτες ήταν η δυσκολία συντονισμού με τις δυνάμεις που απαρτίζονταν από κοσμικούς ιππότες. Οι τελευταίοι μπορεί να ήταν κοινωνικά και ταξικά ''ομογάλακτοι'' των Ναϊτών, ωστόσο είχαν και όλα τα ελαττώματα που ο κοινοβιακός τρόπος ζωής και η αυστηρή πειθαρχία είχαν περιορίσει στους ιππότες του Ναού. Οι κοσμικοί ιππότες ήταν απείθαρχοι, έπαιρναν πρωτοβουλίες που κατά κανόνα ήταν παράλογες πολεμούσαν για τη δόξα και τα ατομικά κατορθώματα, συχνά και τη λεηλασία και σπάνια υπάκουαν στους ανωτέρους τους. Οι Ναΐτες συνήθως απέφευγαν να συντάσσονται με τους κοσμικούς ιππότες και προτιμούσαν τους εξίσου πειθαρχημένους Ιωαννίτες.

Άλλωστε σύμφωνα με τον Κανόνα του Ναού, εάν οι ταγματικοί ιππότες έχαναν στη μάχη το ''ασπρόγκριζο'' λάβαρο (τη σημαία του τάγματος), τότε έσπευδαν να συνταχθούν κάτω από το πλησιέστερο λάβαρο των Ιωαννιτών. Μόνο αν και το λάβαρο των τελευταίων είχε υποσταλεί, μπορούσαν να συνταχθούν με τους κοσμικούς ιππότες. Το τελευταίο από τα μειονεκτήματά τους είχε να κάνει με την αποφασιστικότητα και το φανατισμό τους. Αν και οι Ναΐτες σε γενικές γραμμές θεωρούνταν ιδιαίτερα επιφυλακτικοί και δεν επιτίθεντο εάν δεν υπήρχαν οι κατάλληλες συνθήκες, σε πολλές περιπτώσεις η αφοσίωσή τους στο καθήκον και η προσήλωσή τους στο στόχο της εξόντωσης του εχθρού τούς καθιστούσε ευάλωτους.


Βεβαίως, οι ιππότες δεν πολεμούσαν μόνο έφιπποι. Αντίθετα, στις περισσότερες μεγάλης κλίμακας συγκρούσεις αλλά και στις αψιμαχίες αναγκάζονταν, είτε λόγω των συνθηκών της μάχης είτε λόγω απώλειας των αλόγων τους, να πολεμήσουν πεζή. Στις περιπτώσεις αυτές οι ιππότες παρατάσσονταν ο ένας κοντά στον άλλο, προτάσσοντας τις ασπίδες τους και κρατώντας τα πλατιά, αμφίστομα μακριά σπαθιά (longswords ή broadswords). Με τον τρόπο αυτό μπορούσαν να αντιμετωπίσουν οποιαδήποτε απειλή. Είναι αποδεδειγμένο ότι οι Αραβες και Τούρκοι αντίπαλοι των σταυροφόρων και των Φραγκικών κρατιδίων μετά τις πρώτες συγκρούσεις, που κατά κανόνα κατέληγαν σε νίκη των Δυτικών, ανέπτυξαν πολλές τακτικές για να τους αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά.

H απλούστερη από αυτές ήταν η εξουδετέρωση του αλόγου τους. Μπορεί ο Ναΐτης να είχε και δεύτερο πολεμικό φαρί (σε ορισμένες περιπτώσεις και τρίτο), αλλά αν οι Μουσουλμάνοι κατόρθωναν να τοξεύσουν το άλογο ενώ ο ιππότης βρισκόταν στο μέσον της εφόδου, κατά κανόνα τον εξουδετέρωναν. O Ιμάντ αντ Ντιν, Μουσουλμάνος λόγιος και σχολιαστής που έζησε την περίοδο του Σαλαντίν, σημείωνε: ''O Φράγκος ιππότης ήταν τόσο καλά προστατευμένος από την πανοπλία του, που ήταν σχεδόν αδύνατον να σκοτωθεί, αλλά από τη στιγμή που σκοτωνόταν το άλογό του ήταν πολύ εύκολο να τον συλλάβεις αιχμάλωτο''. Είναι χαρακτηριστικό ότι στις περισσότερες μάχες οι βαριά θωρακισμένοι ιππότες είχαν μικρές σχετικά απώλειες κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης.

Όμως, αν η μάχη χανόταν, ήταν σχεδόν αδύνατον να διαφύγουν, αφού συνήθως από τα πρώτα στάδια της μάχης οι Μουσουλμάνοι είχαν τοξεύσει τα άλογά τους. Πάντως το άλογο γενικώς εθεωρείτο το πιο πολύτιμο από όλα τα αποκτήματα του πολεμιστή και η επιβίωσή του στο πεδίο της μάχης εξαρτιόταν άμεσα από αυτό. H φροντίδα που λάμβαναν ώστε τα άλογα να είναι στην καλύτερη δυνατή κατάσταση φαίνεται και από μία περιγραφή σχετικά με το Χαττίν. Σύμφωνα με αυτήν, όταν ο στρατός των Χριστιανών είχε αρχίσει να ξεμένει από νερό, λίγο πριν φθάσει στην περιοχή του Χαττίν, οι ιππότες προτιμούσαν να μοιράσουν το λίγο νερό που υπήρχε στα άλογά τους και να το στερηθούν οι ίδιοι.

Βεβαίως, οι ιππότες στέρησαν και από τους πεζούς το νερό, κάτι που είχε δραματικές συνέπειες κατά τη διάρκεια της μάχης, όταν οι ''κοινωνικά κατώτεροι'' πεζοί σταμάτησαν να υπακούν στις διαταγές τους και εγκατέλειψαν το βασιλιά, βρίσκοντας καταφύγιο στο ένα από τα δύο ''κέρατα του Χαττίν''. Οι Μεσαιωνικές πηγές αναφέρονται με ανυπόκριτο θαυμασμό στη στρατιωτική αρετή των Ναϊτών και υμνούν τα κατορθώματά τους. Ακόμη και στην ήττα, οι Ναΐτες -καθώς αναφέρουν οι πηγές- παρέμεναν στις θέσεις τους έως ότου ''όλα να έχουν χαθεί''. Χαρακτηριστικά είναι όσα έγραψε ένας αυτόπτης μάρτυρας της δράσης των λευκοντυμένων ιπποτών στη μάχη του Μοντγκισάρ, μία από τις μεγαλύτερες νίκες Χριστιανικών δυνάμεων ενάντια στους Μουσουλμάνους (για την οποία θα δούμε περισσότερα στη συνέχεια):

''O Όντο (ο M. Μάγιστρος Όντο του Σαιντ Αμάντ) σαν άλλος Ιούδας Μακκαβαίος είχε μαζί του στο τμήμα του οποίου ηγείτο, 84 αδελφούς του τάγματος. Μπήκε στη μάχη με τους άντρες του, με τη δύναμη που του έδινε το σήμα του σταυρού. Σπιρουνίζοντας όλοι μαζί τα άλογά τους, σαν ένας άνδρας, έκαναν την έφοδό τους δίχως να στρέφονται ούτε δεξιά ούτε αριστερά. Αναγνωρίζοντας το τμήμα του στρατού του οποίου επικεφαλής ήταν ο Σαλαντίν, πολλοί ιππότες με ανδρεία το πλησίασαν, το διαπέρασαν άμεσα. Ασταμάτητα τους χτυπούσαν, τους διέλυσαν, τους συνέτριψαν και τους κατέστρεψαν. O Σαλαντίν έμεινε άναυδος από θαυμασμό, βλέποντας τους άνδρες του να έχουν διαλυθεί, να προσπαθούν να διαφύγουν και να παραδίδονται στο σπαθί. Σκέφτηκε και τη δική του ασφάλεια και διέφυγε, ρίχνοντας κάτω τον αλυσιδωτό του θώρακα, καβαλικεύοντας μία δρομάδα καμήλα και μόλις που δραπέτευσε με λίγους από τους άνδρες του''.

Παρά τις ρομαντικές υπερβολές, η ουσία του αποσπάσματος είναι αληθής: η ορμητική έφοδος των Ναϊτών στο κύριο τμήμα του Μουσουλμανικού στρατεύματος, την ίδια τη σωματοφυλακή του Σαλαντίν που αποτελούσαν οι περίφημοι Μαμελούκοι, οριστικοποίησε την επικράτηση των Χριστιανικών δυνάμεων. Όμως και η εσφαλμένη τακτική εκτίμηση δεν ήταν απούσα από τις αποφάσεις των ιπποτών του Ναού. O ίδιος μάγιστρος στον οποίο αναφέρεται το παραπάνω απόσπασμα, ο Όντο, συνελήφθη από τις δυνάμεις του Σαλαντίν στη μάχη του Μαρτζ Αγιούν το 1179.

O Όντο, μαζί με τον Ρεϋμόνδο της Τρίπολης και ένα τμήμα ιπποτών και πεζών, τόσο ταγματικών όσο και δυνάμεων του κόμη της Τρίπολης, είχαν επαναπαυτεί αφού διέλυσαν ένα απόσπασμα δυνάμεων του Σαλαντίν και είχαν αφήσει τους άνδρες τους να επιδοθούν σε λαφυραγωγία. Τότε αφίχθη το κυρίως στράτευμα του Σαλαντίν σε διάταξη μάχης και στη σύγκρουση που ακολούθησε οι δυνάμεις των χριστιανών διαλύθηκαν και ο Όντο συνελήφθη αιχμάλωτος (για να πεθάνει στη φυλακή λίγο καιρό αργότερα).

Οι Άλλες Δυνάμεις των Ναϊτών

Όπως προαναφέραμε, οι αδελφοί ιππότες δεν ήταν το μοναδικό στρατιωτικό τμήμα που παρέτασσε το τάγμα. Πλάι στους ιππότες παρατάσσονταν και οι σεργέντοι, οι οποίοι ήταν επίσης σχετικά βαριά θωρακισμένοι και οπλισμένοι και είχαν τη δυνατότητα, τουλάχιστον στα πρώτα στάδια της μάχης (όταν ακόμη διέθεταν τα άλογά τους), να συνοδεύουν τους ''ανωτέρους'' τους στην επέλαση με τη λόγχη. Καθώς όμως οι σεργέντοι είχαν μόνο ένα άλογο, σπάνια τέλειωναν τη μάχη έφιπποι. Αναφέραμε άλλωστε τη συνήθεια των μουσουλμάνων να τοξεύουν τα άλογα των έφιππων Χριστιανών, θεωρώντας (σωστά) ότι με αυτόν τον τρόπο χάνουν μεγάλο μέρος από την ισχύ κρούσης τους.

Οπότε οι σεργέντοι έπρεπε να πολεμήσουν και πεζή, είτε με το σπαθί είτε με κάποιο άλλο από τα όπλα (δόρυ, κεφαλοθραύστης, ακόμη και βαλλιστρίδα σε κάποιες περιπτώσεις) που έφεραν. O αριθμός των σεργέντων ήταν σαφώς μεγαλύτερος από αυτόν των ιπποτών, αλλά όχι πολύ. Συνήθως αντιστοιχούσαν δύο ή τρεις σεργέντοι σε έναν ιππότη, αλλά είναι άγνωστο αν παρατάσσονταν όλοι για μάχη. Είναι γνωστό επίσης ότι στα περισσότερα από τα μικρά κάστρα η φρουρά αποτελούνταν κυρίως από σεργέντους, υπό έναν επικεφαλής ιππότη. Τα ακόμη μικρότερα κάστρα και οχυρά είχαν συνήθως επικεφαλής έναν σεργέντο, ενώ η φρουρά αποτελούνταν τόσο από σεργέντους όσο και από μισθοφόρους.

Ένα άλλο τμήμα που προσέφερε πολλά στις μάχες που συμμετείχαν οι ''πένητες ιππότες'' ήταν οι Τουρκόπουλοι. Αυτοί πολεμούσαν ως ελαφρύ ιππικό και ιπποτοξότες και ήταν εξαιρετικά πολύτιμοι σε αψιμαχίες και επιδρομές, που ήταν άλλωστε το κυριότερο μέρος της πολεμικής δραστηριότητας μεταξύ χριστιανών και μουσουλμάνων. O αριθμός των Τουρκόπουλων συνήθως ήταν ίδιος με αυτόν των ιπποτών ή λίγο μεγαλύτερος. O κύριος όγκος των στρατών αλλά και των φρουρών των Ναϊτών ήταν μισθοφόροι, κυρίως βαλλιστριδοφόροι -ιδιαίτερα πολύτιμοι για τη φύλαξη κάστρων- αλλά και δορυφόροι.


Οι μισθοφόροι αποτελούσαν μία ''βολική'' λύση για τους Ναΐτες ώστε να πυκνώνουν τις τάξεις τους χωρίς να δεσμεύονται με ''μόνιμα'' μέλη, όπως γινόταν στην περίπτωση στρατολόγησης νέων αδελφών, ιπποτών ή σεργέντων. Το τάγμα διέθετε και ειδικευμένους στην πολιορκητική τέχνη αδελφούς σεργέντους. Αυτοί ήταν μηχανικοί που γνώριζαν τα μυστικά της κατασκευής και χρήσης πολύπλοκων, για την εποχή, μηχανών, όπως καταπέλτες και τρεμπουσέ, που ήταν απαραίτητες για την εκπόρθηση μίας τειχισμένης πόλης ή ενός μεγάλου κάστρου. Αν και το τάγμα προσπαθούσε να διαθέτει επαρκή αριθμό ειδικών στην πολιορκητική τέχνη, εντούτοις συχνά κατέφευγε στις υπηρεσίες εξωταγματικών, τους οποίους προσλάμβανε για συγκεκριμένες αποστολές.

Αψιμαχίες και Πολιορκίες

Όπως σημειώσαμε, ενώ η δράση των Ναϊτών είναι κυρίως γνωστή από τις μεγάλες μάχες στις οποίες έλαβαν μέρος, στην πραγματικότητα η κυρίως δραστηριότητά τους αφορούσε σε αψιμαχίες, περιπόλους και πολιορκίες. Οι επιδρομές (chevauchees στα Γαλλικά της εποχής) ήταν μία συνηθισμένη πρακτική των Χριστιανών των Αγίων Τόπων, την οποία υιοθέτησαν από τους Μουσουλμάνους. Επρόκειτο για μικρής κλίμακας εκστρατείες που δεν είχαν άλλο αντικειμενικό σκοπό από την αποκόμιση λείας και ενδεχομένως τη σύλληψη αιχμαλώτων. Τις chevauchees οργάνωναν τόσο οι κοσμικοί άρχοντες της Ουτρεμέρ -που καλούσαν και τα ιπποτικά τάγματα να πάρουν μέρος- όσο και τα ίδια τα τάγματα.

Ένας άλλος στόχος αυτών των επιδρομών ήταν η αντιμετώπιση αντίστοιχων προσπαθειών των Μουσουλμάνων. Πολλές από τις επιδρομές αυτές ήταν επιτυχημένες και σε ορισμένες περιπτώσεις η λεία των Χριστιανών ήταν εξαιρετικά σημαντική, όπως κοπάδια ζώων ή ακόμη και εμπορεύματα κάποιου από τα πολυάριθμα καραβάνια των Μουσουλμάνων εμπόρων που διέσχιζαν τις άνυδρες εκτάσεις μεταξύ των πόλεων. Σε κάθε περίπτωση οι επιδρομείς προσπαθούσαν να πάρουν μαζί τους και όσο το δυνατόν περισσότερους αιχμαλώτους, τους οποίους στη συνέχεια εκμεταλλεύονταν είτε πωλώντας τους ως δούλους είτε -εάν επρόκειτο για πλούσιους ή σημαίνοντες αιχμάλωτους- ζητώντας λύτρα για την απελευθέρωσή τους.

Μία τέτοια επιδρομή οργάνωσαν οι Ναΐτες την εποχή που μάγιστρος ήταν ο Ροβέρτος ντε Κραόν το 1139 και την περιγράφει ο Γουλιέλμος της Τύρου στο ''Χρονικό'' του. H επιδρομή, που είχε ως στόχο μία δύναμη Τούρκων που λυμαινόταν την ύπαιθρο στη Χεβρόνα, απέτυχε παταγωδώς, εξαιτίας της αδυναμίας του ντε Κραόν να ελέγξει τους Ναΐτες αφού είχαν ήδη διαλύσει τους Μουσουλμάνους. Παρόμοια περιστατικά δεν θα επαναλαμβάνονταν στο μέλλον, όταν θα είχε παγιοποιηθεί το δόγμα της πειθαρχίας των Ναϊτών. Κάποιες από τις επιδρομές, οι πιο φιλόδοξες, είχαν ως στόχο την κατάληψη κάποιου κάστρου.

Σ' αυτές τις περιπτώσεις μία μικρή δύναμη προσπαθούσε να πετύχει την κατάληψη μιας οχυρής θέσης χωρίς να μπει στη διαδικασία μιας (ιδιαίτερα χρονοβόρας) πολιορκίας, αλλά μόνο με αστραπιαία επίθεση. Με αυτόν τον τρόπο οι Ναΐτες προσπάθησαν το 1237 να ανακαταλάβουν το κάστρο Νταρμπσάκ. Μαζί με μία δύναμη Οσπιταλιέρων επιχείρησαν να αιφνιδιάσουν τη φρουρά του κάστρου, ωστόσο η απόφαση του επικεφαλής της δύναμης να αγνοήσει τις συμβουλές κάποιων αδελφών που προέβλεπαν ότι θα πέσουν σε ενέδρα ήταν μοιραία: οι μουσουλμάνοι έστησαν ενέδρα στους ιππότες και τους αποδεκάτισαν.

Άλλοτε όμως παρόμοιες προσπάθειες στέφονταν από επιτυχία, όπως η απόπειρα απελευθέρωσης του Καστελάνου της Τζάφα, που είχαν πιάσει αιχμάλωτο οι Μουσουλμάνοι. Μία μικρή δύναμη Ναϊτών συγκρούστηκε με μία αριθμητικά ανώτερη δύναμη Αράβων και αφού τους προκάλεσαν σημαντικές απώλειες -μεταξύ των νεκρών βρίσκονταν και οι δύο εμίρηδες επικεφαλής-κατάφεραν να απωθήσουν τους Μουσουλμάνους και να προσπορίσουν πλούσια λεία. H κύρια δραστηριότητα των Ναϊτών στο ξεκίνημα της ''σταδιοδρομίας'' του τάγματος ήταν η προστασία και η συνοδεία των Χριστιανών προσκυνητών στους Αγίους Τόπους. Στην πραγματικότητα, βέβαια, ουδέποτε φαίνεται να ασχολήθηκαν εκτεταμένα με αυτό το αντικείμενο.

Όμως υπήρχαν κάποιες περίοδοι που οι Ναΐτες θυμόνταν για τι ακριβώς τους είχαν προσλάβει ο βασιλιάς και ο πατριάρχης της Ιερουσαλήμ. Για παράδειγμα, την περίοδο που μάγιστρος ήταν ο ντε Μπλανσφόρ και εν συνεχεία ο Φίλιππος της Ναμπλούς, γύρω στην 8η και 9η δεκαετία του 12ου αιώνα, φαίνεται ότι οι λευκοντυμένοι ιππότες σχημάτιζαν τακτικά ένοπλα αποσπάσματα για να συνοδεύσουν τους προσκυνητές. Ένας από τους προσκυνητές, ο Θεοδώριχος, που την περίοδο εκείνη παρέμεινε επί πέντε χρόνια (1169 έως 1174) στους Αγίους Τόπους, έγραψε ότι ένοπλοι Ναΐτες και Οσπιταλιέροι συνόδευαν τους πιστούς που προσκυνούσαν στον Ιορδάνη ποταμό και μάλιστα τους φρουρούσαν ενόσω έκαναν μπάνιο στο ιερό ποτάμι, θέλοντας να βαπτιστούν στα ύδατα που βαπτίσθηκε και ο Ιησούς.

Οι Ναΐτες στις Μεγάλες Μάχες της Εποχής τους

Είδαμε πώς αντιμετώπισαν οι σύγχρονοί τους την καταλυτική παρουσία των Ναϊτών στη θριαμβευτική νίκη στο Μοντγκισάρ. Ήταν μία μάχη ιδιαίτερα καθοριστική, αλλά αποδείχτηκε ανεπαρκής για να εξασφαλίσει σε βάθος χρόνου την ύπαρξη των σταυροφορικών βασιλείων. Οι Λατίνοι είχαν την εποχή αυτή να αντιμετωπίσουν τον πιο δυναμικό ηγεμόνα που είχε αναδείξει ο Μουσουλμανικός κόσμος τους τελευταίους αιώνες, τον περίφημο Κούρδο Σαλαντίν. Μέχρι ενός σημείου, οι Λατίνοι κατόρθωναν να κρατούν αρραγές το μέτωπο ενάντια στην αυξανόμενη δύναμη του Σαλαντίν.

Ο οποίος Σαλαντίν ξεκίνησε σαν ένας αξιωματούχος του σουλτάνου της Δαμασκού Νουρ αντ Ντιν (Νουρεντίν) και κατάφερε να καταλύσει την κυριαρχία των Φατιμιδών στην Αίγυπτο. Γρήγορα ο Σαλαντίν παγίωσε την κυριαρχία του στην Αίγυπτο και με το θάνατο του Νουρ αντ Ντιν έγινε κυρίαρχος και της Δαμασκού. Για πρώτη φορά μετά από αιώνες εσωτερικής διαμάχης ο Μουσουλμανικός κόσμος ήταν ενωμένος κάτω από ένα κοινό σκήπτρο και η συγκυρία αυτή ήταν η χειρότερη για τους Φράγκους. Όμως τα κρατίδια της Ουτρεμέρ πήραν παράταση ζωής από τη νίκη στο Μοντγκισάρ. Το 1177 ήταν μια κρίσιμη χρονιά στη διαμάχη των Μουσουλμάνων και των Χριστιανών.

O Σαλαντίν είχε εξαπολύσει μία από τις πολυμέτωπες εκστρατείες στις οποίες αρεσκόταν τόσο και είχε καθηλώσει τον τότε βασιλιά της Ιερουσαλήμ Βαλδουίνο στην Ασκαλώνα και τους Ναΐτες στο κάστρο τους στη Γάζα, την ώρα που εκείνος βάδιζε με τον κύριο όγκο του στρατεύματός του προς την Ιερή Πόλη. O Βαλδουίνος και οι Ναΐτες κατόρθωσαν να ξεφύγουν από την επιτήρηση των δυνάμεων του Σαλαντίν και ενώθηκαν, σχηματίζοντας ένα αξιόμαχο στράτευμα από 600 περίπου ιππότες (σχεδόν 100 εξ αυτών ήταν Ναΐτες) και 5.000 - 6.000 πεζούς, καθώς και από αριθμό ελαφρών ιππέων. Οι δυνάμεις αυτές πρόλαβαν τον Σαλαντίν στο Μοντγκισάρ και επιτέθηκαν, αιφνιδιάζοντάς τον.

Κατά τη διάρκεια της μάχης διακρίθηκαν ιδιαίτερα οι δυνάμεις των Ναϊτών που με αλλεπάλληλες εφόδους κυριολεκτικά συνέτριβαν το ένα επίλεκτο Μουσουλμανικό τμήμα μετά το άλλο. Οι περιγραφές των χρονικογράφων είναι χαρακτηριστικές, αφού παρουσιάζουν την κρούση του Ναϊτικού βαρέος ιππικού ως ένα ορμητικό ποτάμι από ατσάλι, που παρασύρει στο πέρασμά του κάθε αντίσταση που μπορούσαν να αντιπαραθέσουν οι Μουσουλμάνοι. H ήττα για τον Σαλαντίν ήταν συντριπτική, με αποτέλεσμα να αναβάλει τα σχέδιά του για μερικά χρόνια, αν και εκμεταλλευόμενος τις πλούσιες εφεδρείες της χώρας στην οποία κυριαρχούσε, κατόρθωσε να ανακάμψει σύντομα.

Πάντως, το Μουσουλμανικό στράτευμα, που σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των περισσότερων ειδικών αριθμούσε 20.000 άτομα, κυριολεκτικά διαλύθηκε και οι απώλειες ήταν μεγαλύτερες από το 50%. H επόμενη παρουσία των Ναϊτών σε μεγάλη μάχη ήταν δέκα χρόνια αργότερα στο Χαττίν (στο οποίο θα αναφερθούμε εκτενώς στη συνέχεια). Λιγότερο ατυχής ήταν η εμπλοκή των ιπποτών του Ναού στην επική πολιορκία της Άκρας, στο πλευρό αρχικά των δυνάμεων του Γκυ ντε Λοζινιάν και στη συνέχεια των σταυροφόρων της Γ' Σταυροφορίας και του Ριχάρδου του Λεοντόκαρδου.

Παρά τις τεράστιες απώλειες της μάχης του Χαττίν (όπου το τάγμα έχασε περίπου 230 αδελφούς, που προστέθηκαν στους περίπου 60 νεκρούς της μάχης της Κρεσόν), το τάγμα κατόρθωσε να ανακάμψει με τη στρατολόγηση νεοσύλλεκτων ιπποτών και με τη μεταφορά αδελφών κατάλληλων για στρατιωτική υπηρεσία από τα παραρτήματά του ανά την Ευρώπη. O Γεράρδος του Ριντφόρ, η δράση του οποίου ήταν τουλάχιστον καταστροφική για το τάγμα, είχε ανταλλάξει τη ζωή του με ένα ολόκληρο κάστρο και ήταν ο μοναδικός Ναΐτης επιζών του Χαττίν. Έτσι, ηγήθηκε ξανά των δυνάμεων του Ναού που πολέμησαν στο πλευρό του βασιλιά της Ιερουσαλήμ στην πολιορκία της Άκρας.

O Γκυ ντε Λοζινιάν είχε πολιορκήσει την Ακρα, με τις -μικρές- δυνάμεις του που είχαν γλιτώσει από το Χαττίν, έναν αριθμό νεοσύλλεκτων στο σκοπό των σταυροφοριών από χώρες της Ευρώπης και τις δυνάμεις των ιπποτικών ταγμάτων. Στις 4 Οκτωβρίου του 1189 ο Σαλαντίν προσπάθησε να άρει την πολιορκία της πόλης και επιτέθηκε στο στράτευμα του Γκυ. H μάχη ξεκίνησε με τους Ναΐτες να αντιμετωπίζουν στο αριστερό πλευρό του Χριστιανικού στρατού την ορμητική έφοδο των Μουσουλμάνων. Οι Ναΐτες όχι μόνο άντεξαν, αλλά πέρασαν ταχύτατα στην αντεπίθεση όπου ήταν πραγματικά ασυγκράτητοι, συντρίβοντας κάθε αντίσταση.

O Σαλαντίν, διαβλέποντας ότι κινδυνεύει να χάσει το δεξί πλευρό του στρατού του, κάτι που θα παρέσυρε και την υπόλοιπη παράταξη, έστειλε ενισχύσεις, παίρνοντας μονάδες από άλλα σημεία. Όμως το αποτέλεσμα ήταν να αποδυναμωθεί η παράταξη των Μουσουλμάνων και οι σταυροφόροι να αρχίσουν να κερδίζουν έδαφος σε όλο το μέτωπο, ενώ σύντομα είχαν τρέψει τους Μουσουλμάνους σε φυγή. Ωστόσο, οι Χριστιανοί δεν εκμεταλλεύτηκαν την άτακτη υποχώρηση των Σαρακηνών, αλλά επιδόθηκαν στη λαφυραγώγηση του στρατοπέδου των Μουσουλμάνων, με αποτέλεσμα όταν οι δυνάμεις του Σαλαντίν ανασυντάχθηκαν, να επιπέσουν με ορμή στους ασύνταχτους πλέον σταυροφόρους, οι οποίοι υποχώρησαν άτακτα.

H έξοδος της φρουράς της πολιορκημένης πόλης απλώς χειροτέρεψε τα πράγματα. Για άλλη μία φορά οι Ναΐτες προσπάθησαν να καλύψουν την υποχώρηση και πολλοί αδελφοί έχασαν τη ζωή τους, μεταξύ αυτών και ο μάγιστρος του τάγματος. Τελικώς οι δυνάμεις των σταυροφόρων κατόρθωσαν να ανασυνταχθούν και να αποκρούσουν την επίθεση, αφήνοντας τη νίκη του Σαλαντίν ημιτελή. Οι Ναΐτες συμμετείχαν και στη συνέχεια της πολιορκίας, που οδήγησε στην κατάληψη της Άκρας από τις δυνάμεις της Γ' Σταυροφορίας. Αν και οι Ναΐτες είναι γνωστοί κυρίως για τα κατορθώματά τους στη Μέση Ανατολή, το τάγμα δραστηριοποιήθηκε και σε άλλα μέτωπα όπου υπήρχε διαμάχη των Χριστιανών με τους ''απίστους''.

Ιδιαίτερα σημαντική ήταν η συμμετοχή τους στην προσπάθεια ανακατάληψης της Ιβηρικής από τους Μουσουλμάνους ''Reconquista''. To 1212 ήταν ένα έτος ορόσημο για τον αγώνα των Χριστιανικών βασιλείων της Ιβηρικής ενάντια στο Σουλτανάτο των Αλμοχάδων. Από το 1195 έως το 1211 η μία καταστροφή διαδεχόταν την άλλη και τα Χριστιανικά βασίλεια, ανήμπορα να ενωθούν απέναντι στον κοινό κίνδυνο, έχαναν συνεχώς έδαφος. Το 1212 ο Πάπας Ιννοκέντιος ο Γ' κάλεσε τη Χριστιανική Δύση υπό τα όπλα σε μία νέα σταυροφορία, αυτή τη φορά στην Ιβηρική.

Στις 16 ή 17 Ιουλίου του ίδιου έτους, οι ενωμένες δυνάμεις των Χριστιανικών βασιλείων της Καστίλης, της Ναβάρης, της Αραγονίας και της Πορτογαλίας, υπό την ηγεσία του Αλφόνσου της Καστίλης και με τη συμμετοχή σημαντικών δυνάμεων των Ναϊτών, αλλά και των υπόλοιπων ιπποτικών ταγμάτων που δραστηριοποιήθηκαν στην Ιβηρική, κινήθηκαν για να συναντήσουν τη στρατιά των Αλμοχάδων. O σουλτάνος Καλίφ αλ Νασίρ είχε κατορθώσει να συγκεντρώσει ένα εντυπωσιακό στράτευμα και περίμενε τις κινήσεις των Χριστιανών στη Λας Νάβας ντε Τολόσα.

Αυτό όμως που σίγουρα δεν περίμενε ήταν ότι ο συνολικός όγκος του Χριστιανικού στρατού θα περνούσε από τα δύσβατα ορεινά περάσματα και θα επιτίθεντο στους ανύποπτους Μαυριτανούς, οι οποίοι υπέστησαν συντριπτική ήττα καθώς αιφνιδιάστηκαν πλήρως. Τα Μεσαιωνικά χρονικά -με μια μεγάλη δόση υπερβολής- μιλούν για ''100.000 νεκρούς'' από την πλευρά των Αλμοχάδων, όμως σίγουρα οι απώλειες του στρατού του αλ Νασίρ ήταν μεγάλες. Στη μάχη αυτή οι Χριστιανοί αναχαίτισαν αποφασιστικά την ανανεωμένη επιθετικότητα των Μουσουλμάνων στην Ιβηρική, κάτι που οδήγησε στην αποσύνθεση του Σουλτανάτου.

Οι Ναΐτες που πήραν μέρος πολέμησαν γενναία και είχαν αποφασιστική συμβολή στη νίκη, κερδίζοντας πολλούς ''πόντους'' για το τάγμα τους. Αυτό είναι φανερό από τη δραματική αύξηση της δύναμης και της επιρροής των Ναϊτών και στην Ισπανία μετά τη μάχη αυτή αλλά και τη μάχη του Αλκαζάρ που οδήγησε στην κατάληψη του ομώνυμου κάστρου και πόλης το 1217. Ειδικά μετά το 1218 η επιρροή των Ναϊτών στην Ιβηρική ξεπέρασε κάθε προηγούμενο, ενώ υπό τον έλεγχο των λευκοντυμένων ιπποτών πέρασαν τεράστιες εκτάσεις γης και πολλά σημαντικά κάστρα. Αυτές ήταν μερικές από τις σημαντικότερες επιτυχίες των Ναϊτών σε μάχες εκ παρατάξεως, αν και τις περισσότερες φορές οι Ναΐτες βρίσκονταν με την πλευρά του ηττημένου.


Σ' αυτό συνέβαλαν οι παράγοντες που αναπτύξαμε παραπάνω καθώς και η δεδομένη αδυναμία των λατινικών ηγεμονιών της M. Ανατολής. Οι Ναΐτες μπορεί να ήταν εξαιρετικά αποτελεσματικοί, ωστόσο ήταν λίγοι, ακόμη και όταν προστίθεντο στη δύναμή τους και οι Ιωαννίτες. Αναγκαστικά ο μεγάλος όγκος των Χριστιανικών στρατών ήταν οι δυνάμεις των κοσμικών αρχόντων της Ουτρεμέρ, αλλά και αυτές δεν ήταν συνήθως αρκετές. Εκτός όμως από την έλλειψη σε ανθρώπινο δυναμικό, υπήρχαν και άλλοι παράγοντες που συνέβαλαν στις ήττες των Χριστιανών και στην τελική απομάκρυνσή τους από τη M. Ανατολή.

H αδυναμία ένωσης κάτω από μία κοινή ηγεσία όταν αντιμετώπιζαν ενωμένους τους Μουσουλμάνους ήταν ένας από αυτούς, όπως και η αδυναμία εξασφάλισης συμμαχιών που θα παγίωναν την ισχύ των Χριστιανών και θα τους επέτρεπαν να αντιμετωπίσουν επί ίσοις όροις τους αντιπάλους τους. Χαρακτηριστική είναι και η έλλειψη πολιτικής διορατικότητας, όπως στην περίπτωση του Γάλλου βασιλιά Λουδοβίκου Θ' που ακύρωσε την συμμαχία των Ναϊτών με τη Δαμασκό, που στη συγκυρία εκείνη θα μπορούσε να κάνει τη διαφορά μεταξύ νίκης και ήττας. Έτσι, παρά τις συγκινητικές προσπάθειες των ιπποτικών ταγμάτων, οι δυνάμεις της Ουτρεμέρ ηττήθηκαν πολλές φορές από τους Μουσουλμάνους.

Οι Ναΐτες σε κάθε τέτοια ήττα πλήρωναν βαρύτατο φόρο αίματος κυρίως εξαιτίας της λειτουργίας τους ως η αιχμή του δόρατος των Χριστιανικών δυνάμεων, αφού πολύ συχνά βρίσκονταν μόνοι και αβοήθητοι ανάμεσα σε στίφη Σαρακηνών, που τους κατέκοβαν με ευκολία, εφόσον η κρούση τους εκφυλίζονταν σε μάχη εκ του συστάδην. Ήδη από την πρώτη δεκαετία που ακολούθησε τη σύνοδο της Τρουά, οι Ναΐτες αντιμετώπισαν τον κίνδυνο του αφανισμού εξαιτίας των πολλών απωλειών στις μάχες. Σε τρεις μεγάλης κλίμακας μάχες όπου έλαβαν μέρος οι δυνάμεις τους υπέστησαν σημαντικές απώλειες. Το 1164 στο Χαρίμ περισσότεροι από 60 αδελφοί ιππότες έπεσαν στο πεδίο της μάχης, από ένα τμήμα 67 ιπποτών.

Το 1237 κατά την πολιορκία του Νταρμπσάκ μόνο 20 από τους 120 Ναΐτες που συμμετείχαν στη μάχη έμειναν ζωντανοί. Στην καταστροφική μάχη του Λα Φορμπί μόλις 33 από τους 300 ιππότες που παρέταξε το τάγμα διέφυγαν το θάνατο. Οι αδελφοί του Ναού διακινδύνευαν τη ζωή τους καθημερινά και συνεχώς προστίθεντο νέα θύματα στο μακρύ κατάλογο των νεκρών του τάγματος. H δύναμη του τάγματος στην Ουτρεμέρ κυρίως σε έμπειρα και ικανά στελέχη μειωνόταν και για άλλους λόγους. Ένας από αυτούς ήταν οι ανάγκες των Διοικητηρίων της Δύσης. Από τη στιγμή που οι Ναΐτες απέκτησαν τεράστια περιουσία, αυξήθηκαν ανάλογα οι ανάγκες σε ικανά στελέχη που θα φρόντιζαν τις υποθέσεις του τάγματος, θα διαχειρίζονταν τα αγαθά του και θα δημιουργούσαν σχέσεις με τους μεγάλους οίκους, βασιλικούς και άλλους, της Ευρώπης.

Από ένα σημείο και μετά παρατηρήθηκε μια πραγματική αφαίμαξη των αξιότερων στελεχών της Ανατολής, προκειμένου να έχει το τάγμα την παρουσία που έπρεπε και στη Δύση. Βεβαίως συχνά τα καλύτερα στελέχη στέλνονταν στην Ουτρεμέρ, ωστόσο μετά από κάποια χρόνια υπηρεσίας επανέρχονταν στη Γαλλία, τη Γερμανία ή στην Ισπανία για να αποτελούν άξιους συνομιλητές των επιφανών προστατών του τάγματος ή να διαχειρίζονται τα απέραντα κτήματα του Ναού. Μία άλλη αιτία ήταν η εξάπλωση ασθενειών που ευνοούσε ιδιαίτερα το θερμό κλίμα της M. Ανατολής. Αρκετοί αδελφοί ασθένησαν με λέπρα, που ήταν μια αρκετά διαδεδομένη ασθένεια την εποχή εκείνη.

H Ημισέληνος Συντρίβει το Σταυρό στο Χαττίν

H μάχη του Χαττίν υπήρξε η πιο καθοριστική απ' όσες έδωσαν οι Χριστιανοί της Ουτρεμέρ ενάντια στους Μουσουλμάνους και εκείνη που σηματοδότησε την παρακμή των σταυροφορικών βασιλείων. Μετά το Χαττίν, ουδέποτε κατόρθωσαν να συνέλθουν οι Χριστιανοί και η αντίστροφη μέτρηση για την εκδίωξή τους από τη M. Ανατολή είχε αρχίσει. Στα ''προεόρτια'' του Χαττίν συμπεριλαμβάνεται μία μάχη στην οποία ο κύριος όγκος των Χριστιανικών δυνάμεων ήταν Ναΐτες (αδελφοί, σεργέντοι και μισθοφόροι), η μάχη της Κρεσόν, η οποία παράλληλα αποτέλεσε και τον προάγγελο της τραγικής ήττας που ακολούθησε.

H σύγκρουση του Σαλαντίν, ο οποίος προσπαθούσε να ενώσει κάτω από το σκήπτρο του όλους τους Μουσουλμάνους ηγεμόνες της περιοχής, και των Χριστιανών είχε ξεκινήσει. Αντιπροσωπία από το Βασίλειο της Ιερουσαλήμ πήγε να επισκεφθεί τον Ρεϋμόνδο της Τρίπολης, ο οποίος είχε παραμεριστεί στον αγώνα για τη διαδοχή στο θρόνο της Ιερουσαλήμ από τη φιλοπόλεμη μερίδα που εκπροσωπούσαν ο νέος βασιλιάς Γκυ ντε Λουζινιάν, ο άρχοντας του Κεράκ και της Υπεριορδανίας Ρεϋνάλδος του Σατιλλιόν και οι επικεφαλής των Ναϊτών και Ιωαννιτών. Στόχος της αντιπροσωπίας ήταν να πείσει το Ρεϋμόνδο να συνδράμει τους Χριστιανούς.

O Ρεϋμόνδος είχε συνάψει ξεχωριστή συνθήκη ειρήνης με τον Σαλαντίν και ένα ανιχνευτικό απόσπασμα (σύμφωνα με τις δυτικές πηγές ήταν περί τους 7.000 αλλά στην πραγματικότητα δεν ήταν πάνω από 2.000) των δυνάμεων του Αγιουβίδη μονάρχη, υπό τον στρατηγό Μουζάφαρ αλ Ντιν Γκοκμπορί, ζήτησε από τον Ρεϋμόνδο, σε εφαρμογή της συνθήκης τους, ελεύθερη διέλευση από τα εδάφη του για να προχωρήσει σε ανίχνευση στα εδάφη του Γκυ. O Ρεϋμόνδος αναγκάστηκε να συναινέσει, απαιτώντας όμως το απόσπασμα να φύγει χωρίς να επιτεθεί σε κανέναν. Ωστόσο, η μοίρα είχε άλλα σχέδια.

Την ίδια ώρα, η αντιπροσωπία του Βασιλείου της Ιερουσαλήμ, στην οποία μετείχαν μεταξύ άλλων ο μάγιστρος των Ναϊτών, Γεράρδος του Ριντφόρ, ο μάγιστρος των Ιωαννιτών και ο αρχιεπίσκοπος της Τύρου, κατευθυνόταν προς το κάστρο του. Όταν το έμαθε, ο Ρεϋμόνδος τους προειδοποίησε για την ύπαρξη του Μουσουλμανικού αποσπάσματος, αλλά αντί αυτό να τους κάνει πιο προσεκτικούς, ο Γεράρδος αποφάσισε να τους επιτεθεί. Για το σκοπό της επίθεσης συγκέντρωσαν όσες δυνάμεις μπορούσαν -περί τους 90 Ναΐτες, 40 ακόμη κοσμικούς ιππότες, λίγους Ιωαννίτες, αρκετούς Τουρκόπουλους (τουλάχιστον 100) και περί τους 400 πεζούς- και έσπευσαν να συναντήσουν τους μουσουλμάνους κοντά στις πηγές της Κρεσόν.

H υπερβολική εμπιστοσύνη των ιπποτών στις δυνάμεις τους είχε για μία ακόμη φορά καταστροφικό αποτέλεσμα: η μικρή δύναμή τους αποκόπηκε από το πεζικό και επιτέθηκε κατά μέτωπο στους Μουσουλμάνους, οι οποίοι μετά την αρχική έκπληξη, κατόρθωσαν όχι μόνο να ανακάμψουν αλλά και να εξοντώσουν την πλειονότητα των ιπποτών. O Γεράρδος, που ήταν εκείνος που είχε παρασύρει τους Χριστιανούς σε αυτήν την άσκοπη μάχη, κατόρθωσε να διαφύγει της αιχμαλωσίας μαζί με λιγότερους από 40 ιππότες. Οι υπόλοιποι, ταγματικοί και κοσμικοί, είτε σκοτώθηκαν είτε αιχμαλωτίσθηκαν, ενώ το πεζικό διασκορπίστηκε μετά από μία έφοδο της δύναμης του Γκοκμπορί.


Αυτή η σύγκρουση ήταν το προοίμιο του Χαττίν. Έφερε πάντως τον Ρεϋμόνδο στο στρατόπεδο των Χριστιανών, αφού δεν είχε άλλη επιλογή από το να ακυρώσει την συμμαχία του με τον Σαλαντίν. O Γκυ και οι υπόλοιποι ηγέτες της Ουτρεμέρ είχαν επιδοθεί σε μία άνευ προηγουμένου στρατολόγηση για να αντιμετωπίσουν αυτό που -ορθά- είχαν συμπεράνει ότι ήταν η μεγαλύτερη απειλή της σύντομης ιστορίας της Λατινικής M. Ανατολής. Όχι μόνο είχαν κληθεί σε πανστρατιά όλοι οι ευγενείς των βασιλείων με τους υποτακτικούς τους, αλλά είχαν προσληφθεί και πάρα πολλοί μισθοφόροι, τόσο Ευρωπαίοι όσο και Τουρκόπουλοι, για να συμμετάσχουν σ' αυτή την εκστρατεία.

Το τάγμα των ιπποτών του Ναού δεν ήταν δυνατό να λείψει. O Μεγάλος Μάγιστρος Γεράρδος, προχώρησε σε μια άνευ προηγουμένου συγκέντρωση δυνάμεων των Ναϊτών. Από τα γύρω κάστρα και από το αρχηγείο της Ιερουσαλήμ συγκέντρωσε περισσότερους από 230 ιππότες, πάνω από τα 2/3 της δύναμης που είχαν οι Ναΐτες στη M. Ανατολή εκείνο τον καιρό. Στην πραγματικότητα αν προσμετρήσουμε και τις απώλειες της Κρεσόν, απέμεναν λιγότεροι από 50 αδελφοί ιππότες στα κάστρα του τάγματος. Με δεδομένο ότι οι φρουρές στα κάστρα έπρεπε να είναι επανδρωμένες και ότι οι υπηρεσίες των Ναϊτών ήταν απαραίτητες σε πολλές άλλες δραστηριότητες, ο αριθμός των ιπποτών είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακός.

Μαζί τους βρίσκονταν μερικές εκατοντάδες σεργέντων και ακόμη περισσότεροι μισθοφόροι και Τουρκόπουλοι, όλοι ''προσφορά'' του τάγματος στη Χριστιανική πανστρατιά. Γενικά το τάγμα φαίνεται ότι συνεισέφερε περί το 1/5 της συνολικής δύναμης των ιπποτών (που στο Χαττίν ήταν περί τους 1.200) και το 1/7 ή 1/8 της υπόλοιπης δύναμης που παρέταξαν οι Λατίνοι (γύρω στους 23.000 άνδρες συνολικά). Αυτός ο στρατός ήταν σαφώς μικρότερος από τον αντίστοιχο που παρέταξε ο Σαλαντίν, ωστόσο η αριθμητική υπεροχή του Κούρδου πολέμαρχου δεν ήταν καθοριστική και δεν θα μπορούσε να του δώσει τη νίκη αν δεν συνέτρεχαν και πολλοί ακόμη παράγοντες.

O κυριότερος από αυτούς ήταν η ανόητη, στρατηγικά και τακτικά, συμπεριφορά της ηγεσίας των Χριστιανών, όπως εκφραζόταν από τις αποφάσεις του Γκυ και τις συμβουλές του Γεράρδου και του Ρεϋνάλδου. Το στράτευμα του Σαλαντίν δεν γνωρίζουμε ακριβώς πόσο μεγάλο ήταν. Γνωρίζουμε όμως ότι διέθετε μία ''επαγγελματική'' δύναμη 12.000 ιππέων που προέρχονταν από τις τακτικές δυνάμεις της Δαμασκού και της Αιγύπτου, μεταξύ αυτών και τους Μαμελούκους, καθώς και τις δυνάμεις διάφορων εμιράτων, ενώ θα πρέπει να διέθετε και μία πλειάδα πεζών χαμηλής γενικά ποιότητας και μαχητικής αξίας. Οι σύγχρονες εκτιμήσεις για τη δύναμη του Σαλαντίν ξεκινούν από τις 25.000 και φθάνουν στις 45.000.

Σε κάθε περίπτωση, ο ηγεμόνας των Μουσουλμάνων είχε μια σαφή -αλλά πιθανότατα όχι πολύ μεγάλη- αριθμητική υπεροχή. O Σαλαντίν, ως επιτιθέμενος, είχε την πρωτοβουλία των κινήσεων και θέλησε να την εκμεταλλευτεί. Στις 2 Ιουνίου ένα μέρος των στρατευμάτων του Κούρδου πολέμαρχου πολιόρκησε την Τιβεριάδα, στέλνοντας ένα σαφέστατο μήνυμα στη Χριστιανική ηγεσία, που την ίδια ώρα είχε συγκεντρώσει τα στρατεύματά της στη Σαφιρίγια. H Τιβεριάδα είχε πλέον λίγους υπερασπιστές, καθώς η συντριπτική πλειονότητα των στρατιωτών της βρισκόταν με το στράτευμα των χριστιανών, οπότε η πόλη έπεσε εύκολα. Ωστόσο, δεν συνέβη το ίδιο με την ακρόπολη, όπου οχυρώθηκαν οι υπερασπιστές, μεταξύ αυτών και η σύζυγος του Ρεϋμόνδου.

Παρότι η γυναίκα του και η ηγεμονία του ολόκληρη βρίσκονταν σε άμεσο κίνδυνο, ο Ρεϋμόνδος απέδειξε για μία ακόμη φορά ότι ήταν συνετός και προσεκτικός, προσπαθώντας να πείσει τους υπόλοιπους ηγέτες των Λατίνων ότι θα ήταν τρέλα να βαδίσουν μέσα στο κατακαλόκαιρο σε μία άνυδρη περιοχή για να άρουν την πολιορκία της Τιβεριάδας. Παρότι αρκετοί Χριστιανοί έβλεπαν τον Ρεϋμόνδο με υποψία εξαιτίας της πρότερης συμμαχίας του με τον Σαλαντίν, η αποφασιστικότητα και η λογική του έπεισαν τους περισσότερους να παραμείνουν στη θέση τους. Αν οι Χριστιανοί συνέχιζαν να επιδεικνύουν σύνεση και παρέμεναν στη Σαφιρίγια, θα είχαν το αποφασιστικό πλεονέκτημα.

Καθώς η ακρόπολη της Τιβεριάδας δεν θα έπεφτε εύκολα και αν ο Σαλαντίν ήθελε μάχη, θα έπρεπε ο ίδιος να τους συναντήσει σε μια περιοχή που προσφερόταν για άμυνα και που είχε αρκετά εφόδια και κυρίως άφθονο νερό. Όμως η σύνεση δεν ήταν το χαρακτηριστικό των θερμόαιμων φανατικών που επηρέαζαν περισσότερο την κατάσταση σε τέτοιες στιγμές κρίσης. O μάγιστρος των Ναϊτών ήταν ένας από αυτούς και με τη συνεργασία του Ρεϋνάλδου και άλλων κατόρθωσαν να πείσουν τον Γκυ ότι θα έπρεπε να βαδίσουν σε συνάντηση του Σαλαντίν και να τον κατατροπώσουν σε μία αποφασιστική μάχη.

Το Χριστιανικό στράτευμα ξεκίνησε την πορεία προς την Τιβεριάδα στις 3 Ιουλίου, από την προσφορότερη οδό, έχοντας στο κέντρο της φάλαγγας το ιερότερο κειμήλιο της Χριστιανοσύνης, τον Τίμιο Σταυρό. H αισιοδοξία ήταν διάχυτη μεταξύ των ηγετών του στρατού, ο Θεός ήταν μαζί τους και τα όπλα τους ήταν ανώτερα από αυτά των ''απίστων''. Θεωρούσαν ότι ο Χριστιανικός στρατός βάδιζε προς έναν πρωτοφανή θρίαμβο, που θα άνοιγε το δρόμο όχι μόνο για την επιβίωση των Λατινικών κρατών της M. Ανατολής αλλά και για την αλλαγή του συσχετισμού δυνάμεων και των δημογραφικών δεδομένων της περιοχής. Δυστυχώς για εκείνους, όμως, έκαναν λάθος.

Αντίθετα με τους ηγέτες τους, οι περισσότεροι από τους απλούς στρατιώτες είχαν ήδη καταλάβει ποιο ήταν το πρόβλημα: η έλλειψη νερού. H πορεία μέσα από τις άνυδρες περιοχές στη δυτική πλευρά της λίμνης της Τιβεριάδας στην καρδιά του καλοκαιριού και υπό θερμοκρασίες κατά πάσα πιθανότητα άνω των 40 βαθμών και όλα αυτά με πλήρη στρατιωτική εξάρτυση, καθώς οποιαδήποτε στιγμή θα μπορούσαν να επιτεθούν οι Μουσουλμάνοι, ήταν ένα εγχείρημα που ξεπερνούσε τις αντοχές οποιουδήποτε. O Σαλαντίν έμαθε για την κίνηση του Χριστιανικού στρατού και έστειλε αποσπάσματα να τον παρενοχλούν, συγκεντρώνοντας ταυτόχρονα το στράτευμά του ώστε να προετοιμαστεί για μάχη.

Αναζητώντας όμως τον καλύτερο τόπο για να εμπλέξει τον αντίπαλο, ο Σαλαντίν άφησε πίσω του την Τιβεριάδα, παίρνοντας το μεγαλύτερο μέρος των δυνάμεων που είχε εκεί. O κύριος όγκος του στρατού του βρισκόταν στην Καφαρσέτ και από εκεί κινήθηκε προς το Χαττίν σε συνάντησή του. H παρενόχληση από τα αποσπάσματα του Σαλαντίν ήταν τόσο σοβαρή, που ο Χριστιανικός στρατός ουσιαστικά είχε σταματήσει να κινείται, παρά τις προσπάθειες που έκανε ο Ρεϋμόνδος ως επικεφαλής της προφυλακής. Κάπου εδώ τα πράγματα άρχισαν να πηγαίνουν πολύ άσχημα για τους Χριστιανούς. H απόπειρα να κινηθούν προς το χωριό και τις πηγές του Χαττίν, προκειμένου να ανακουφιστούν οι διψασμένοι και εξασθενημένοι στρατιώτες και τα άλογα και να πάρουν μία θέση αποτελεσματικής άμυνας, δεν στέφθηκε από επιτυχία.


Το δεξί μέρος του στρατού του Σαλαντίν, υπό την ηγεσία του Τακί αλ Ντιν, έκλεινε το δρόμο στους διψασμένους Χριστιανούς, ο ίδιος ο πολέμαρχος με το κέντρο συμπλήρωνε το ''τείχος'' και ένα τμήμα των Μουσουλμάνων (στο αριστερό μέρος) υπό τον Γκοκμπουρί είχαν ήδη κλείσει οποιαδήποτε δίοδο διαφυγής και απειλούσε την οπισθοφυλακή των Λατίνων. Το πεδίο της φονικής μάχης βρίσκεται σε μία πεδινή περιοχή, κοντά σε δύο χωριά (σήμερα εγκαταλελειμμένα), το Χαττίν (ή Χιττίν) και το Νιμρίν, όπου δεσπόζουν οι δίδυμοι λόφοι (ο ένας λίγο ψηλότερος και πιο απότομος από τον άλλο) που έχουν ονομαστεί ''τα κέρατα του Χαττίν''. Οι διψασμένοι στρατιώτες των Λατινικών κρατιδίων δεν είχαν εναλλακτικές λύσεις.

Έπρεπε να δράσουν πριν η δίψα και η εξουθένωση τους καταβάλουν οριστικά. Πέντε χιλιόμετρα μακριά βρίσκονταν οι πηγές του Χαττίν, οπότε αυτές θα ήταν ο στόχος τους. Κάποιοι ιππότες προσπάθησαν να μεταπείσουν τους ηγέτες τους, θεωρώντας ότι θα ήταν φρονιμότερο να επιτεθούν εκείνοι στους Μουσουλμάνους, παρά να κινηθούν προς τις πηγές και να δεχτούν την επίθεση των αντιπάλων τους, αλλά δεν τα κατάφεραν και ο Χριστιανικός στρατός ξεκίνησε την τελευταία πορεία του προς το Χαττίν. Ελάχιστοι (μάλλον λιγότεροι από δέκα) ιππότες και σεργέντοι αυτομόλησαν στον αντίπαλο, ενημερώνοντάς τον για την απελπιστική θέση των πρώην συμπολεμιστών τους.

Ενώ οι Χριστιανοί άρχισαν να κινούνται, οι Μουσουλμάνοι έβαλαν φωτιά στα φρύγανα και τα χαμόκλαδα που είχαν συγκεντρώσει την προηγούμενη νύχτα και επιτέθηκαν υπό την κάλυψη του καπνού. Οι πρώτες επιθέσεις αποκρούστηκαν και μάλιστα οι Ναΐτες που βρίσκονταν στο κέντρο της παράταξης, με μία ορμητική επέλαση με τη λόγχη, κατόρθωσαν να πλήξουν με ορμή και να διασπάσουν προσωρινά τις γραμμές των Μουσουλμάνων. Σύμφωνα με Μουσουλμάνους χρονικογράφους, οι πρώτες εκείνες αντεπιθέσεις των Χριστιανών και ιδιαίτερα των τρομερών Ναϊτών λίγο έλειψε να ανατρέψουν το σκηνικό, αλλά η αποφασιστική στάση των ''επαγγελματικών'' τμημάτων του Μουσουλμανικού στρατού δεν το επέτρεψε.

H μάχη πλέον είχε αρχίσει για τα καλά και οι Λατίνοι προσπάθησαν να σχηματίσουν παράταξη μάχης. Οι πεζοί (δορυφόροι, βαλλιστριδοφόροι, τοξότες) σχημάτισαν τρία υποτυπώδη τετράγωνα, που στο εσωτερικό τους φιλοξενούσαν το ιππικό που αποτελούσαν οι ιππότες, οι σεργέντοι και οι Τουρκόπουλοι. Τα πρώτα σημάδια της καταστροφής ήταν ήδη ορατά. Ήδη το πεζικό άρχισε να κινείται ξεχωριστά από το ιππικό και οι Μουσουλμάνοι εκμεταλλεύονταν κάθε κενό που έβρισκαν. Οι Λατίνοι συνέχιζαν να προχωρούν μέσα από μία κόλαση ατσαλιού, βελών που σφύριζαν ολόγυρά τους και καπνού και ενώ ο ήλιος είχε ήδη αρχίσει να ανεβαίνει ψηλά στον ουρανό και να καταπονεί περισσότερο τους αντιμαχόμενους.

Εκείνη τη στιγμή, ο Ρεϋμόνδος, επικεφαλής ενός τμήματος του Χριστιανικού στρατού που βρισκόταν στην προφυλακή, προχώρησε σε μία πράξη που έχει προκαλέσει αρκετές συζητήσεις ανά τους αιώνες. Σχεδίασε και εκτέλεσε μία ορμητική επέλαση του ιππικού του προς την κατεύθυνση του χωριού του Χαττίν και στην κατωφέρεια των λόφων. Σύμφωνα με τους χρονικογράφους της εποχής, ο Ρεϋμόνδος δεν συνάντησε την παραμικρή αντίσταση από τους στρατιώτες του δεξιού μέρους του στρατού του Σαλαντίν, που διοικούσε ο Τακί αλ Ντιν. O τελευταίος είχε προφανώς διατάξει τους στρατιώτες του να ανοίξουν τις γραμμές τους και να επιτρέψουν στην ορμητική επέλαση του ιππικού (ας μην ξεχνάμε και ότι επέλαυναν σε κατηφορικό πεδίο) να περάσει από την άλλη πλευρά.

Μόλις έγινε αυτό, οι Μουσουλμάνοι έκλεισαν τα ανοίγματα και στράφηκαν προς τους ιππότες. Φυσικά, επάνοδος του Ρεϋμόνδου και προσπάθεια να διασπαστεί από τα έξω ο κλοιός και μάλιστα στην ανηφόρα, θα συνιστούσε αυτοκτονία. Την ίδια ώρα, οι υπόλοιποι Χριστιανοί βρίσκονταν μέσα στον κλοιό θανάτου. Μόνο ο Μπάλιαν ντ' Ιμπελίν με μέρος της οπισθοφυλακής είχε κατορθώσει να ξεφύγει. O Γκυ, ελπίζοντας ίσως ότι θα σταματήσει την επέλαση των Μουσουλμάνων σε μία ισχυρή αμυντική θέση και θεωρώντας ότι ίσως έτσι ''πείσει'' το σύνολο του στρατού του να πολεμήσει αποφασιστικά, διέταξε να στηθούν οι σκηνές και να παραταχθούν όλοι για άμυνα. Ωστόσο, η συνοχή και η πειθαρχία ήταν ήδη παρελθόν για το στρατό των Λατίνων.

Οι ιππότες και οι σεργέντοι τον υπάκουσαν, αλλά όχι και το πεζικό. Κατώτερης κοινωνικής τάξης οι τελευταίοι, ήταν εκείνοι που είχαν ταλαιπωρηθεί περισσότερο κατά τη διάρκεια της πορείας και κατά πάσα πιθανότητα ήταν ήδη σχεδόν ένα 24ωρο χωρίς νερό (οι ιππότες προτιμούσαν να ποτίσουν τα πολύτιμα άλογά τους παρά να δώσουν λίγο νερό στους ''κατώτερους'' πεζικάριους). H πίστη τους στη νίκη είχε ήδη εξανεμιστεί και αντί να παραταχθούν για άμυνα, κινήθηκαν προς την οχυρή τοποθεσία που ήταν λίγες εκατοντάδες μέτρα μακριά τους, τα ''κέρατα του Χαττίν''. Στις επανειλημμένες εκκλήσεις του Γκυ και των αρχιεπισκόπων που συνόδευαν τον Τίμιο Σταυρό, οι καταπονημένοι στρατιώτες απάντησαν ότι δεν μπορούν πλέον να πολεμήσουν και ότι θέλουν νερό.

Πολλοί μελετητές σημειώνουν ως απορίας άξιο πώς πέρασαν οι πεζοί προς το λόφο, ο οποίος βάσει της αρχικής διάταξης της μάχης καλυπτόταν πλήρως από το δεξί πλευρό (και μερικώς από το κέντρο) του Μουσουλμανικού στρατού. Όμως, προφανώς, στην πορεία της μάχης το στράτευμα περιστράφηκε, ακολουθώντας την πορεία των Λατίνων. Σχεδόν το σύνολο των ιπποτών μάχονταν πλέον χωρίς τα άλογά τους και οι Μουσουλμάνοι τούς πίεζαν συνεχώς. O Γκυ δεν είχε άλλη επιλογή από το να ακολουθήσει το πεζικό με τους ιππότες του και να ανέβει στο νότιο λόφο, όπου ετοιμάστηκαν να δεχτούν την επίθεση του Σαλαντίν. O τελευταίος, βλέποντας τους αντιπάλους του να έχουν υποχωρήσει σε μία θέση που δεν επέτρεπε διαφυγή, διέταξε γενική επίθεση.

Οι Μουσουλμάνοι, επελαύνοντας από όλες τις πλευρές, ακόμη και από την απότομη πλευρά των λόφων, σύντομα κατέβαλλαν τους εξουθενωμένους Λατίνους. Οι τελευταίες στιγμές της μάχης σηματοδοτήθηκαν από την αρπαγή από τους Μουσουλμάνους του Τιμίου Σταυρού. Από εκεί και πέρα το ήδη καταρρακωμένο ηθικό τους υπέστη ακόμη ένα τρομερό χτύπημα και οι Λατίνοι άρχισαν να παραδίδονται -πρώτα το πεζικό στο βόρειο ''κέρατο'' και στη συνέχεια οι ιππότες στο νότιο. Οι απώλειες ήταν τρομακτικές και ουδέποτε συνήλθαν οι Λατίνοι από τον χαμό τόσων άξιων ανδρών. H αφρόκρεμα των ιπποτών της Χριστιανικής M. Ανατολής ήταν στα χέρια του Σαλαντίν.

O βασιλιάς Γκυ, τα αδέλφια του Γοδεφρίδος και Αμάλριχος, ο Ρεϋνάλδος του Σατιλιόν, ο Χάμφρεϋ του Τορόν, οι μάγιστροι των Ναϊτών και των Ιωαννιτών και πολλές δεκάδες σημαινόντων ιπποτών συνελήφθησαν αιχμάλωτοι. O Σαλαδίνος χάρισε τη ζωή σε όλους τους επιφανείς αιχμαλώτους του, εκτός από τον Ρεϋνάλδο του Σατιλιόν, ο οποίος βρήκε το θάνατο από τα χέρια του σουλτάνου της Συρίας και της Αιγύπτου, όπως ακριβώς είχε ορκιστεί ο τελευταίος ότι θα γινόταν. Αντίθετα με τους ''επώνυμους'' και γενικά τους ιππότες, που μπορούσαν να υπολογίζουν στη βοήθεια της οικογένειας ή του επικυρίαρχού τους για να πληρωθούν τα λύτρα που ζήτησε στη συνέχεια ο Σαλαντίν για την απελευθέρωσή τους, οι απλοί στρατιώτες δεν περίμεναν τέτοια μεταχείριση.


Οι περισσότεροι πουλήθηκανστα σκλαβοπάζαρα της Ανατολής. Όμως και η μοίρα των Ναϊτών και των υπόλοιπων ταγματικών που συμμετείχαν στη μάχη ήταν τραγική. Περί τους 180 με 190 Ναΐτες και μερικές δεκάδες Ιωαννίτες συνέλαβαν αιχμαλώτους οι ''Σαρακηνοί'' και όλοι (ή, κατ’ άλλες πηγές, σχεδόν όλοι) σφαγιάστηκαν επί τόπου κατόπιν εντολής του Σαλαντίν. Σύμφωνα με κάποιες πηγές, ο Σαλαντίν δεν εκτέλεσε αμέσως τους αιχμάλωτους, αλλά τους έθεσε ενώπιον ενός φρικτού διλήμματος: να βαφτιστούν Μουσουλμάνοι ή να εκτελεστούν. Αν και η συντριπτική πλειονότητα των Ναϊτών και Ιωαννιτών προτίμησαν τη σφαγή, ένας μικρός αριθμός άλλαξε πίστη και υπηρέτησε το Σαλαντίν.

Μάλιστα αρκετά χρόνια μετά -περί τα 1210- Μουσουλμανικές πηγές υποδεικνύουν έναν πρώην Ναΐτη επιζώντα του Χαττίν που υπηρετούσε ως Μουσουλμάνος φρούραρχος του Χαλεπίου. O Γεράρδος για μία ακόμη φορά δεν μοιράστηκε τη μοίρα των ανδρών του και κατόρθωσε να εξαγοράσει τη ζωή του μετά από επίμονες παρακλήσεις του Γκυ.

Οι Ναΐτες στις Πολιορκίες

H κατοχή ενός κάστρου αποτελούσε το κομβικό σημείο στην προσπάθεια ελέγχου μιας περιοχής. Οι Ναΐτες το γνώριζαν καλά αυτό από την Ευρώπη, όπου το σύστημα των κάστρων και των τειχισμένων πόλεων είχε αρχίσει να αναπτύσσεται ήδη στα τέλη της αρχαιότητας, όταν με την έλευση των βάρβαρων γερμανικών φυλών είχε απειληθεί με αφανισμό η αγροτική οικονομία της υπαίθρου. Ειδικά στις Λατινικές ηγεμονίες της M. Ανατολής, η εγγύτητα των εχθρών και η αραιή κατοίκηση φίλιων πληθυσμών επέβαλλαν την κατοχή κάστρων σε κομβικά σημεία και κυρίως περάσματα, ώστε να ελέγχεται η κίνηση και κατ' επέκταση ολόκληρη η περιοχή όπου βρισκόταν το κάστρο.

Οι μεγάλες μάχες που έλαβαν χώρα κατά τη διάρκεια της σύντομης ύπαρξης των σταυροφορικών βασιλείων δεν είναι πολλές. Αντίθετα, οι πολιορκίες φρουρίων είναι αμέτρητες. Σε πολλές από αυτές τις πολιορκίες συμμετείχαν οι δυνάμεις των Ναϊτών, που διακρίθηκαν, αν και ορισμένες φορές όχι με θετικό τρόπο. Για παράδειγμα είναι γνωστά τα γεγονότα κατά την πολιορκία της Ασκαλώνας. H περίφημη πόλη, που βρισκόταν στα σύνορα του Σουλτανάτου της Αιγύπτου, αποτέλεσε στόχο ήδη από την A' Σταυροφορία, αλλά οι Λατίνοι δεν κατάφεραν να την κατακτήσουν.

Μετά τη B' Σταυροφορία και αφού οι Χριστιανοί εξασφάλισαν κάποιες νίκες στη μάχη τους με το Βασίλειο της Συρίας του Νουρ αντ Ντιν, ο Βαλδουίνος της Ιερουσαλήμ αποφάσισε το 1153 να επιτεθεί ξανά στην Ασκαλώνα. Από τη Χριστιανική πανστρατιά, όπως εξελίχθηκε η εκστρατεία, δεν θα μπορούσαν να λείπουν οι Ναΐτες, που απέστειλαν ένα σημαντικό τμήμα του στρατού τους υπό τον μάγιστρο του τάγματος, Βερνάρδο του Τρεμελέ. Το στράτευμα πολιόρκησε την πόλη, που στην πραγματικότητα ήταν ένα εκτεταμένο φρούριο το οποίο μπορούσε να αντέξει σε μακρόχρονη πίεση. Στην πολιορκία αυτή προέκυψε μία από τις πλέον αμφιλεγόμενες στιγμές στην πολεμική ιστορία των Ναϊτών, σύμφωνα με το χρονικό του Γουλιέλμου της Τύρου.

Πέντε μήνες μετά την έναρξη της πολιορκίας, η φρουρά της πόλης προσπάθησε να βάλει φωτιά στους πύργους που είχαν κατασκευάσει οι σταυροφόροι. Δεν υπολόγισαν όμως σωστά τον άνεμο, ο οποίος έσπρωξε τη φωτιά μέσα στο φρούριο, με αποτέλεσμα να καταρρεύσει ένα μικρό τμήμα του τείχους, απ' όπου εισήλθαν οι ιππότες του Ναού που βρίσκονταν εκεί. Το περίεργο είναι ότι ο μάγιστρος των Ναϊτών -σύμφωνα με τις μαρτυρίες του Γουλιέλμου της Τύρου- προσπαθούσε να αποθαρρύνει και να εμποδίσει τους υπόλοιπους ιππότες που μετείχαν στην πολιορκία να ακολουθήσουν. O Γουλιέλμος το αποδίδει στην άμετρη φιλοδοξία και αλαζονεία των Ναϊτών που ήθελαν να κατακτήσουν μόνοι τους το κάστρο.

O Βερνάρδος, πάντως, ακολούθησε τους ιππότες του, με αποτέλεσμα να φονευθούν ο μάγιστρος και 40 από τους αδελφούς ιππότες του τάγματος και τα ακέφαλα πτώματά τους να κρεμαστούν από τις πολεμίστρες του φρουρίου. Το περιστατικό αυτό δεν επιβεβαιώνεται από άλλη πηγή πέραν του Γουλιέλμου. Πάντως το φρούριο, με τη συμβολή και των Ναϊτών, τελικά έπεσε μετά από έφοδο των σταυροφόρων στις 19 Αυγούστου. Όμως οι ιππότες του Ναού έλαβαν μέρος και σε πολλές ακόμη πολιορκίες. Ιδιαίτερα αξιοσημείωτες είναι οι εξής: Η αποτυχημένη πολιορκία της Δαμασκού το 1148, στο πλαίσιο της B' Σταυροφορίας, όταν ο ίδιος ο βασιλιάς της Γαλλίας -τον οποίο είχαν ευεργετήσει οι Ναΐτες- απέδωσε την αποτυχία της εκστρατείας στην παρελκυστική τακτική των Ναϊτών και των τοπικών αρχόντων.

Προφανώς οι αιτιάσεις του ήταν δικαιολογημένες. Είδαμε παραπάνω ότι οι Ναΐτες έλαβαν μέρος με ισχυρή δύναμη, που σχεδόν εξοντώθηκε, στην πολιορκία του Χαρίμ το 1177. Στην αιματηρή πολιορκία της Άκρας, οι Ναΐτες έπαιξαν καθοριστικό ρόλο, αλλά υπέστησαν βαριές απώλειες. Στις δύο πολιορκίες της Δαμιέτας, το 1218 - 1219 και το 1249, οι Ναΐτες επίσης συνέβαλλαν με στρατεύματα, μηχανικούς και εφόδια. H εμπειρία και οι γνώσεις που είχαν αποκτήσει οι ιππότες του Ναού κατά τη διάρκεια της μακρόχρονης πορείας τους στη M. Ανατολή αποδείχτηκαν εξαιρετικά πολύτιμες στις περισσότερες από τις πολιορκίες που έλαβαν μέρος.

Στη Δαμιέτα και στην Άκρα, αδελφοί - τεχνίτες αλλά και μισθοφόροι του τάγματος κατασκεύασαν τις περισσότερες από τις πολιορκητικές μηχανές που χρησιμοποίησαν οι σταυροφόροι για να επιτεθούν στα επιβλητικά τείχη. Στη Δαμιέτα οι Ναΐτες είχαν στη διάθεσή τους ένα από τα εντυπωσιακότερα τρεμπουσέ του καιρού τους, δωρεά του δούκα της Αυστρίας προς το τάγμα. Το τρεμπουσέ ήταν μία εξέλιξη του καταπέλτη και λειτουργούσε με ένα αντίβαρο. Ήταν σε θέση, λόγω του περίπλοκου μηχανισμού και του μεγέθους του, να εξακοντίζει τεράστιους ογκόλιθους σε μεγάλες αποστάσεις, αποτελώντας με τον τρόπο αυτό το ισχυρότερο πολιορκητικό μηχάνημα του Μεσαίωνα πριν από την εφεύρεση των κανονιών.

Αλλά οι Ναΐτες, καθώς είχαν στην κατοχή τους πάρα πολλά κάστρα, ήταν αναγκασμένοι πολύ συχνά να υπερασπίζουν οι ίδιοι τα φρούριά τους από επιθέσεις Μουσουλμάνων. Σε κάποιες περιπτώσεις επέλεξαν να πολεμήσουν μέχρις εσχάτων, ενώ σε κάποιες άλλες δέχτηκαν να παραδοθούν. Συνήθως μία πολιορκία, εφόσον δεν συνέδραμαν τους υπερασπιστές δυνάμεις εκτός φρουρίου, κατέληγε σε κατάληψη του οχυρού. Παρόλα αυτά οι ιππότες του Ναού κατόρθωσαν σε πολλές περιπτώσεις να αντισταθούν στους μουσουλμάνους και να υπερασπιστούν με επιτυχία τα κάστρα τους. Μία από αυτές ήταν η πολιορκία του οχυρού της Τορτόσα, που άντεξε στις επιθέσεις του Σαλαντίν το 1188.


Αντίθετα, στο Ναρμπσάκ οι Ναΐτες υπερασπιστές αναγκάστηκαν να παραδώσουν το κάστρο, όταν ένας από τους πύργους κατέρρευσε από τη δράση των Μουσουλμάνων υπονομευτών. O Κούρδος πολέμαρχος κατόρθωσε να καταλάβει και το περίφημο Μπαγκράς, μετά από αδιάκοπο ''βομβαρδισμό'' πολλών ημερών. Στην περίπτωση αυτή, οι Ναΐτες παραδόθηκαν μετά τη διαβεβαίωση του Σαλαντίν ότι θα τους επέτρεπε να διαφύγουν στην Αντιόχεια χωρίς να τους πειράξει. O Σαλαντίν ήταν ένας άνθρωπος που κρατούσε το λόγο του, ωστόσο δεν συνέβη το ίδιο και με τον σουλτάνο Μπαϋμπάρς, αρκετές δεκαετίες αργότερα, ο οποίος έπεισε με παρόμοιο επιχείρημα τους υπερασπιστές του Σαφέντ να του παραδώσουν το κάστρο.

Όταν όμως οι Ναΐτες και οι μισθοφόροι τους προσπάθησαν να αποχωρήσουν, οι δυνάμεις του Μαμελούκου σουλτάνου τούς συνέλαβαν και στη συνέχεια τους εκτέλεσαν. O ίδιος ο Μπαϋμπάρς επιτέθηκε και στο Μπαγκράς (στο μεταξύ είχε περάσει ξανά υπό τον έλεγχο των Ναϊτών) το 1268, όπου συνέβη ένα περίεργο περιστατικό. Παρότι οι Ναΐτες γνώριζαν τη μοίρα των συναδέλφων τους του Σαφέντ, ένας από τους αδελφούς ιππότες με δική του πρωτοβουλία διαπραγματεύθηκε την παράδοση του κάστρου στις δυνάμεις των Μαμελούκων. H Αντιόχεια είχε ήδη πέσει και η παραμονή των δυνάμεων των Χριστιανών σε ένα κάστρο που δεν φρουρούσε πλέον τίποτε ήταν περιττή.

Οι υπόλοιποι Ναΐτες της φρουράς ήταν βέβαιοι ότι ο σουλτάνος θα τους πρόδιδε και θα τους εκτελούσε. Όμως οι μισθοφόροι που ήταν μεταξύ των υπερασπιστών του κάστρου -και μάλιστα αποτελούσαν την πλειονότητα- πίστεψαν ότι θα τους επέτρεπε να φύγουν. Τελικώς οι αδελφοί, εκτιμώντας τη θέση τους ως απελπιστική και γνωρίζοντας ότι δεν είχαν πλέον να περιμένουν βοήθεια από την Αντιόχεια, αποφάσισαν να παραδοθούν. O Μπαϋμπάρς κράτησε το λόγο του, οπότε οι Ναΐτες αναχώρησαν για τα πλησιέστερα διοικητήρια του τάγματος. O Μεγάλος Μάγιστρος Θωμάς Μπεράρ είχε ήδη δώσει την εντολή για παράδοση του κάστρου, η οποία όμως ουδέποτε έφθασε στους υπερασπιστές του κάστρου, αφού αυτοί είχαν ήδη αποχωρήσει.

Πριν εκκενώσουν το κάστρο, απέτυχαν στην προσπάθειά τους να καταστρέψουν τις προμήθειες και τα όπλα που είχαν αποθηκευτεί στο Μπαγκράς, παρά τη ρητή εντολή που υπήρχε για τέτοιες περιστάσεις. Έτσι, οι αδελφοί ιππότες και σεργέντοι που αποτελούσαν τη φρουρά του Μπαγκράς τιμωρήθηκαν αυστηρά με απώλεια των προνομίων τους για ''ένα χρόνο και μία μέρα'', όχι επειδή παρέδωσαν το κάστρο, αλλά επειδή απέτυχαν να καταστρέψουν τα εφόδια.

Οι Τραπεζίτες του Χριστού

Περισσότερο από τη στρατιωτική αξία τους, οι Ναΐτες έγιναν διάσημοι για τις επιχειρηματικές προσπάθειές τους. Το τάγμα είχε ανάγκη από άφθονους πόρους για να χρηματοδοτήσει το έργο της υπεράσπισης των Αγίων Τόπων. Αυτοί οι πόροι βρέθηκαν τόσο από τις δωρεές πολλών ευσεβών χριστιανών και από τα προνόμια που παραχώρησαν στο τάγμα οι Πάπες της Ρώμης όσο και από τις επιχειρηματικές δραστηριότητές τους. Είδαμε και στα προηγούμενα κεφάλαια ότι το τάγμα των φτωχών ιπποτών του Χριστού και του Ναού του Σολομώντα ήδη από τις πρώτες ημέρες της ''επίσημης'' ύπαρξής του είχε προσελκύσει πολυάριθμους δωρητές, οι οποίοι είχαν προσφέρει αγαθά, περιουσίες και υπηρεσίες στο τάγμα.

Παράλληλα, εκκλησιαστικές (κυρίως) αλλά και κοσμικές αρχές είχαν προσφέρει στους Ναΐτες προνόμια τα οποία μέχρι το σημείο εκείνο αποτελούσαν αποκλειστικότητα της Εκκλησίας ή των βασιλιάδων (λ.χ. συλλογή φόρων). Ένας τρίτος παράγοντας που συνεισέφερε στην ευμάρεια των Ναϊτών ήταν η ''υποχρέωση'' των νέων μελών να μεταβιβάζουν στο τάγμα την περιουσία τους, ώστε να καθίστανται πένητες και να έχουν το δικαίωμα συμμετοχής στο Ναό. Το αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν οι Ναΐτες σύντομα να αποκτήσουν μεγάλη οικονομική ισχύ. Το τάγμα την εποχή της μέγιστης ακμής του είχε καταστεί ο ισχυρότερος οικονομικός οργανισμός του Μεσαίωνα μετά τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία.

H ευμάρεια όμως των λευκοντυμένων ιπποτών ενοχλούσε πολλούς. Ιδιαίτερα την περίοδο που οι Άγιοι Τόποι ανακαταλαμβάνονταν από τους ''απίστους'', πολλοί αναρωτιόνταν μήπως τελικά οι Ναΐτες δεν διαθέτουν τα πλούτη τους για να υπερασπίζονται το Ναό του Κυρίου αλλά για τη δική τους καλοπέραση. Μάλιστα, είχαν γίνει συνώνυμο της φιλαργυρίας, αφού ήταν διαβόητη η ''αυτοσυγκράτησή'' τους όταν επρόκειτο να δώσουν ελεημοσύνη στους φτωχούς. H ελεημοσύνη εθεωρείτο μία από τις ''υποχρεώσεις'' των εκκλησιαστικών και κοσμικών αρχόντων, εξαιτίας της εξαθλίωσης μεγάλων τμημάτων της κοινωνίας την εποχή του Μεσαίωνα.

Αυτή η εξαθλίωση εν πολλοίς οφειλόταν στη συγκέντρωση των γαιών, των περιουσιών και των προσόδων σε ένα πολύ μικρό τμήμα της κοινωνίας, εν προκειμένω στην Εκκλησία, στους ευγενείς και σε οργανισμούς όπως τα ιπποτικά και τα μοναστικά τάγματα, οπότε θεωρούνταν υποχρέωση των οικονομικά ισχυρών, ιδιαίτερα όσων είχαν σχέση με την Εκκλησία, να συνδράμουν τους φτωχούς. Αντίθετα με τους Οσπιταλιέρους, οι Ναΐτες δεν ήταν ιδιαίτερα γενναιόδωροι και η μικρή συνεισφορά τους -σε αντίθεση με την τεράστια περιουσία τους- στηλιτεύτηκε από πολλούς σχολιαστές. Παρόλα αυτά, χάρη στις αναμφισβήτητες ικανότητες των Ναϊτών στον τομέα της οικονομικής διαχείρισης, ήταν πολύ συχνή η ανάθεση σε υψηλόβαθμους του τάγματος καθηκόντων ''βασιλικού ελεημοσυνάριου''.

Επρόκειτο για τους διαχειριστές περιουσιών οι οποίες προορίζονταν για φιλανθρωπικούς σκοπούς και τις οποίες συνήθως εκχωρούσαν στους αξιωματούχους του τάγματος βασιλικοί οίκοι της Ευρώπης. Τα μεγάλα πλούτη του Ναού ήταν κοινό μυστικό για τους σύγχρονούς τους, αν και σε ορισμένες περιπτώσεις οι γνωστές υπερβολές έκαναν την εμφάνισή τους. Φυσικά δεν ήταν υπερβολή ότι στην περίοδο της μέγιστης ακμής του το τάγμα διέθετε πάνω από 9.000 φέουδα, μικρά ή μεγάλα, από αγροτεμάχια 20 ή 30 στρεμμάτων, έως κανονικά φέουδα των 100 ή 200 εκταρίων, ούτε ότι στα μέσα του 13ου αιώνα οι Ναΐτες διέθεταν αρχηγεία σε όλες τις σημαντικές πόλεις και κωμοπόλεις της Γαλλίας και του μεγαλύτερου μέρους της Δυτικής Ευρώπης.

Επίσης, δεν ήταν μυστικό ότι ο πλούτος του Ναού ήταν τόσος που οι Ναΐτες αποτελούσαν τους μεγαλύτερους χρηματοδότες και πιστωτές τουλάχιστον δύο εκ των ισχυρότερων ηγεμόνων της Ευρώπης, του βασιλιά της Γαλλίας και του ομολόγου του της Αραγονίας. Το Διοικητήριο στο Παρίσι ήταν ένα από τα σημαντικότερα οικονομικά κέντρα του Μεσαιωνικού κόσμου, όπως παραδίδουν πολλές πηγές και τα πλούτη που είχαν συγκεντρωθεί σε αυτό ξεπερνούσαν εκείνα πολλών βασιλείων. Παρόλα αυτά, ο Ναός συχνά βρισκόταν σε αδυναμία να εξασφαλίσει τα τεράστια ποσά που απαιτούσε το βασίλειο της Γαλλίας. Οι απαιτήσεις των Γάλλων μοναρχών είχαν γίνει τόσο μεγάλες, που οι Ναΐτες έσπευδαν να εξασφαλίζουν τα ποσά που δεν μπορούσαν οι ίδιοι να εκχωρήσουν μέσω τρίτων πηγών.


Ήταν άλλωστε γνωστό ότι οι Ναΐτες ήταν οι πιο επιτυχημένοι τραπεζίτες του Μεσαίωνα, πιο επιτυχημένοι ακόμη και από τους Εβραίους συναδέλφους τους. Οι απαρχές της λειτουργίας του Ναού ως τραπεζικού οργανισμού βρίσκονται στην Ιβηρική. Σύμφωνα με μία εκδοχή, κάποιοι Ισπανοί προσκυνητές επιθυμούσαν να επισκεφθούν τους Αγίους Τόπους αλλά δεν διέθεταν αρκετά χρήματα. Οι Ναΐτες δάνειζαν στους προσκυνητές χρήματα για να μπορέσουν να κάνουν το μεγάλο και ακριβό ταξίδι. Αυτή η πρακτική άρχισε να παγιοποιείται στη συνέχεια και να εξελίσσεται σε καθορισμένη διαδικασία με κανόνες και τυπικό.

Σιγά-σιγά, με όπλο την οικονομική ευρωστία τους, οι Ναΐτες δημιούργησαν στόλο, με τον οποίο έκαναν μεταφορές προσκυνητών και εμπορευμάτων από και προς τους Αγίους Τόπους αλλά και αλλού. Βέβαια, κατηγορήθηκαν συχνά για αθέμιτο ανταγωνισμό, τόσο στη δραστηριότητά τους ως τραπεζίτες όσο και σε άλλες. H κατηγορία αφορούσε στο ότι το τάγμα δάνειζε χρήματα με τόκο 10%, ενώ το ανώτερο επιτρεπόμενο για χριστιανό (βάσει των κανόνων της Εκκλησίας για τη σιμωνία) ήταν 12%, το οποίο συνήθως εξαντλούσαν οι Χριστιανοί τραπεζίτες, θέλοντας να μεγιστοποιήσουν τα κέρδη τους. Ακόμη πιο έντονος ήταν ο ανταγωνισμός για τους Εβραίους, οι οποίοι δάνειζαν με 20% ή και μεγαλύτερο τόκο.

Οι Ναΐτες εγκατέστησαν ένα πρωτοποριακό σύστημα επικοινωνίας και συναλλαγών, με αποτέλεσμα να είναι δυνατόν κάποιος να δανείζεται ένα ποσό, λ.χ., στην Ακρα και να το αποπληρώνει στην Προβηγκία. Δημιούργησαν επίσης ένα πρωτότυπο σύστημα εξασφάλισης της αυθεντικότητας των συναλλαγών και των αποδεικτικών του δανεισμού. Οι πρώτες ''επιταγές'' της ιστορίας κατά πάσα πιθανότητα προήλθαν από αυτήν ακριβώς τη δραστηριότητα των Ναϊτών. Οι πολυάριθμοι καταρτισμένοι περί των οικονομικών υπάλληλοί τους εξασφάλιζαν ότι ούτε μία δεκάρα δεν θα χανόταν για το τάγμα.

Κατά ένα μεγάλο ποσοστό η επίμονη φήμη για τη διαβόητη φιλαργυρία των Ναϊτών προέρχεται από τον τρόπο με τον οποίο περιφρουρούσαν τις τραπεζικές συναλλαγές τους και διεκδικούσαν στο ακέραιο το ποσό που είχαν δανείσει με τους αναλογούντες τόκους. Σε πολλές περιπτώσεις οι Ναΐτες φέρονται να έχουν δανείσει χρήματα χωρίς τόκο ή ακόμη και χωρίς να απαιτήσουν την αποπληρωμή του χρέους. Αλλά αυτό ίσχυε για ισχυρούς κοσμικούς άρχοντες, που ''ξεχρέωναν'' αργότερα εμμέσως τις υπηρεσίες που τους προσέφερε το τάγμα, δίνοντας ακόμη περισσότερα προνόμια ή γαίες ή άλλες προσόδους στο Ναό. Αυτό πάντως ήταν η εξαίρεση, αφού κατά κανόνα οι Ναΐτες προσπαθούσαν να εισπράξουν άμεσα το χρέος.

Ασφαλώς δεν δάνειζαν μόνο ηγεμόνες και ισχυρούς οίκους, αλλά ακόμη και εμπόρους, μικροάρχοντες και οποιονδήποτε γενικά είχε τα εχέγγυα για να αποπληρώσει το χρέος αργότερα. Φυσικά ο δανεισμός δεν ήταν η μόνη τραπεζική υπηρεσία που προσέφεραν οι Ναΐτες. Τα αρχηγεία τους θεωρούνταν τα ασφαλέστερα θησαυροφυλάκια σε ολόκληρη τη Δύση και οι λευκοντυμένοι ιππότες σπάνια έχαναν κάτι που τους είχαν εμπιστευτεί. Για το λόγο αυτό, η φύλαξη ολόκληρων θησαυρών, ακόμη και των θησαυρών του Γαλλικού στέμματος, συχνά ήταν καθήκον των παραρτημάτων του Ναού. Στο Ναϊτικό Διοικητήριο του Παρισιού οι Καπέτοι μονάρχες εμπιστεύονταν τα τιμαλφή τους και οι ιππότες ουδέποτε τους απογοήτευσαν.

Επίσης οι Ναΐτες, λόγω των αναγκών του τραπεζικού συστήματός τους, είχαν αναπτύξει και άλλες υπηρεσίες, όπως αυτήν της μεταφοράς χρημάτων. Πέραν του αναμφισβήτητου κύρους και της δύναμης του τάγματος, που αποθάρρυνε τους επίδοξους ληστές που την εποχή αυτή λυμαίνονταν την ύπαιθρο, υπήρχε ακόμη ένας λόγος για τον οποίο οι Ναΐτες μετέφεραν με ασφάλεια μεγάλα ποσά: η συνοδεία των ποσών ήταν όχι μόνο ένοπλη, αλλά και πολυάριθμη, συνήθως με επικεφαλής έναν ή περισσότερους πάνοπλους αδελφούς ιππότες, που είχαν υπό τις διαταγές τους αρκετούς σεργέντους και μισθοφόρους. Αυτή η οπλισμένη συνοδεία εξασφάλιζε ότι, ένα σεντούκι που ξεκινούσε από τη Μασσαλία θα έφθανε στο Παρίσι ή ένα κιβώτιο με τιμαλφή από τη Βαρκελώνη θα πήγαινε στη Ρώμη χωρίς να ''εξαφανιστεί'' το περιεχόμενό του στην πορεία.

Κατ' επανάληψη σημαντικοί κοσμικοί και εκκλησιαστικοί άρχοντες αναφέρονταν κολακευτικά στις οικονομικές υπηρεσίες του τάγματος, ιδιαίτερα όσον αφορά στη μεταφορά χρημάτων. O Πάπας Ονώριος Γ' το 1220 ανέφερε μιλώντας στον λεγάτο Πελάγιο ότι δεν θα μπορούσε να βρει κάποιον άλλο να εμπιστευτεί περισσότερο για τη μεταφορά μεγάλων χρηματικών ποσών. Οι Ναΐτες όμως δεν ήταν πρωτοπόροι μόνο στον τραπεζικό τομέα αλλά και σε αυτόν των ασφαλειών ζωής. Είχαν εγκαταστήσει ένα σύστημα με το οποίο δέχονταν δωρεές κάποιας αξίας (αγροκτήματα, άλλες εκτάσεις, σπίτια) από Χριστιανούς, στους οποίους εν συνεχεία χορηγούσαν διά βίου ένα ποσό ως ετήσια πρόσοδο ή σύνταξη.

Σε μία εποχή που η αβεβαιότητα ήταν μέρος της καθημερινής ζωής σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό απ' ό,τι σήμερα, μπορούμε να φανταστούμε ότι μια τέτοια εξασφάλιση φάνταζε μεγάλη ευκαιρία για πολλούς. Αναφερθήκαμε επίσης στη δημιουργία ισχυρού στόλου από τους Ναΐτες. Οι πρώτες αναφορές για το στόλο αυτό προέρχονται από το 1207, ωστόσο δεν αποκλείεται δύο δεκαετίες πριν από το έτος αυτό το τάγμα να είχε ξεκινήσει να ναυπηγεί δικά του πλοία. Πάντως, μέσα στη δεύτερη δεκαετία του 13ου αιώνα οι Ναΐτες φαίνεται να έχουν εξελιχθεί σε εφοπλιστές. O στόλος αυτός αποτελείτο κυρίως από εξοπλισμένα επιβατηγά πλοία, τα οποία αναχωρούσαν είτε από το Λα Ροσέλ στη Βορειοδυτική Γαλλία, είτε από τα λιμάνια της Προβηγκίας, είτε από αυτά της Ιβηρικής.

Το σημαντικότερο όμως λιμάνι όσον αφορά στην εμπορική και επιβατική δραστηριότητα των Ναϊτών ήταν η Μασσαλία. Μέσω αυτού διοχετευόταν το μεγαλύτερο μέρος της κίνησης των πλοίων του τάγματος που επικοινωνούσαν τόσο με τους Αγίους Τόπους όσο και με τα λιμάνια της Δαλματίας και των άλλων περιοχών όπου οι Ναΐτες είχαν συμφέροντα. Συνήθως αυτά τα πλοία επιτελούσαν διττό ρόλο, επιβατηγών και εμπορικών, ενώ ο κύριος τόπος με τον οποίο συναλλάσσονταν ήταν βεβαίως η Ουτρεμέρ. Τα πολύτιμα προϊόντα της Ανατολής που μετέφεραν στη Δ. Ευρώπη τα μπάρκα των Ναϊτών ήταν μια σταθερή πηγή εισοδήματος.

Ενώ οι πολυάριθμοι προσκυνητές που χρησιμοποιούσαν τα πλοία του τάγματος για να επισκέπτονται τη M. Ανατολή και να επιστρέφουν στα σπίτια τους στην Ευρώπη, εξασφάλιζαν στο Ναό ένα επιπλέον εισόδημα. Το μεγάλο όπλο των Ναϊτών χάρη στο οποίο προσέλκυαν σημαντική πελατεία για τα πλοία τους ήταν και σε αυτή την περίπτωση η πάνοπλη συνοδεία ιπποτών και σεργέντων που επιβιβαζόταν σε κάθε ταξίδι και εξασφάλιζε το πλοίο, το εμπόρευμα και τους επιβάτες από τους πειρατές που λυμαίνονταν τη Μεσόγειο. Υπήρχε όμως κι άλλο ένα στοιχείο που καθιστούσε τις υπηρεσίες τους ιδιαίτερα ελκυστικές.


Οι Ναΐτες ακολουθούσαν μία πολιτική χαμηλών χρεώσεων σε σχέση με τον ανταγωνισμό, την οποία επέτρεπε η απαλλαγή τους από δασμούς, λιμενικά τέλη και τις υπόλοιπες επιβαρύνσεις που οδηγούσαν στα ύψη τις τιμές για αυτό το είδος των υπηρεσιών από τους ''κοινούς'' πλοιοκτήτες. Αυτός ο αθέμιτος ανταγωνισμός σε πολλές περιπτώσεις τους έφερε σε ευθεία αντιπαράθεση και σύγκρουση με τους εμπόρους και τους πλοιοκτήτες και έχουν καταγραφεί αρκετές προσπάθειες των τελευταίων να πετύχουν περιορισμό των προνομίων των Ναϊτών. Ανάλογη σύγκρουση με τους πλοιοκτήτες και τους έμπορους της Ιταλίας δεν φαίνεται να υπήρχε. Πάντως Ναϊτικά πλοία δραστηριοποιούνταν και στα Ιταλικά λιμάνια του Πρίντιζι, του Μπάρι, του Τράνι και της Μπαρλέτα.

Όμως τα σημαντικά προβλήματα που είχαν οι Ναΐτες με τον Αυτοκράτορα Φρειδερίκο της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας τους απέκλεισαν από τα λιμάνια της Αδριατικής. Χρειάστηκε να ανέβει στον Αυτοκρατορικό θώκο ο Μανφρέδος το 1254 για να ξεκινήσει πάλι μία προσπάθεια επαναπροσέγγισης της αυτοκρατορίας με τους Ναΐτες και να ανοίξουν τα λιμάνια της Απουλίας για το τάγμα. Οι Ναΐτες συνήθιζαν επίσης να καθετοποιούν τις διαδικασίες προμήθειας και παραγωγής εντός των ορίων του τάγματος, ώστε να μπορούν να αποφεύγουν, στο μέτρο του δυνατού, την ανάγκη καταφυγής σε μεσάζοντες. Εφάρμοζαν μάλιστα παρόμοιες διαδικασίες σε πολλά θέματα.

Προηγουμένως αναφερθήκαμε στις ναυτιλιακές επιχειρήσεις τους, οι οποίες ξεκίνησαν την εποχή που το τάγμα απέκτησε έναν σταθερά μεγάλο όγκο κίνησης από και προς τους Αγίους Τόπους (και όχι μόνο) και έψαχνε τρόπους μείωσης του κόστους. Κάτι ανάλογο συνέβη και με την προμήθεια των όπλων του Ναού. Από ένα χρονικό σημείο και μετά, οι Ναΐτες αγόραζαν πρώτες ύλες και προχωρούσαν με δικούς τους τεχνίτες -κατά κανόνα αδελφούς του τάγματος, κατώτερης βεβαίως τάξης από τους ''μάχιμους''- στην κατασκευή των δικών τους όπλων και πανοπλιών. Εξασφάλιζαν έτσι τη σταθερή ποιότητα των αρμάτων τους και έκαναν μεγάλη οικονομία.

Βλέπουμε δηλαδή ότι η πρακτική της καθετοποίησης της παραγωγής είχε ''εφευρεθεί'' από τους Ναΐτες. Γι' αυτόν αλλά και για πολλούς άλλους λόγους (ο κυριότερος από τους οποίους ήταν η οικονομική δραστηριότητά τους και η λειτουργία τους σε όλες τις χώρες της Χριστιανικής Δύσης) οι Ναΐτες έχουν ονομαστεί ''η πρώτη πολυεθνική εταιρεία της ιστορίας''.

Το Τάγμα ως Πολιτική Δύναμη

Οι σχέσεις του τάγματος με το βασίλειο της Γαλλίας ήταν ιδιαίτερα στενές από την αρχή της δημιουργίας του. Είναι γεγονός ότι η A' Σταυροφορία ήταν ουσιαστικά υπόθεση των Γάλλων και των υπόλοιπων Γαλλόφωνων λαών (Προβηγκιανοί, Φλαμανδοί, Βουργουνδοί, Νορμανδοί κ.ά.), ενώ ακόμη και ο Πάπας που την κήρυξε, ο Ουρβανός, ήταν Γάλλος. Φυσικά, έλαβαν μέρος κι άλλοι Δυτικοευρωπαίοι, ωστόσο οι Γάλλοι και οι γαλλόφωνοι κυριαρχούσαν. Αυτή η κυριαρχία ήταν εμφανής και στη σύνθεση των ιπποτικών ταγμάτων. Τόσο οι Ναΐτες όσο και οι Ιωαννίτες, ξεκίνησαν από γαλλόφωνους και είχαν ως κύρια πηγή στρατολόγησης της Γαλλόφωνες περιοχές.

Στην πορεία βέβαια τα τάγματα επεκτάθηκαν, κυρίως όσο οι μη Γαλλόφωνοι έπαιρναν πιο ''ζεστά'' το θέμα των σταυροφοριών. Το αποτέλεσμα ήταν να ''εμπλουτιστούν'' οι τάξεις των Ναϊτών και των Οσπιταλιέρων και να δημιουργηθούν νέα τάγματα που ήταν αποκλειστικά ''εθνικά''. Οι Οσπιταλιέροι καθιέρωσαν μάλιστα τις ''γλώσσες'', ομαδοποιήσεις δηλαδή των μελών τους ανάλογα με τον τόπο καταγωγής τους. Δεν φαίνεται να υπήρχε ανάλογο σύστημα σε ισχύ στο τάγμα του Ναού. Οι Ναΐτες βρίσκονταν πάντα ιδιαίτερα κοντά στο βασιλικό οίκο της Γαλλίας. Μάλιστα συντρόφεψαν το Λουδοβίκο ΣΤ' στην ''άτυχη'' B' Σταυροφορία, προστατεύοντας και χρηματοδοτώντας τον.

Γι' αυτές τις υπηρεσίες, ο Γαλλικός θρόνος δεν υπήρξε αχάριστος προς το τάγμα, με αποτέλεσμα τα επόμενα χρόνια ο Ναός να αποκτήσει εντυπωσιακά προνόμια στις γαίες του Βασιλείου της Γαλλίας. Από ένα σημείο και μετά, μάλιστα, ο βασιλιάς όχι μόνο χρηματοδοτούνταν σχεδόν αποκλειστικά από τους Ναΐτες, αλλά τους είχε καταστήσει θησαυροφύλακες της βασιλικής περιουσίας, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι Ναΐτες ήταν πάντα ευθέως υπέρ του Γαλλικού θρόνου, αφού η υποστήριξη τους εξαρτιόταν πάντα από τις πολιτικές ανάγκες και τα συμφέροντα των ίδιων. H δεινότητα των Ναϊτών σε διοικητικά και οικονομικά ζητήματα δεν ήταν δυνατόν να αμφισβητηθεί και εντυπωσίαζε όλους τους συγχρόνους τους.

Μάλιστα, στις περισσότερες αυλές της Ευρώπης υπήρχαν Ναΐτες σύμβουλοι επί οικονομικών και διοικητικών θεμάτων. Είχε παρατηρηθεί το φαινόμενο δύο ηγεμόνες που βρίσκονταν σε διαμάχη, ακόμη και σε πολεμική αντιπαράθεση, να διαθέτουν Ναΐτες συμβούλους, οι οποίοι δεν φαίνεται να είχαν ηθικές ή όποιες άλλες επιφυλάξεις ως προς το να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους και στις δύο πλευρές. Συχνά φέρονται να έχουν υποδαυλίσει διαμάχες, ώστε να επωφεληθούν στη συνέχεια και να ισχυροποιήσουν τη θέση τους. Στις Γαλλο-Αγγλικές διαμάχες, για παράδειγμα, Ναΐτες βρίσκονταν και στα δύο στρατόπεδα. O Μάγιστρος της Γαλλίας συμβούλευε τον ηγεμόνα του και ο αντίστοιχος της Αγγλίας το δικό του.

Ακόμη και ενάντια στην αρχή στην οποία ανήκαν, τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, έδρασαν οι Ναΐτες στην περίπτωση της παροχής συμβουλών στο Γερμανό Αυτοκράτορα την περίοδο της διαμάχης του με τον Πάπα. Οι Ναΐτες όμως δεν εμπλέκονταν ανοιχτά στις διαμάχες μεταξύ Χριστιανών. Αντίθετα, με δεδομένο ότι μια τέτοια εμπλοκή θα υπονόμευε σοβαρά τη θέση του τάγματος, γινόταν κάθε προσπάθεια να αποφευχθεί. H μόνη καταγεγραμμένη περίπτωση ενεργού συμμετοχής Ναϊτών σε διαμάχη Χριστιανών αφορά στον πόλεμο του στέμματος της Αραγονίας ενάντια στην Καστίλη και την Γαλλία. Οι ηγεμόνες της Αραγονίας επέβαλλαν στους Ναΐτες τη συμμετοχή τους (ίσως ακόμη και αδελφών - ιπποτών, αν και κάτι τέτοιο δεν είναι εξακριβωμένο) στη διαμάχη αυτή.

Ανάλογη ήταν η στάση και των υπόλοιπων ιπποτικών ταγμάτων. Οι Πάπες απέφευγαν να εμπλέκουν τα τάγματα στους (πολυάριθμους) πολέμους τους οποίους διεξήγαγαν την εποχή αυτή με Χριστιανούς. H μόνη καταγεγραμμένη παραβίαση αυτής της αρχής ήταν όταν ο Κλήμης Δ' ζήτησε την άμεση στρατιωτική συνδρομή των Οσπιταλιέρων για να αντιμετωπίσει τις δυνάμεις των Γερμανών στη Σικελία. Πάντως, για πολλές δεκαετίες η προσωπική φρουρά του Πάπα αποτελείτο από Ναΐτες και Ιωαννίτες. H απροθυμία των ταγμάτων και ειδικά των Ναϊτών να συμμετάσχουν ενεργά σε πολέμους μεταξύ Χριστιανών δεν απέκλειε βεβαίως την ''παρασκηνιακή'' συμμετοχή, προωθώντας φυσικά δικά τους συμφέροντα.


Αυτή η απροθυμία όμως φαίνεται ότι εξαφανιζόταν όταν ο αντίπαλος ήταν μεν Χριστιανός, αλλά όχι Καθολικός, δηλαδή ήταν Ορθόδοξος ή Μονοφυσίτης. Δύο περιπτώσεις όπου οι Ναΐτες πήραν αυτοβούλως τα όπλα ενάντια σε Χριστιανούς καταγράφηκαν στην Κύπρο και την αρμενική Κιλικία. Επίσης, οι Ναΐτες, παρότι ελάχιστα συμμετείχαν (ενδεχομένως και καθόλου) στην Δ' Σταυροφορία που κατέκτησε την Κωνσταντινούπολη και διέλυσε τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, έλαβαν μέρος στις συγκρούσεις για την κατάκτηση της Ελλάδας μεταξύ 1205 και 1210.

Πάντως ο διπλός ρόλος των Ναϊτών και η πολιτική ίντριγκα γινόταν ευμενώς δεκτά από τους Χριστιανούς όταν αφορούσαν στις διαμάχες μεταξύ ''απίστων'', όπως όταν οι Ναΐτες φρόντιζαν να συνάπτουν ανακωχή ή και συμμαχία με μία Μουσουλμανική φατρία ώστε να εξουδετερώσουν μία άλλη ή όταν έσπευδαν να προσεταιριστούν τους Ασσασίνους (Hashishin, σέκτα φανατικών Ισλαμιστών, διαβόητοι δολοφόνοι) ή και να τους προσφέρουν τις υπηρεσίες τους, έχοντας στόχο να τους χρησιμοποιήσουν ενάντια σε εχθρούς τους. Σε πολλές περιπτώσεις, βεβαίως, ο θρησκευτικός ζήλος υπερίσχυε της λογικής και οι Δυτικοί κατηγορούσαν τους Ναΐτες για “προδοσία'' και ''σχέσεις με τον άπιστο εχθρό'', αγνοώντας πλήρως την πολιτική πραγματικότητα της M. Ανατολής.

Κάποιοι μελετητές (χωρίς ωστόσο να διαθέτουν κάποια απόδειξη) έχουν προτείνει ότι ενδεχομένως οι Ναΐτες βρίσκονταν πίσω από τις επανειλημμένες απόπειρες φόνου του Σαλαντίν από τους Ασσασίνους. Μάλιστα αιτιολογούν με αυτόν τον τρόπο και το εμφανές μίσος του Κούρδου πολέμαρχου προς τους Ναΐτες. Όπως αναφέραμε, δεν υπάρχουν αποδείξεις γι' αυτά, αλλά υπάρχουν πάμπολλες αποδείξεις για τη συνεργασία του τάγματος με τους Ασσασίνους και με άλλους Μουσουλμάνους. H συνεργασία αυτή εφοδίασε τους πολέμιους του τάγματος με άφθονα όπλα, ώστε να μπορούν να εξαπολύουν μύδρους ενάντια στους ''διεφθαρμένους'' ή ''φιλάργυρους'' Ναΐτες που έχουν ''συμμαχήσει με τους απίστους''.

Αυτές οι κατηγορίες είδαν το φως στην Ευρώπη κατά την περίοδο που κορυφωνόταν η δυσφημιστική εκστρατεία με την οποία ο Φίλιππος ''ο Ωραίος'' της Γαλλίας προσπάθησε να αμαυρώσει τη δημόσια εικόνα του τάγματος ώστε να διευκολυνθεί στην εξόντωσή του. Ωστόσο στους Αγίους Τόπους, ήδη από την περίοδο πριν το Χαττίν, είχαν αρχίσει οι διαμαρτυρίες κάποιων χριστιανών, κυρίως νεοφερμένων, για τον διττό ρόλο των Ναϊτών. Να μην ξεχνάμε επίσης ότι ο βασιλιάς της Γαλλίας Λουδοβίκος, που συμμετείχε στη B' Σταυροφορία και ευεργετήθηκε από τους Ναΐτες, είχε εκφράσει ήδη από το 1149 την πεποίθηση ότι τόσο οι Ναΐτες όσο και ''κάποιοι εκ των βαρόνων της Ουτρεμέρ'', είχαν παίξει έναν ύποπτο ρόλο στην αποτυχία της εκστρατείας, αφήνοντας υπόνοιες για συνεννοήσεις τους με τους ''απίστους''.

H αλήθεια είναι ότι οι Ναΐτες, παρά τη φαινομενική αδιαλλαξία τους και το θρησκευτικό φανατισμό που διατράνωναν σε κάθε ευκαιρία (και επιδείκνυαν στην πράξη, κατά τις μάχες τουλάχιστον), είχαν προσαρμοστεί στα δεδομένα της ζωής της Ουτρεμέρ. Κατανοούσαν εξ αρχής ότι οι Χριστιανοί δεν ήταν οι μόνοι που μαστίζονταν από εσωτερικές διαμάχες -το ίδιο ακριβώς συνέβαινε και μεταξύ των ''Σαρακηνών''. Αφού ο απώτερος στόχος ήταν η διατήρηση και επέκταση της παρουσίας των Λατίνων μέσα σε αυτήν την ''θάλασσα των απίστων'', μοιάζει λογικό ότι αφενός οι Χριστιανοί έπρεπε να μάθουν να συμβιώνουν με τους Μουσουλμάνους και αφετέρου να εκμεταλλευτούν τις έριδες μεταξύ των τελευταίων για να ωφεληθούν.

Υπό το πρίσμα αυτό θα πρέπει να κρίνουμε κινήσεις όπως τη συμμαχία που σύναψαν με δικές τους ενέργειες και για λογαριασμό κοσμικών Χριστιανικών αρχών, με τη Δαμασκό, η οποία προκάλεσε τη μήνη του Λουδοβίκου Θ' της Γαλλίας, του επονομαζόμενου Αγίου, όταν ο τελευταίος επισκέφθηκε την Ουτρεμέρ. Ήταν η εποχή της σταυροφορίας του Λουδοβίκου ενάντια στην Αίγυπτο των Μαμελούκων, που μόλις είχαν αρπάξει την εξουσία από τους Αγιουβίδες, τους απογόνους του Σαλαντίν. Οι τελευταίοι είχαν κρατήσει τη Δαμασκό και τα υπολείμματα του Σουλτανάτου στη M. Ανατολή και προσέγγισαν τους Χριστιανούς για συμμαχία ενάντια στους Μαμελούκους.

Επρόκειτο για μια δραματική στροφή των γεγονότων, την οποία θα μπορούσαν να εκμεταλλευτούν οι Λατίνοι και να παγιώσουν τη δύναμή τους στη M. Ανατολή. O τότε Μεγάλος Μάγιστρος του Ναού ήταν ο Ρεϋνάλδος του Βισιέ, ένας ευνοούμενος του Λουδοβίκου, αφού ήταν μάγιστρος της Δύσης την εποχή της ανόδου στο θρόνο του Καπέτου βασιλιά και είχε στενές σχέσεις με το βασιλικό οίκο της Γαλλίας. Ωστόσο στην περίπτωση αυτή φαίνεται ότι ο ρεαλισμός και η πολιτική οξύνοιά του ξεπέρασαν τους όποιους δεσμούς με το Γάλλο βασιλιά. O Ρεϋνάλδος έσπευσε να αποστείλει τον Μαρεσάλο του τάγματος Ούγο Ζουέ στη Δαμασκό για να διαπραγματευτεί με τους μουσουλμάνους μία αμφισβητούμενη περιοχή και να συνάψει συνθήκη.

Οι διαπραγματεύσεις στέφθηκαν με επιτυχία και ο Ούγος πήρε το δρόμο της επιστροφής. Οταν όμως ο Λουδοβίκος έμαθε για την πρωτοβουλία των Ναϊτών, οργίστηκε και απαίτησε να ακυρωθεί η ''βδελυρή'' συμφωνία και αξίωσε από τους υπερήφανους ιππότες του Ναού να ταπεινωθούν ενώπιον ''όλης της Χριστιανοσύνης'', περπατώντας ξυπόλυτοι μπροστά σε ολόκληρο το στράτευμα και να γονατίσουν μπροστά στο βασιλιά. O Λουδοβίκος, που ήταν και επικυρίαρχος του Βασιλείου της Ιερουσαλήμ εκείνη την εποχή, προχώρησε στην εξορία του Ούγου, ο οποίος, παρότι δρούσε κατόπιν εντολών, κατέστη έτσι ο ''αποδιοπομπαίος τράγος''.

Οι Ναΐτες θα έπαιζαν, έστω και στο λυκόφως της διαδρομής τους, έναν καθοριστικό ρόλο στις μετέπειτα προσπάθειες των Χριστιανών να χρησιμοποιήσουν τους Μογγόλους για να αποδυναμώσουν τους Μαμελούκους και να ωφεληθούν οι ίδιοι. Οι προσπάθειες αυτές έπεσαν στο κενό. Τα προαναφερόμενα δείχνουν ανάγλυφα τη δύναμη των Ναϊτών αλλά και την ευαίσθητη θέση στην οποία βρίσκονταν. H ''Ρεαλπολιτίκ'' που εφάρμοζαν ήταν μάλλον άγνωστη ή και παρεξηγημένη στην Ευρώπη. ακόμη και ένας ικανός βασιλιάς, όπως ο Λουδοβίκος, ελάχιστα κατανόησε τη σημασία της, παρότι βρέθηκε στην περιοχή για χρόνια και ηγήθηκε μιας αποτυχημένης σταυροφορίας (στη συνέχεια της ζωής του ηγήθηκε ακόμη μίας, κατά τη διάρκεια της οποίας απεβίωσε).

Στη μητροπολιτική Ευρώπη πολύ λίγοι γνώριζαν αυτήν την πλευρά της ''Ρεαλπολιτίκ'' των Ναϊτών και ακόμη λιγότεροι έδιναν σημασία. Αντίθετα, όλοι γνώριζαν ότι οι ''πένητες'' ιππότες διέθεταν ενδύματα εξαιρετικής ποιότητας, ίππευαν περήφανα άτια από τις καλύτερες ράτσες, είχαν καλοφτιαγμένα και περιποιημένα όπλα και πανοπλίες, μετακινούσαν κάθε τόσο θησαυρούς αμύθητης αξίας, μάζευαν φόρους για λογαριασμό ηγεμόνων αλλά και για ίδιο προσπορισμό, διαφέντευαν μερικά από τα πιο ζηλευτά φέουδα της Ευρώπης, ηγεμόνευαν επί δεκάδων χιλιάδων κολίγων, είχαν δεκάδες υπηρέτες και υπαλλήλους σε κάθε αρχηγείο τους, συναναστρέφονταν ηγεμόνες και βασιλείς.


Αυτή η εικόνα των Ναϊτών συνδυασμένη με τη διαβόητη αλαζονεία τους αλλά και την αποδεδειγμένη φιλαργυρία τους, δημιούργησε ένα αίσθημα φθόνου και μια ιδιαίτερα δυσμενή εικόνα για το τάγμα μεταξύ πολλών λαϊκών αλλά και κληρικών. Αφού αναφέραμε τους κληρικούς, θα πρέπει να προσθέσουμε ότι παρά τον εναγκαλισμό με τη Ρώμη και τα ανώτερα κλιμάκια της εκκλησιαστικής ιεραρχίας στη Γαλλία και αλλού, οι Ναΐτες πολύ συχνά έρχονταν σε αντιπαράθεση με τις κατά τόπους εκκλησιαστικές και μοναστικές αρχές, με αφορμή τα προνόμια που τους παραχώρησαν οι Πάπες.

Στην εποχή του Ιννοκέντιου Γ', μάλιστα, ο επίσκοπος της Σιδώνας είχε προχωρήσει σε αφορισμό του τάγματος και του Μεγάλου Μάγιστρου, όταν διαπίστωσε ότι θα έχανε τη διαμάχη για τα έσοδα της επισκοπής της Τιβεριάδας. Αλλά η επιρροή των Ναϊτών ήταν τόσο μεγάλη, που αυτός ο αφορισμός άρθηκε και ο επίσκοπος τιμωρήθηκε αυστηρά από τον Ιννοκέντιο. O τελευταίος, που έγινε Πάπας σε πολύ νεαρή ηλικία, ήταν ένας από τους ικανότερους προκαθήμενους της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας και από τους σημαντικότερους υποστηρικτές των ιπποτικών ταγμάτων. Αλλά και οι υπόλοιπες προσπάθειες των τοπικών εκκλησιαστικών αρχών να αναιρέσουν τα προνόμια του τάγματος προσέκρουσαν στην αποφασιστική στάση των προκαθήμενων της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας.

Έτσι ''αναχαιτίστηκαν'' οι προσπάθειες του Φουλσέρ, πατριάρχη Ιεροσολύμων, που ζήτησε τον περιορισμό των εκτεταμένων προνομίων του Ναού. Ακόμη και όταν οι κύκλοι που πολεμούσαν τους Ναΐτες κατόρθωναν να περάσουν κάποια δυσμενή για αυτούς απόφαση, όπως αυτή της Τρίτης Συνόδου του Λατερανού, στη συνέχεια οι Πάπες την ακύρωναν. Ορισμένοι, όπως ο Γουλιέλμος της Τύρου, θεωρούσαν ότι η επιτυχία αυτή των Ναϊτών ήταν αποτέλεσμα οικονομικών συναλλαγών με τους προκαθήμενους της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας και τους ιεράρχες. Μεταγενέστεροι μελετητές του τάγματος -ιδιαίτερα εκείνοι με αποκρυφιστικές τάσεις- θεωρούν ότι οι Ναΐτες εκβίαζαν τους Πάπες με κάποιο ''τρομερό μυστικό'', που αν αποκαλυπτόταν, ''θα κατάστρεφε την Εκκλησία της Ρώμης''.

Αυτές οι ευφάνταστες υποθέσεις όμως πολύ λίγη σχέση έχουν με την πραγματικότητα, η οποία είναι ότι οι Πάπες θεωρούσαν τους Ναΐτες και τα ιπποτικά τάγματα ως την κύρια γραμμή άμυνας ενάντια στους απίστους, το βασικότερο όργανο για τον αέναο Bellum Sacrum (ιερό πόλεμο) ενάντια στους μουσουλμάνους. Επρόκειτο για μία πολιτική, στην ουσία της, επιλογή, καθώς αποτελούσε πάγια στρατηγική της Ρώμης η απευθείας σύγκρουση με το μουσουλμανικό κόσμο. Οι κοσμικοί άρχοντες δεν ήταν πάντα εκφραστές αυτής της στρατηγικής, διότι τα συμφέροντά τους πολλές φορές δεν ταυτίζονταν με την επέκταση εις βάρος των μουσουλμάνων.

Οπότε η ύπαρξη πανίσχυρων οργανισμών που δεν υπάκουαν σε κάποια κοσμική αρχή, αλλά είχαν μια ουσιαστική αυτοτέλεια υπό την υψηλή επικυριαρχία της Εκκλησίας, βόλευε απεριόριστα τους Πάπες, ιδιαίτερα δε όταν ο ίδιος ο λόγος ύπαρξης αυτών των οργανισμών (των ταγμάτων) ήταν η υπεράσπιση της Χριστιανοσύνης από τους ''απίστους''.

Το Δίκτυο των Ναϊτών

Το τάγμα των φτωχών ιπποτών του Χριστού (που κάθε άλλο παρά φτωχοί ήταν) κατόρθωσε μέσα σε λίγες δεκαετίες από το ξεκίνημά του να καταστεί ένας πραγματικά πολυεθνικός οργανισμός. Μία εκδοχή του Κανόνα από τη δεκαετία του 1160 δείχνει ανάγλυφα την επέκταση που είχαν λάβει οι Ναΐτες σε ολόκληρη σχεδόν την Ευρώπη. Συγκεκριμένα, σε αναφορά που γίνεται στους ανώτερους λειτουργούς του τάγματος, αναφέρονται οι γνωστοί άρχοντες της Ανατολής, δηλαδή ο Μεγάλος Μάγιστρος, ο Σενεσάλος, ο Μαρεσάλος, οι διοικητές του Βασιλείου και της πόλης της Ιερουσαλήμ, αλλά και οι σημαντικότεροι περιφερειακοί διοικητές, της Τρίπολης, της Αντιόχειας, της Γαλλίας, της Αγγλίας, του Πουατιέ, της Αραγονίας, της Πορτογαλίας, της Απουλίας και της Ουγγαρίας.

Μέσα στον επόμενο αιώνα, το τάγμα επεκτάθηκε ακόμη περισσότερο και απέκτησε περιφερειακούς διοικητές στη Λομβαρδία, την Τοσκάνη, τη Ρώμη, το Σπολέτο, την Καμπανία, την Ανκόνα και στη Σαρδηνία. Επίσης, στη Γαλλία είχαν προστεθεί νέες περιφέρειες, που αρχικά δεν είχαν ξεχωριστές διοικήσεις: Ακουιταίνη, Νορμανδία και Αρβέρνη. H Κύπρος αποτέλεσε ξεχωριστή Ναϊτική διοίκηση μετά το 1190, ενώ ανάλογη πρόνοια λήφθηκε και για άλλες περιοχές. Οι κτήσεις του τάγματος στην Ιβηρική ήταν εκτεταμένες, ωστόσο σε αυτές επικρατούσε ένα είδος ειδικού καθεστώτος. Το τάγμα είχε ελάχιστη παρουσία στο Βασίλειο της Καστίλης - Λεόν, ενώ αντίθετα είχε ιδιαίτερα έντονη παρουσία στην Αραγονία και την Πορτογαλία.

Στην Ιβηρική οι Ναΐτες προκάλεσαν με τη συμπεριφορά τους μερικές φορές την οργή της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας. Οι Ναΐτες γενικά ήταν ρεαλιστές και επιθυμούσαν να έχουν τη δυνατότητα να εκμεταλλεύονται τις περιουσίες που έθεταν οι κοσμικοί άρχοντες στη διάθεσή τους. Ένα σημαντικό πρόβλημα που αντιμετώπισαν στην Ισπανία ήταν η έλλειψη ικανού αριθμού δουλοπάροικων. Οι Ναΐτες θέλησαν να φέρουν Χριστιανούς εποίκους για τα εδάφη που έπαιρναν, αλλά σε πολλές περιπτώσεις αυτό ήταν δύσκολο, αφού αυτά βρίσκονταν σχετικά κοντά στις περιοχές που έλεγχαν οι Μουσουλμάνοι. Έτσι, σκεπτόμενοι πρακτικά, έφεραν Μουσουλμάνους εποίκους και τους χρησιμοποίησαν ως δουλοπάροικους.

Δύο Πάπες, ο Γρηγόριος και ο Ιννοκέντιος, απαίτησαν να σταματήσει αυτό και υπενθύμισαν στους Ναΐτες ότι ''η θέση των Σαρακηνών κάτω από τους Χριστιανούς είναι αυτή των σκλάβων και μόνο'', παρατηρώντας ότι οι σχέσεις εξάρτησης του τάγματος με τους ''απίστους'' θύμιζε τη ''Χριστιανική'' σχέση δουλοπάροικου φεουδάρχη (και αυτό ακριβώς ήταν).

ΓΕΡΑΡΔΟΣ ΤΟΥ ΡΙΝΤΦΟΡ

O παρορμητικός Μάγιστρος που οδήγησε 300 Ναΐτες στο χαμό. Αν και σίγουρα ο ντε Ριντφόρ υπήρξε ένας μέτριος μάγιστρος, η θέση του στην ιστορία του τάγματος είναι σημαντική, καθώς έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη ήττα των Χριστιανών στη μάχη του Χαττίν. H ημερομηνία γέννησής του παραμένει άγνωστη, όμως ο ντε Ριντφόρ ήταν νεαρός όταν, παρακινούμενος από τη δυσχερή θέση του στην σειρά διαδοχής του πατέρα του (ήταν ο νεότερος γιος ενός ευγενούς της Φλάνδρας, οπότε δεν είχε την παραμικρή ελπίδα να κληρονομήσει την πατρική περιουσία), αναζήτησε την τύχη του στους αγίους τόπους. Επιθυμώντας να ικανοποιήσει τις φιλοδοξίες του, συμμετείχε στη B' σταυροφορία που ξεκίνησε για την Ουτρεμέρ το 1146.


O νεαρός Φλαμανδός αναζητούσε ένα φέουδο για να διαφεντέψει. Πίστεψε ότι του δόθηκε η ευκαιρία, όταν ο κόμης της Τρίπολης, Ρεϋμόνδος Γ', τον πήρε στην υπηρεσία του, υποσχόμενός του το χέρι της Λουκίας του Βοτρούν. H νεαρή κληρονόμος διέθετε ένα αξιόλογο φέουδο και ο ντε Ριντφόρ έφθασε πολύ κοντά στο να κάνει πραγματικότητα το όνειρό του. Ωστόσο, ο Ρεϋμόνδος αθέτησε την υπόσχεσή του, δίνοντας το χέρι της Λουκίας σε έναν πλούσιο Ιταλό έμπορο ο οποίος έδωσε σημαντικά οικονομικά ανταλλάγματα. Απογοητευμένος ο Γεράρδος αποφάσισε να αναζητήσει την τύχη του στα ακμάζοντα ιπποτικά τάγματα. Σύμφωνα με κάποιες πηγές, είχε αρρωστήσει σοβαρά και οι γιατροί δεν του έδιναν ελπίδες, γι' αυτό εντάχθηκε στο Ναό.

Οι Ναΐτες τον δέχτηκαν και άρχισε μία καριέρα που θα τον έφερνε λίγες δεκαετίες αργότερα στη θέση του μεγάλου μάγιστρου. κατόρθωσε να ανελιχθεί στην ιεραρχία του Ναού και το 1183 έγινε σενεσάλος, ενώ έναν μόλις χρόνο αργότερα εξελέγη μέγας μάγιστρος. Ήταν μία ατυχής συγκυρία για το τάγμα να έχει στην κεφαλή του σε μία τόσο κρίσιμη και καθοριστική για το μέλλον του Ναού και της Ουτρεμέρ έναν άνθρωπο που δεν δρούσε με τη σύνεση και την προσοχή που επεδείκνυαν κατά κανόνα οι μάγιστροι του τάγματος. O Γεράρδος έκανε αισθητή την παρουσία του ως μάγιστρος των Ναϊτών, όταν υποστήριξε εξ ονόματος του τάγματος τον Γκυ ντε Λουζινιάν για την αναρρίχησή του στο θρόνο μέσω του γάμου του με τη σίβυλλα.

Το γιατί ο Γεράρδος προτίμησε ένα νεόκοπο τυχοδιώκτη -που μάλιστα υποστηριζόταν από τον πλέον αναξιόπιστο άρχοντα της Ουτρεμέρ, τον Ρεϋνάλδο του Σατιλιόν- αντί να συμμαχήσει με τους βαρόνους του μεγάλου συμβουλίου (Haute Court) της Ιερουσαλήμ, είναι φανερό: Ηγέτης της παράταξης των βαρόνων ήταν ο επικεφαλής του οίκου που θεωρούσε θανάσιμο εχθρό του, ο Ρεϋμόνδος της Τρίπολης. Το γεγονός στο οποίο πρωταγωνίστησε ο επικεφαλής των Ναϊτών ήταν η λεγόμενη μάχη της Κρεσόν. Στη μάχη αυτή ο ντε Ριντφόρ επέδειξε την ικανότητά του να επιβιώνει αφού έχει παρασύρει στο χαμό όλους όσοι βρίσκονταν γύρω του. H σφαγή στην Κρεσόν ήταν μόνο ο πρόλογος της μεγάλης τραγωδίας που θα παιζόταν λίγες ημέρες αργότερα στα "Κέρατα του Χατίν".

Και αυτή τη φορά, ο μάγιστρος των Ναϊτών γλίτωσε τη ζωή του, αφού ο Γκυ ντε Λουζινιάν κατάφερε να πείσει τον Σαλαντίν να του επιτρέψει να επιβιώσει και μάλιστα να τον αφήσει ελεύθερο. Μάλλον καθοριστικής σημασίας ήταν μία συναλλαγή που περιελάμβανε το κάστρο των Ναϊτών στη Γάζα, το οποίο ο ντε Ριντφόρ φέρεται ότι παραχώρησε πρόθυμα για να σώσει τη ζωή του. Δύο χρόνια μετά, βρίσκουμε τον παρορμητικό μάγιστρο να παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο στην πολιορκία της Άκρας. Και εδώ ο Γεράρδος ηγήθηκε των προσπαθειών των Ναϊτών, ωστόσο αυτή τη φορά δεν έμελλε να επιζήσει. σκοτώθηκε κατά τη διάρκεια μίας από τις συχνές μάχες στο πλαίσιο της πολιορκίας.

ΣΑΛΑΝΤΙΝ

O Κούρδος πολέμαρχος που ένωσε Αίγυπτο και Συρία. O μεγάλος αντίπαλος των Ναϊτών που τους κατάφερε το πλέον σημαντικό πλήγμα κατά τη διάρκεια της ιστορίας του τάγματος είναι ο περίφημος κούρδος πολέμαρχος Σαλαντίν, ο "Σαλαδίνος", όπως ονόμασαν οι Βυζαντινοί τον Salah ad Din Yussuf bin Ayyub (Salah ad Din στα Αραβικά σημαίνει "φως της πίστης" ή "δίκαιο της πίστης"). Πρόκειται για τον ιδρυτή της δυναστείας των Αγιουβιδών (Ayyubid) σουλτάνων της Αιγύπτου και της Συρίας. H οικογένεια του ήταν Κουρδικής καταγωγής και ο ίδιος γεννήθηκε στο Τικρίτ, στο σημερινό Ιράκ, το 1137 ή 1138, γιος του Κούρδου φύλαρχου Αγιούμπ, από τον οποίο πήρε το όνομά της η δυναστεία που δημιούργησε.

Λίγα είναι γνωστά για την παιδική ηλικία του, όμως στα 14 του ξεκίνησε την σταδιοδρομία του στην υπηρεσία του Τούρκου ηγέτη της Συρίας Νουρεντίν (Nur ad Din), υπηρετώντας σε διάφορες θέσεις στην αυλή του στη Δαμασκό. Ως νέος διακρίθηκε ιδιαίτερα για τις επιδόσεις του στην Σουνιτική θεολογία, όμως αργότερα είχε την ευκαιρία να ξεχωρίσει και στα πολεμικά πράγματα. H πρώτη επαφή του με τον πόλεμο έγινε στις εκστρατείες του Νουρεντίν ενάντια στους Φατιμίδες ηγέτες της Αιγύπτου, υπό την ηγεσία του θείου του, Σιρκού (ή Σιρκά) που ήταν αρχηγός του στρατού. κατά τη διάρκεια των τριών εκστρατειών που έγιναν σε διάστημα τεσσάρων ετών (1164, 1167 και 1168), ο νεαρός Σαλαντίν απέκτησε πλούσια πολεμική εμπειρία.

Οι επιτυχημένες εκστρατείες έφεραν την Αίγυπτο υπό την υψηλή επικυριαρχία του Νουρεντίν και ο Σιρκού ανέλαβε τη θέση του βεζίρη της Αιγύπτου, αλλά μόλις έναν χρόνο μετά πέθανε και στη θέση του ανέλαβε, φυσικά, ο Σαλαντίν. H ένωση με το χαλιφάτο των Αββασιδών (1171) ήταν αναπόφευκτη, ενώ ο θάνατος του Νουρεντίν τον έφερε σε θέση απόλυτης ισχύος και του έδωσε την ευκαιρία να προσαρτήσει τη Δαμασκό και βεβαίως ολόκληρη τη Συρία και την Παλαιστίνη, ενώ ανακηρύχθηκε παράλληλα σουλτάνος της Αιγύπτου. H δύναμή του όμως ακόμη δεν ήταν απόλυτη και οι αμφισβητίες -τοπικοί άρχοντες- πολλοί. Οπότε ο Σαλαντίν ξεκίνησε μία προσπάθεια να καταστεί αδιαμφισβήτητος κυρίαρχος επί όλων των τύποις υποτακτικών του.

Από νωρίς είχε έλθει σε αντιπαράθεση με τους -Σιίτες- Ασσασίνους, την τρομερή σέκτα των φανατικών Ισλαμιστών - δολοφόνων που ίδρυσε ο "Γέρος του Βουνού", Χασάν ιμπν αλ Σαμπάχ, γνωστή και για τις "παράξενες" σχέσεις της με τους Ναΐτες. μάλιστα οι Ασσασίνοι προσπάθησαν δύο φορές να δολοφονήσουν το Σαλαντίν, ο οποίος το 1176 πολιόρκησε το Μασιάφ, το κάστρο των Ασσασίνων. Ωστόσο κάποια στιγμή έλυσε την πολιορκία χωρίς προφανή λόγο. H παράδοση λέει ότι οι Ασσασίνοι, απείλησαν ότι θα δολοφονούσαν ολόκληρη την οικογένειά του. Στη συνέχεια κατόρθωσε να επεκτείνει την κυριαρχία του στο Χαλέπι (1183) και στη Μοσούλη (1186) και να καταστεί ο αδιαμφισβήτητα ισχυρότερος Μουσουλμάνος ηγεμόνας, βάζοντας -πλέον- ως στόχο τις Χριστιανικές ηγεμονίες της Ουτρεμέρ.


O σπουδαίος Μουσουλμάνος ηγέτης άφησε την τελευταία του πνοή του 1193, μετά από σύντομη αρρώστια, στη Δαμασκό. H φήμη του Σαλαντίν στη Δύση ξεπέρασε κάθε προηγούμενο μη Χριστιανού ηγεμόνα και αμέτρητα ποιήματα και τραγούδια εξύμνησαν την ιπποτική αρετή, την ανδρεία και τη στρατηγική ικανότητα του Κούρδου στρατηλάτη. Τα Αραβικά χρονικά της εποχής τον περιγράφουν ως ευγενή, γενναιόδωρο, ευλαβή, δίκαιο και αδέκαστο, ακόμη κι αμνησίκακο. Παρά τις όποιες υπερβολές, χωρίς αμφιβολία ο Σαλαντίν ήταν ένας ηγέτης που ξεχώριζε για τις αρετές του. Πάντως ο Σαλαντίν στους ταγματικούς ιππότες και ιδιαίτερα στους Ναΐτες, φρόντιζε να εξαντλεί την αυστηρότητά του.

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣ ΤΟΥ ΤΑΓΜΑΤΟΣ ΣΤΟΥΣ ΑΓΙΟΥΣ ΤΟΠΟΥΣ

Κατά τις δεκαετίες που ακολούθησαν η εικόνα της ανατολικής Μεσογείου άλλαξε λόγω της Δ' Σταυροφορίας. Με αυτή τη βάρβαρη επίθεση κατά της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας η περιοχή της Ελλάδας χωρίστηκε σε κρατίδια που δημιούργησαν οι τυχοδιώκτες ηγεμόνες οι οποίοι έλαβαν μέρος στην επιχείρηση. Σε αυτά τα κρατίδια τα μοναχικά τάγματα κέρδισαν εκτάσεις γης, παρόλο που δεν έλαβαν ενεργά μέρος στην κατάκτηση της περιοχής. Ιδιαίτερα στο Πριγκιπάτο της Αχαΐας, το Φραγκικό κράτος που δημιουργήθηκε από τη Δ' Σταυροφορία και παρέμεινε για περισσότερο χρονικό διάστημα στα χέρια των Φράγκων κατακτητών, οι Ναΐτες διέθεταν κάστρα και φέουδα με αντάλλαγμα την υποχρέωση παραχώρησης στρατιωτικών υπηρεσιών στον ηγεμόνα.

Στην Ανατολή οι προσπάθειες ανακατάληψης της Ιερουσαλήμ συνεχίστηκαν. Οι Ναΐτες συμμετείχαν και στις επόμενες σταυροφορίες, την Ε', που επιτέθηκε στην Αίγυπτο αλλά τελικά απέτυχε, και εκείνη του αφορισμένου από τον πάπα Γερμανού Αυτοκράτορα Φρειδερίκου Β', εγγονού του "Μπαρμπαρόσα". Στη δεύτερη περίπτωση οι Ναΐτες δεν έλαβαν ενεργά μέρος στις επιχειρήσεις αλλά περιορίστηκαν στο να δημιουργούν προβλήματα στον Αυτοκράτορα, επειδή ήταν αντίπαλος του Πάπα. Εκτός από τη θρησκευτική διαφωνία με τον Γερμανό Αυτοκράτορα οι Να˝τες και οι Ιωαννίτες αλλά και οι ευγενείς της Παλαιστίνης λάμβαναν υπόψη τους και την απολυταρχική πολιτική του Φρειδερίκου.

Στο Βασίλειο της Ιερουσαλήμ είχε δημιουργηθεί ένα είδος "συντάγματος", το οποίο περιόριζε την εξουσία του βασιλιά. Αν ο Φρειδερίκος κυριαρχούσε στο βασίλειο, όπως σχεδίαζε, θα καταργούσε αυτά τα δικαιώματα για να κυβερνήσει απολυταρχικά όπως και στις γερμανικές και στις ιταλικές κτήσεις του. Ακόμα και η μεγάλη επιτυχία του Φρειδερίκου Β' να ανακαταλάβει την Ιερουσαλήμ μετά από συνθήκη με τους Μουσουλμάνους αντιμετωπίστηκε με εχθρότητα από τους Ναΐτες και τους υπόλοιπους οπαδούς του Πάπα. Οι Χριστιανοί, εξάλλου, δεν μπορούσαν να κρατήσουν την πόλη, αφού οι Μουσουλμάνοι πριν την παραδώσουν κατέστρεψαν τα τείχη της. Σύντομα η πόλη είχε χαθεί οριστικά.

Ευθύνη για αυτή την εξέλιξη έφεραν και τα τάγματα των Ναϊτών και των Ιωαννιτών που αρνήθηκαν να συνεργαστούν με τον Φρειδερίκο. Η όλο και μεγαλύτερη ανάμιξη των Γερμανών στα ζητήματα της Παλαιστίνης είχε οδηγήσει στη δημιουργία ενός νέου μοναχικού πολεμικού τάγματος, αποτελούμενου από Γερμανούς. Το Τάγμα των Τευτόνων, όπως αποκλήθηκε, δεν άργησε να έλθει σε αντιπαράθεση με τα προϋπάρχοντα τάγματα των Ναϊτών και των Ιωαννιτών, που αποτελούντο κυρίως από ιππότες προερχόμενους από Λατινόφωνες περιοχές της δυτικής Ευρώπης, τη Γαλλία, την Αγγλία, όπου κυριαρχούσε η Γαλλική αριστοκρατία, την Ιταλία και την Ισπανία. Η αντιπαράθεση μεταξύ των τριών ταγμάτων όξυνε τα προβλήματα των Χριστιανών των Αγίων Τόπων σε μια κρίσιμη περίοδο.

Οι Μουσουλμάνοι είχαν αρχίσει να ανακάμπτουν και να γίνονται όλο και περισσότερο επιθετικοί, επιδιώκοντας την οριστική απομάκρυνση των σταυροφόρων από τη Συρία και την Παλαιστίνη. Παρά τις εκκλήσεις των Χριστιανών των Αγίων Τόπων για βοήθεια η παραμονή τους εκεί φαινόταν ότι θα τερματιζόταν σύντομα. Στην Αίγυπτο αναδείχθηκε μια νέα δύναμη, το μισθοφορικό σώμα των Μαμελούκων, που κυριάρχησε σε αυτή την πλούσια Μουσουλμανική χώρα. Σύντομα η Συρία είχε υποχρεωθεί να ενωθεί με την Αίγυπτο και μια ενωμένη Μουσουλμανική δύναμη απειλούσε τα Χριστιανικά κράτη που είχαν περιοριστεί σε μια στενή ζώνη κατά μήκος της ακτής.

Οι Χριστιανοί είχαν κλειστεί στις οχυρωμένες πόλεις και τα κάστρα τους και δεν τολμούσαν να απομακρυνθούν από αυτά χωρίς ισχυρή συνοδεία. Το προδιαγεγραμμένο τέλος των σταυροφορικών κρατών της ακτής έφθασε το 1291, όταν οι Μουσουλμάνοι κατέλαβαν το λιμάνι της Άκρας, σημαντικότερο εμπορικό κέντρο και πρωτεύουσα των καταλοίπων του Βασιλείου της Ιερουσαλήμ. Η κατάληψη της πόλης ολοκληρώθηκε με την πτώση του αρχηγείου των Ναϊτών, του οποίου οι υπερασπιστές πολέμησαν με μανία γνωρίζοντας ότι δεν μπορούσαν να περιμένουν έλεος από τους νικητές Μαμελούκους.

Το μεγάλο οχυρό των Ναϊτών στη νοτιοδυτική γωνία της πόλης αντιστάθηκε επί μέρες μετά την πτώση της υπόλοιπης πόλης, έως ότου οι Μουσουλμάνοι μηχανικοί κατόρθωσαν να υπονομεύσουν τα θεμέλιά του. Το κτίριο κατέρρευσε την ώρα της τελικής επίθεσης των πολιορκητών θάβοντας στα συντρίμμια του τους υπερασπιστές του και δύο χιλιάδες Μαμελούκους. Αυτό ήταν το οριστικό τέλος των σταυροφορικών κρατών στους Αγίους Τόπους. Σε ελάχιστο χρόνο κατέρρευσαν και τα υπόλοιπα κάστρα των Χριστιανών στην ακτή. Στην ακτή της Ασίας είχαν απομείνει ελάχιστα Χριστιανικά οχυρά με ισχυρότερο εκείνο της Τύρου. Η τελευταία είχε διαφυλάξει τους χριστιανούς μετά την καταστροφή του Χαττίν.

Ωστόσο εκείνη τη στιγμή οι υπερασπιστές της την εγκατέλειψαν χωρίς μάχη και κατέφυγαν στην Κύπρο. Επόμενος στόχος του σουλτάνου ήταν η Σιδώνα, την οποία προσπάθησαν να υπερασπιστούν οι Ναΐτες. Οι Μαμελούκοι τους υποχρέωσαν αρχικά να εγκαταλείψουν την πόλη και να περιοριστούν στην οχυρωμένη ακρόπολή της, η οποία ήταν κτισμένη σε ένα βραχώδες νησί κοντά στην ακτή, το οποίο σύντομα αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν. Οι κάτοικοι της Βηρυτού προτίμησαν να βρεθούν στα πλοία και να καταφύγουν στην ασφάλεια της Κύπρου παρά να προκαλέσουν την οργή του σουλτάνου με μια μάταιη αντίσταση. Χωρίς αντίσταση καταλήφθηκε και η Χάιφα.

Οι Ναΐτες αναγκάστηκαν να εκκενώσουν τα ισχυρά παραθαλάσσια κάστρα του Αθλίτ και της Τορτόσα. Το τάγμα κράτησε μέχρι το 1303 το μικρό νησάκι Ρουάντ στα ανοικτά των Συριακών ακτών, ελπίζοντας ίσως ότι αυτό θα μπορούσε να αποδειχθεί πολύτιμη βάση για μια νέα σταυροφορία με σκοπό την ανάκτηση των Αγίων Τόπων, η οποία όμως δεν έγινε ποτέ.


Μετά την απώλεια των Αγίων Τόπων τα ιπποτικά τάγματα αναγκάστηκαν να προσανατολίσουν αλλού τη δραστηριότητά τους. Το Τάγμα των Τευτόνων εγκατέλειψε τη Μεσόγειο και μετέφερε την έδρα του στη νοτιοανατολική Βαλτική, όπου ασχολήθηκε με τον βίαιο προσηλυτισμό των ειδωλολατρών της ανατολικής Ευρώπης και σύντομα ήλθε σε σύγκρουση με τους Καθολικούς Πολωνούς και τους Ορθόδοξους Ρώσους. Τα δύο άλλα τάγματα, επειδή επανδρώνονταν κυρίως από Γάλλους και Ιταλούς, παρέμειναν στη Μεσόγειο. Οι Ιωαννίτες αναζήτησαν μια νέα βάση για να συνεχίσουν τον αγώνα κατά των Μουσουλμάνων και το 1306 άρχισαν την κατάληψη της Ρόδου. Δημιούργησαν έτσι ένα δικό τους κράτος, κάτι που προσπάθησαν πρώτοι οι Ναΐτες στην Κύπρο αλλά απέτυχαν.

Οι Ναΐτες μετέφεραν το αρχηγείο τους στην Κύπρο, η πολεμική τους όμως δραστηριότητα περιορίστηκε και το τάγμα αρκέστηκε στη διαχείριση της τεράστιας περιουσίας του. Η αποχώρηση από τους Αγίους Τόπους ώθησε πολλούς κληρικούς και λαϊκούς στη δυτική Ευρώπη να κατηγορήσουν τα μοναχικά τάγματα για ασυνέπεια στην εκτέλεση της αποστολής τους. Ιδιαίτερα οι Ναΐτες κατηγορήθηκαν ότι εγκατέλειψαν χωρίς να αντισταθούν αρκετά τα οχυρά του Αθλίτ και της Τορτόσα. Στην πραγματικότητα η υπεράσπιση αυτών των θέσεων ήταν αδύνατη. Ωστόσο οι κατηγορίες εναντίον των ταγμάτων και ιδιαίτερα των Ναϊτών συνδέθηκαν με τη γενικότερη αρνητική εικόνα που είχε αρχίσει να δημιουργείται.

Σε βάρος τους κυκλοφορούσαν κατηγορίες για απομάκρυνση από τη Χριστιανική πίστη και καλλιέργεια μιας περίεργης εσωτερικής φιλοσοφίας η οποία είχε αναπτυχθεί στην Ανατολή με αρκετές μη Χριστιανικές επιδράσεις. Αίτιο για την εχθρότητα εναντίον τους ήταν η τεράστια περιουσία του τάγματος η οποία είχε αποκτηθεί από τραπεζικές και τοκογλυφικές δραστηριότητες στην Ανατολή, καθώς οι Ναΐτες δεν δίσταζαν να δανείζουν ακόμα και τους Μουσουλμάνους. Η περιουσία αυτή ήταν αρκετά δελεαστική για τον βασιλιά της Γαλλίας Φίλιππο Δ', ο οποίος το 1307 διέταξε τη σύλληψη όλων των μελών του τάγματος στη χώρα του με την κατηγορία της δημιουργίας αίρεσης.

Την επόμενη χρονιά μετά από απαίτηση του ίδιου ο Πάπας ζήτησε από όλους τους ηγεμόνες της Δύσης να πράξουν το ίδιο. Ο βασιλιάς της Κύπρου Αμάλριχος, αν και είχε ανέλθει στον θρόνο με την υποστήριξη του τάγματος, αναγκάστηκε να εκτελέσει τις Παπικές εντολές. Οι Ναΐτες του νησιού κατόρθωσαν να κρύψουν μεγάλο μέρος του θησαυρού τους, το οποίο δεν βρέθηκε ποτέ. Σε όλα τα Λατινικά κράτη άρχισαν δίκες των Ναϊτών και κατά την εξέτασή τους γινόταν συχνά χρήση βασανιστηρίων. Με την πίεση του Πάπα οι αποφάσεις ήταν συνήθως καταδικαστικές και οι "ένοχοι" υποβάλλονταν στην ποινή που εφαρμοζόταν στην περίπτωση των αιρετικών: θανάτωση στην πυρά.

Ο τελευταίος μεγάλος μάγιστρος των Ναϊτών, ο Ιάκωβος ντε Μωλέ, εκτελέστηκε με αυτό τον τρόπο. Η περιουσία του τάγματος στη Γαλλία δημεύθηκε από τον Γάλλο βασιλιά, ενώ σε όλες τις υπόλοιπες χώρες πέρασε στον έλεγχο των Ιωαννιτών, οι οποίοι απέκτησαν τεράστια περιουσία λίγο μετά την εγκατάστασή τους στη Ρόδο. Αυτό ήταν το τέλος του ιπποτικού Τάγματος των Ναϊτών, το οποίο παρά τις επιλήψιμες ενέργειές του είχε αγωνιστεί για τον θρίαμβο των σταυροφοριών θυσιάζοντας στο πεδίο της μάχης 20.000 από τα μέλη του, ανάμεσά τους και πολλούς από τους μεγάλους μαγίστρους που το διοίκησαν.

Η Κατάργηση του Τάγματος των Ναϊτών αποφασίστηκε από την Παπική Σύνοδο της Βιέννης το 1312, η οποία και εξέδωσε μια σειρά από Παπικές αποφάσεις, μεταξύ των οποίων ήταν η «Vox Excelso», με την οποία διαλύθηκε επίσημα το Τάγμα, και η «providam Ad», με την οποία πολλά περιουσιακά στοιχεία των Ναϊτών μεταβιβάστηκαν τελικά στους Ιωαννίτες ιππότες. Στην απόφαση αυτή εναντιώθηκαν πολλοί Ηγεμόνες της Ευρώπης και κυρίως ο Βασιλεύς της Πορτογαλίας και κάποιοι ηγεμόνες της Ισπανίας. Άλλοι δε Ευγενείς, που ήταν αρχικά ευνοϊκά προσκείμενοι απέναντι στους Ναΐτες, τους αποκήρυξαν φοβούμενοι τον αφορισμό από τον Πάπα.

Από τις λίγες εξαιρέσεις ήταν ο Ρόμπερτ Μπρους της Σκωτίας, ο οποίος είχε ήδη αφοριστεί. Κατά συνέπεια, αρκετοί Ναΐτες διέφυγαν στη Σκωτία. Πιστεύεται ότι το Σκωτικό Τεκτονικό Τάγμα έχει τις ρίζες του στο τάγμα των Ιπποτών του Ναού.

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΩΝ ΝΑΪΤΩΝ ΙΠΠΟΤΩΝ 

Παρακμή και Αφανισμός

H άνοδος του ιπποτικού τάγματος του Ναού του Σολομώντα υπήρξε ραγδαία και ταχύτατη όπως και η πτώση του. Από την απόλυτη αφάνεια και ανυποληψία στην πρώτη σειρά των προμάχων της Χριστιανοσύνης και από την πλήρη ανέχεια, στα μυθώδη πλούτη, το άλμα των Ναϊτών υπήρξε ταχύτατο και εντυπωσιακό. Ωστόσο, εξίσου εντυπωσιακή και γρήγορη ήταν η πτώση του τάγματος. Το Τάγμα των Ιπποτών του Ναού, δημιουργήθηκε για έναν συγκεκριμένο λόγο, που αρχικά ήταν η προστασία των προσκυνητών των Αγίων Τόπων.

Με την επέκταση του τάγματος, ο ρόλος αυτός διευρύνθηκε και οι Ναΐτες μεταβλήθηκαν σε προμάχους των Αγίων Τόπων, στους πρωταθλητές της Χριστιανοσύνης, στις δυνάμεις που βρίσκονταν στην πρώτη γραμμή του άνισου αγώνα ενάντια στις ''ορδές των απίστων''. Ομως από ένα σημείο και μετά, οι Ναΐτες είχαν προκαλέσει το δημόσιο αίσθημα. H σημαντικότερη πρόκληση ήταν τα αμύθητα πλούτη τους. Το τάγμα για δύο σχεδόν αιώνες συγκέντρωνε δωρεές, κτήματα, κάστρα, πόλεις ολόκληρες, μεγάλα χρηματικά ποσά, τα κέρδη από τις εμπορικές, ναυτιλιακές και κυρίως τραπεζικές δραστηριότητές του.

Τα χρήματα που απέδιδε αυτή η τεράστια περιουσία, εν μέρει τα διέθεταν για την άμυνα των Αγίων Τόπων και τη συντήρηση των πολυάριθμων κάστρων και φρουρίων που διέθετε το τάγμα σε ολόκληρη την Παλαιστίνη, τη Συρία και την Ιβηρική. Όμως ένα μεγάλο μέρος των κερδών απλώς επενδυόταν στην περεταίρω αύξηση της περιουσίας του τάγματος. Τα αρχηγεία του σε ολόκληρη την Ευρώπη ήταν εντυπωσιακά κτίσματα, αντάξια βασιλέων. Οι ανώτεροι αξιωματούχοι του τάγματος κυκλοφορούσαν πάνω σε υπερήφανα άτια, ντυμένοι με καθαρούς λευκούς μανδύες, έχοντας αγέρωχο και συχνά υπεροπτικό ύφος. Οι θησαυροί ολόκληρων βασιλείων ήταν φυλαγμένοι στα υπόγεια των κάστρων τους.

Υψηλόβαθμοι ιεράρχες, δυναμικοί πρίγκιπες, πανίσχυροι μονάρχες, επιβλητικοί φεουδάρχες, αλλά και Ιταλοί έμποροι και Εβραίοι τοκογλύφοι, όλοι έσπευδαν να δανειστούν χρήματα από το τάγμα όταν παρίστατο ανάγκη. Το τάγμα ουδέποτε αρνήθηκε να προσφέρει τις υπηρεσίες του και τα αποθέματα χρημάτων του έμοιαζαν ατέλειωτα. Οι αδελφοί του τάγματος δεν ήταν ακριβώς Άγιοι, ωστόσο σε καμία περίπτωση δεν ζούσαν με τον σπάταλο τρόπο ζωής που συνήθιζαν οι κοσμικοί ιππότες. Τα ρούχα τους παρέχονταν από το τάγμα, όπως και τα όπλα και τα άλογά τους. Στα αρχηγεία του τάγματος έτρωγαν και διέμεναν. Δεν συντηρούσαν πολυέξοδες ερωμένες, δεν έκαναν σπάταλες δεξιώσεις και όταν ταξίδευαν, τα έξοδα καλύπτονταν από το ίδιο το τάγμα.


Δεν φορούσαν πανάκριβα κοσμήματα ούτε κοσμούσαν την πανοπλία τους με χρυσάφια και πετράδια. Αυτός ο μετρημένος τρόπος ζωής που επιβαλλόταν από τη φυσιογνωμία του τάγματος, περιόριζε κατά πολύ τα έξοδα των Ναϊτών. Παράλληλα, οι αδελφοί με τα χρόνια είχαν αποκτήσει εξαιρετικές ικανότητες οικονομικής διαχείρισης και περνούσαν τη σχετική εμπειρία στους διαδόχους τους. Το αποτέλεσμα των σχετικά μικρών εξόδων και της χρηστής διαχείρισης ήταν η αύξηση της περιουσίας του τάγματος με γεωμετρική πρόοδο. Με ανάλογο ρυθμό αυξανόταν ο φθόνος των κοσμικών αρχόντων, η επιτυχία των οποίων στα οικονομικά δεν ήταν ανάλογη, αλλά και του απλού λαού, που έβλεπε έναν οργανισμό μοναχών, υπηρετών του Θεού δηλαδή, να διαθέτει τόσα πλούτη.

Αυτή είναι η απάντηση στο ερώτημα ''γιατί έπεσαν τόσο εύκολα και γρήγορα οι Ναΐτες''. H απληστία, τόσο των ίδιων των Ναϊτών όσο και εκείνων που προσέβλεπαν στην υφαρπαγή της περιουσίας τους, ήταν η αιτία του χαμού του τάγματος. Αυτό ισχύει αν θέλουμε να καταλήξουμε σε ένα ''εύκολο'' συμπέρασμα όσον αφορά στο ''γιατί'' κατέπεσε με τόσο εντυπωσιακό και τελεσίδικο τρόπο το τάγμα που προσέφερε τεράστιες υπηρεσίες σε ολόκληρη τη δυτική Χριστιανοσύνη και διατηρούσε στενές σχέσεις με όλους τους ισχυρούς ηγεμόνες. Διότι εκτός από το φθόνο, τα υπερβολικά πλούτη αποτελούσαν μία πρόκληση για τους ισχυρούς ''φίλους'' του τάγματος, οι οποίοι επιθυμούσαν να βάλουν στο χέρι κάτι από την αμύθητη αυτή περιουσία.

Ένας από τους όψιμους αυτούς αντίπαλους του τάγματος ήταν ο ηγεμόνας του ισχυρότερου κρατικού μορφώματος στη Δυτική Ευρώπη εκείνα τα χρόνια, ο ''Φίλιππος Δ' ο Ωραίος'' της Γαλλίας. Επρόκειτο για έναν δυναμικό μονάρχη, συνεχιστή της παράδοσης της δυναστείας των Καπέτων, αν και αρκετοί σύγχρονοί του τον θεωρούσαν ανόητο και μερικοί ιστορικοί πιστεύουν ότι στην πραγματικότητα ήταν ''πιόνι'' των υπουργών του. Κάτι τέτοιο όμως δεν στοιχειοθετείται από τα γεγονότα. O Φίλιππος είχε ως στόχο την ισχυροποίηση του κράτους του. Ομως τα έξοδα για κάτι τέτοιο ήταν τεράστια και ο Οίκος του βρισκόταν μόνιμα στα όρια της οικονομικής κατάρρευσης και της χρεοκοπίας.

Που επιταχύνθηκε δραματικά από τα υπέρογκα έξοδα που προκάλεσαν οι πόλεμοι στη Φλάνδρα, στους οποίους η Γαλλία τέθηκε αντιμέτωπη με Αγγλους και Φλαμανδούς. Οχι μόνο τα ταμεία ήταν άδεια, αλλά η μοναρχία είχε δημιουργήσει τεράστια χρέη τα οποία δεν είχε τη δυνατότητα να καλύψει. Σύμφωνα με κάποιους υπολογισμούς, η ''μαύρη τρύπα'' των ταμείων του Φιλίππου ήταν 1.5 εκατ. παλαιά Γαλλικά νομίσματα, ένα τεράστιο ποσό. Αφού εξήντλησαν τους ''νόμιμους'' τρόπους εξεύρεσης χρημάτων, οι υπουργοί του Φιλίππου άρχισαν να ξεχειλώνουν τα όρια της νομιμότητας.

Κατά τη γνωστή πρακτική των κυβερνήσεων ανά τους αιώνες, βρήκαν ως βολικό στόχο τις ευπορότερες μειονότητες, ξεκινώντας από τους Λομβαρδούς έμπορους, τους οποίους εκδίωξαν. Οι Λομβαρδοί ήταν από τους πλέον γνωστούς τοκογλύφους της εποχής και είχαν δανείσει τη Γαλλική μοναρχία με μεγάλα ποσά. Αφού δημεύθηκαν οι περιουσίες τους και διώχθηκαν από τη Γαλλία, η διαδικασία επαναλήφθηκε με τους Εβραίους τον Ιούλιο του 1306. Έναν μήνα πριν, η ''έμπνευση'' του Φιλίππου για επιστροφή στο -αποπληθωρισμένο- ''καλό νόμισμα'' της εποχής του παππού του, Λουδοβίκου Θ', είχε τραγικές συνέπειες, αφού προκλήθηκε βαρύτατη νομισματική κρίση και ξέσπασαν ταραχές στο Παρίσι.

Μάλιστα, ο βασιλιάς αναγκάστηκε να καταφύγει στο Ναό του Παρισιού για να σωθεί από το μαινόμενο όχλο. Αφού η χώρα αδυνατούσε να βγει από το οικονομικό αδιέξοδο, έπρεπε να βρεθούν άλλοι τρόποι για την εξεύρεση πόρων. O Φίλιππος από την εποχή της ανόδου του στο θρόνο συνεργαζόταν με τους Ναΐτες, λαμβάνοντας μάλιστα κάποια δάνεια για να καλύψει κρατικές δαπάνες. Καθώς όμως διαπίστωνε ότι οι Ναΐτες πλέον, μετά την πτώση των Αγίων Τόπων, δεν είχαν ουσιαστικά αντικείμενο, θεώρησε ότι θα ήταν εφικτό να επωφεληθεί ακόμη περισσότερο. Αρχικά ο στόχος του ήταν να ενώσει τα δύο κυριότερα ιπποτικά τάγματα της Χριστιανοσύνης, Ναΐτες και Οσπιταλιέρους, με τον ίδιο ή έναν από τους υιούς του στην κεφαλή τους.

Απώτερος σκοπός ήταν φυσικά η απόκτηση του ελέγχου της αμύθητης περιουσίας των δύο ταγμάτων και ιδιαίτερα των Ναϊτών. Ήταν ένας φιλόδοξος στόχος, που 15 χρόνια πριν θα ήταν αδύνατο να επιτευχθεί, όση και αν ήταν η δύναμη των Καπέτων. Όμως, οι συνθήκες είχαν αλλάξει.

Οι Ναΐτες Χωρίς Αποστολή

Μέχρι την τελευταία δεκαετία του 13ου αιώνα, το τάγμα είχε δημιουργήσει βαθιές ρίζες στη Μεσαιωνική κοινωνία, βρισκόταν υπό την άμεση εποπτεία και ευλογία του ίδιου του προκαθήμενου της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, είχε τεράστια δύναμη και εξυπηρετούσε έναν ιερό σκοπό, για τον οποίο ουδείς άλλος ήταν διαθέσιμος. Υπεράσπιζε, δηλαδή, τη Χριστιανική Μέση Ανατολή και τους Αγίους Τόπους από τις επιβουλές των απίστων. Ωστόσο, αφότου έπεσε η Ακρα και οι Λατίνοι εκκένωσαν τη Μέση Ανατολή, ανέκυψε ένα επιτακτικό ερώτημα: από τη στιγμή που δεν υπάρχουν Αγιοι Τόποι για να υπερασπιστούν, ποια είναι η χρησιμότητα των ιπποτικών ταγμάτων; Μία απάντηση σε αυτό το ερώτημα δεν ήταν εύκολο να δοθεί.

Οι Οσπιταλιέροι αποδείχτηκαν στο θέμα αυτό πιο διορατικοί και σίγουρα πιο ευέλικτοι από τους Ναΐτες. Αφενός προσέγγισαν ακόμη περισσότερο τους μονάρχες της Γαλλίας και των Ισπανικών κρατών, αφετέρου -και σημαντικότερο- έσπευσαν να δημιουργήσουν μία δική τους ηγεμονία, ώστε να μην είναι έρμαιο κανενός ηγεμόνα. Μάλιστα, η ηγεμονία τους βρισκόταν στα όρια του Χριστιανικού κόσμου, ώστε να έχουν τη δυνατότητα να συνεχίσουν να ισχυρίζονται ότι υπερασπίζονται τη Χριστιανοσύνη από τους απίστους. Εξάλλου οι Οσπιταλιέροι είχαν και άλλα εχέγγυα για τη συνεχιζόμενη χρησιμότητά τους:

Διέθεταν τους ξενώνες τους, διασκορπισμένους σε όλη τη Χριστιανική επικράτεια, οι οποίοι προσέφεραν άσυλο, ελεημοσύνη και φροντίδα στους ανήμπορους της κοινωνίας, στους ασθενείς και τους οδοιπόρους. Από την άλλη, οι Ναΐτες όχι μόνο δεν είχαν δικούς τους ξενώνες, αλλά ήταν ιδιαίτερα ''σφιχτοί'' όσον αφορά στην παροχή ελεημοσύνης σε εκείνους που τη χρειάζονταν, κάτι που προκάλεσε ουκ ολίγες φορές τις επικριτικές αναφορές συγχρόνων τους, ακόμη και παρατηρήσεις από εκκλησιαστικούς άρχοντες. Όσον αφορά στη δημιουργία δικού τους κράτος, οι Ναΐτες ήταν πρωτοπόροι, αφού ήταν το πρώτο τάγμα που έκανε ανάλογες κινήσεις. Συγκεκριμένα, προσπάθησαν να στήσουν μία ηγεμονία στην Κύπρο την περίοδο αμέσως μετά την Γ' Σταυροφορία.

Το νησί το είχαν αγοράσει έναντι ενός μεγάλου ποσού από τον βασιλιά της Αγγλίας Ριχάρδο το Λεοντόκαρδο, ο οποίος το είχε κατακτήσει ενώ βρισκόταν καθ' οδόν προς τους Αγίους Τόπους. Παραδόξως, οι αγέρωχοι και υπεροπτικοί ιππότες έκαναν πίσω μόλις διαπίστωσαν ότι οι κάτοικοι της μεγαλονήσου δεν τους καλοδέχονταν. Μάλιστα χρειάστηκε να καταπνίξουν μία επανάσταση που προκλήθηκε από τη σκληρή συμπεριφορά τους προς τους Κύπριους, πριν πουλήσουν το νησί στον Γκυ ντε Λουζινιάν, τον έκπτωτο μονάρχη της Ιερουσαλήμ. O Λουζινιάν εγκαινίασε την ηγεμονία του Οίκου του στο νησί και οι απόγονοί του καλοδέχτηκαν τους Ναΐτες όταν εκδιώχθηκαν από τους Αγίους Τόπους.


Όμως η Κύπρος δεν ήταν ''δικό τους'' νησί, όπως η Ρόδος που έγινε το νησί των Ιωαννιτών (έως ότου τους εκδιώξουν οι Οθωμανοί). Οι ιππότες του Ναού δεν πήραν παράδειγμα ούτε από τους Τεύτονες Ιππότες, ένα τάγμα που πρακτικά ήταν ''γέννημα'' των Ναϊτών. O Ζακ ντε Μολέ, ο μάγιστρος του τάγματος που ανέλαβε τη διοίκηση ουσιαστικά αμέσως μετά την ''έξοδο'' από τους Αγίους Τόπους, δεν κατόρθωσε να συλλάβει το πνεύμα των καιρών. Δεν κατάλαβε καν ότι το τάγμα του οποίου ηγείτο ήταν πλέον ένας ζωντανός αναχρονισμός, ένας οργανισμός που ζούσε παρασιτικά πάνω στο σώμα της δυτικής χριστιανοσύνης, δίχως να προσφέρει καμιά υπηρεσία σε αντάλλαγμα.

Αντί λοιπόν να προσπαθήσει να βρει ένα νέο ρόλο ή μία ηγεμονία σε περιοχές ''απίστων'' -αλλά μακριά από τους πανίσχυρους Μουσουλμάνους- ο ντε Μολέ αναλώθηκε σε προσπάθειες να πείσει τους Μογγόλους να ενισχύσουν τους Χριστιανούς. Παράλληλα συνέχιζε να ασκεί πιέσεις στον Πάπα και τους δυτικούς μονάρχες για την οργάνωση μίας νέας σταυροφορίας ενάντια στους μουσουλμάνους για ανακατάληψη των Αγίων Τόπων. Αγνοούσε δηλαδή ότι ο θρησκευτικός ζήλος που τροφοδότησε για δύο αιώνες το σταυροφορικό κίνημα, την εποχή αυτή είχε πλέον ξεθυμάνει.

Τέτοιου είδους προσπάθειες φανερώνουν έλλειψη ρεαλισμού και διορατικότητας, ενώ τα ίδια ελαττώματα έδειξε ο ντε Μολέ όταν του ζητήθηκε να σχολιάσει τα σχέδια για ένωση των δύο κυριότερων ιπποτικών ταγμάτων που απεργάζονταν οι κεφαλές της εκκλησιαστικής και κοσμικής εξουσίας στην Ευρώπη. Αυτό το αίτημα θα έπρεπε να κρούσει το καμπανάκι του κινδύνου για τον ντε Μολέ, που όμως συνέχισε να επαναλαμβάνει τα φθαρμένα επιχειρήματα περί υπεράσπισης της χριστιανοσύνης από τους απίστους. Ήταν ο λάθος άνθρωπος στη λάθος στιγμή και το τάγμα θα το πλήρωνε με την ίδια την ύπαρξή του.

Το Χρονικό της Πτώσης

Είδαμε προηγουμένως ότι ο βασιλιάς της Γαλλίας εποφθαλμιούσε την περιουσία του τάγματος. Για να είναι όμως ο Φίλιππος σε θέση να υποτάξει το τάγμα και να αρπάξει τα υπάρχοντά του, χρειαζόταν την αγαστή συνεργασία της Εκκλησίας και ειδικότερα του προκαθήμενού της, του Βονιφάτιου H'. Ισχυρή προσωπικότητα, μεγαλομανής αλλά και εξαιρετικά ικανός, ο Βονιφάτιος ήταν αποφασισμένος να φέρει την Καθολική Εκκλησία στο μεγαλύτερο σημείο ισχύος της. Λίγα χρόνια πριν, είχε συγκρουστεί μετωπικά με τη Γαλλική μοναρχία και είχε αναγκαστεί να υποχωρήσει μπροστά στην αποφασιστικότητα του Φιλίππου. Μάλιστα ανακήρυξε τον παππού του Γάλλου μονάρχη, Λουδοβίκο Θ', Άγιο.

Το 1300 ο Βονιφάτιος ετοίμαζε πυρετωδώς νέα σταυροφορία για την ανακατάληψη της Τορτόζα, συνδιαλεγόταν -μέσω των Ναϊτών- με τους Μογγόλους και είχε την έμπνευση να ανακηρύξει το έτος 1300 Ιωβηλαίο έτος (για τη συμπλήρωση 1.300 ετών από τη γέννηση του Χριστού), καλώντας μάλιστα τους πιστούς να επισκεφθούν τον Άγιο Πέτρο στη Ρώμη με την υπόσχεση άφεσης αμαρτιών. Έχοντας μαζέψει 200.000 πιστούς στη Ρώμη μέσα σε λίγους μήνες, ο Βονιφάτιος ένιωθε πλέον ότι βρισκόταν στο ανώτερο σημείο της δύναμής του. Ακούστηκε μάλιστα να αναφωνεί μπροστά στο συγκεντρωμένο πλήθος ''είμαι ο Καίσαρας'', ενώ καθόταν στο θρόνο του Κωνσταντίνου.

Ήταν ουσιαστικά το ανώτερο σημείο δύναμης που είχε φθάσει κάποιος Πάπας, αλλά και η αρχή της παρακμής της κοσμικής δύναμης της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας. Καταλύτης των εξελίξεων που οδήγησαν σε αυτήν την παρακμή, ήταν ο Γάλλος βασιλιάς. O Φίλιππος προκάλεσε τη δύναμη του Βονιφάτιου, ασκώντας δίωξη σε έναν επίσκοπο που είχε καταφερθεί με προσβλητικά λόγια εναντίον του. Προχώρησε στην πράξη αυτή αφενός επειδή ο επίσκοπος τον είχε προκαλέσει με θρασύτατο τρόπο και αφετέρου επειδή θεωρούσε ότι ο Βονιφάτιος δεν θα αντιδρούσε, αφού προσέβλεπε στο Γάλλο βασιλιά για να ηγηθεί της σταυροφορίας ''του''.

Όμως ο Βονιφάτιος κάλεσε σε σύνοδο τους Γάλλους επισκόπους και εξέδωσε μία Βούλα στην οποία εξαντλούσε όλο το οπλοστάσιο της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας. Επιλέγοντας την οδό της απευθείας αντιπαράθεσης, πρακτικά προλείαινε το δρόμο για την απόλυτη επικράτηση του Φιλίππου. O βασιλιάς της Γαλλίας απέδειξε ότι δεν δίσταζε μπροστά σε τίποτε, στέλνοντας το διαβόητο υπουργό του, Γκιγιώμ ντε Νογκαρέ, να ''συμμορφώσει'' τον ατίθασο Πάπα. O Νογκαρέ, με μεγάλη ακολουθία Γάλλων στρατιωτών και με πολλά μέλη της οικογένειας Κολόνα που αντιστρατεύονταν τον Πάπα, εισέβαλε στο ανάκτορο του ποντίφικα στο Ανάνι για να τον φέρει στο Παρίσι όπου θα δικαζόταν για... αίρεση και σοδομισμό.

O Βονιφάτιος, παρότι η φρουρά του (που αποτελούσαν λίγοι Ναΐτες και Οσπιταλιέροι) εξουδετερώθηκε άμεσα, επέδειξε αξιοθαύμαστο θάρρος, καλώντας τους εισβολείς να τον σκοτώσουν, με τα λόγια: ''να ο λαιμός μου, να το κεφάλι μου!''. O Νογκαρέ δίστασε και σύντομα αναγκάστηκε να αποχωρήσει, αφού ο λαός του Ανάνι ξεσηκώθηκε και επιτέθηκε ενάντια στους Γάλλους, απελευθερώνοντας το Βονιφάτιο. Όμως η προσβολή, η ταπείνωση και η ταλαιπωρία ήταν πολύ βαριές για τον ηλικιωμένο ποντίφικα. Ένα μήνα μετά πέθανε, αφήνοντας ανοιχτό το δρόμο στο Φίλιππο να επιβάλει τον ευνοούμενό του, επίσκοπο του Μπορντό, Βερτράνδο του Γκο, που έγινε Πάπας με το όνομα Κλήμης E'.

Αυτός θα ήταν το όργανο του Φιλίππου στην προσπάθειά του να εξοντώσει το Τάγμα των ιπποτών του Ναού και να αρπάξει την περιουσία του. O Φίλιππος μέσω του Κλήμη προσπάθησε να προωθήσει το θέμα της συγχώνευσης των δύο ιπποτικών ταγμάτων -Ναϊτών και Οσπιταλιέρων- των οποίων ήθελε να ηγηθεί ο ίδιος ή κάποιος από τους γιους τους. O εμφανής στόχος ήταν η χρησιμοποίηση των ιπποτικών ταγμάτων, υπό τη δική του σημαία, στην σταυροφορία που προετοίμαζε. O απώτερος στόχος ήταν η επιθυμία του να ''βάλει χέρι'' στην τεράστια περιουσία των ταγμάτων και ιδιαίτερα των Ναϊτών. Μοιάζει παράξενο που ο ντε Μολέ δεν υποψιάστηκε τι σχεδιαζόταν σε βάρος του τάγματός του, ενώ είχε αποδείξεις της κακοπιστίας του Φιλίππου στη διάθεσή του.

O ντε Μολέ ήταν ίσως ο μοναδικός από τους σημαίνοντες παράγοντες της δυτικής Χριστιανοσύνης που αντιτάχθηκε στην ένωση. Δεν είναι δυνατό να γνωρίζουμε αν λάμβανε υπόψη στενά ''συντεχνιακά'' συμφέροντα της ομάδας που εκπροσωπούσε ή απλώς ακολουθούσε το ένστικτο της επιβίωσης του τάγματός του. Όμως με τον τρόπο αυτό υπέγραφε την καταδίκη του Ναού. Τις αντιρρήσεις του αυτές εξέφρασε στον Πάπα, ο οποίος του ζήτησε ένα μνημόνιο για το θέμα. Ατυχείς ήταν οι αιτιάσεις που χρησιμοποίησε ο Μεγάλος Μάγιστρος για να υπερασπιστεί την αναγκαιότητα διατήρησης της αυτοτέλειας του τάγματος.


Πρόβαλε την -μάλλον παρωχημένη- άποψη ότι τα δύο τάγματα λόγω του συναγωνισμού τους, θα λειτουργούσαν αποτελεσματικότερα αν παρέμεναν αυτοτελή, ενώ έριξε μεγάλο βάρος στην διαφορετική ιδιότητα των δύο ταγμάτων: ενώ ο Ξενώνας είχε πρωταρχική αποστολή τη φιλανθρωπία, ο Ναός ήταν ένα καθαρά στρατιωτικό τάγμα. Αυτά τα επιχειρήματα δεν έπειθαν ούτε και η εμμονή του ντε Μολέ σε μία ''παλαιού τύπου'' μαζική σταυροφορία, όταν κλήθηκε να σχολιάσει τις επικρατούσες τάσεις στη Δύση για το θέμα αυτό. Σύμφωνα με αυτές τις τάσεις, οι ηγεμόνες της Δύσης θα διεξήγαγαν μία σταυροφορία ''περιορισμένη'', που θα συνέδραμε κυρίως τους Αρμενίους της Κιλικίας.

Στη συνέχεια και ανάλογα με τα αποτελέσματα θα γίνονταν σκέψεις για ενίσχυση του μικρού σώματος που θα αποστελλόταν αρχικά. Αντίθετος με αυτά τα σχέδια, ο ντε Μολέ δήλωσε ότι θα πρέπει να συγκεντρωθεί ένας στρατός ''τουλάχιστον 20.000 ιπποτών και σεργέντων'' και να επιτεθεί στην Αίγυπτο, με στόχο την καρδιά του Σουλτανάτου των Μαμελούκων. Κάτι τέτοιο την εποχή αυτή ήταν ανεφάρμοστο και δείχνει ξεκάθαρα ότι ο ντε Μολέ αδυνατούσε να συλλάβει το πνεύμα των καιρών του.O Ζακ ντε Μολέ στο δεύτερο μνημόνιο, αυτό που αφορούσε στην σταυροφορία, ζήτησε από τον Πάπα να συναντηθούν για να συζητήσουν αναλυτικότερα, παρουσία και του Μεγάλου Μάγιστρου των Ιωαννιτών.

Δεν γνώριζε, προφανώς, το μέγεθος της συνωμοσίας και τη δυναμική της, ειδάλλως θα έμενε μακριά από τη Γαλλία. Καθώς λοιπόν αγνοούσε τις πραγματικές προθέσεις του Φιλίππου, βάδισε με τη θέλησή του ''στο στόμα του λύκου''. H αντίστροφη μέτρηση είχε αρχίσει. Παρασκευή και 13. Ανύποπτος για το τι ετοιμάζεται σε βάρος του, ο ντε Μολέ έφθασε στο Πουατιέ για να συναντηθεί με τον ποντίφικα στα τέλη Μαΐου του 1307. Τον Ιούλιο έφθασε και ο Μάγιστρος του Ξενώνα, που είχε καθυστερήσει λόγω των επιχειρήσεων του τάγματός του στη Ρόδο, όπου οι Οσπιταλιέροι εγκατέστησαν την ηγεμονία τους.

O ντε Μολέ βρήκε μάλιστα την ευκαιρία σε μία κατ' ιδίαν συνάντηση με τον Πάπα να του θέσει το θέμα των κατηγοριών για ''χυδαιότητες και βλάσφημες πρακτικές'' που διατυπώνονταν για το τάγμα και τα μέλη του. Οι κατηγορίες αυτές είχαν διατυπωθεί από μέλη του τάγματος που είχαν απομακρυνθεί από τις τάξεις του Ναού, όπως ήταν ο Εσκουίν του Φλοριάν, ο Γεράρδος Μπιζόλ και ο Βερνάρδος Πελέ, και είχαν φθάσει στο Φίλιππο της Γαλλίας, που έσπευσε να ενημερώσει τον Κλήμη για το περιεχόμενό τους. H προσπάθεια για στοιχειοθέτηση κατηγοριών ενάντια στο τάγμα ήταν στην κορύφωσή της την εποχή αυτή, οπότε οι καταγγελίες των έκπτωτων αδελφών έμοιαζαν με θεόσταλτο δώρο στο Φίλιππο.

O ντε Μολέ θέλοντας να αποκαταστήσει την τιμή και τη δημόσια εικόνα του τάγματος, ζήτησε από τον Πάπα τη διερεύνηση αυτών των κατηγοριών. Το ίδιο ακριβώς -αλλά με διαφορετικό σκοπό- είχε ζητήσει ο Φίλιππος. O Κλήμης όντως διέταξε έρευνα αλλά καθώς ήταν ασθενής, ζήτησε -δίχως, φυσικά, να το γνωρίζει ο Μάγιστρος του Ναού- από το Φίλιππο να μην προχωρήσει σε κάποια βιαστική κίνηση έως ότου διαπιστωθεί τι ακριβώς συμβαίνει. O ντε Μολέ ικανοποιήθηκε με την έναρξη έρευνας και μετέβη στο Παρίσι για να παραβρεθεί στην κηδεία της Κατερίνας του Κουρτενέ, νύφης του Φιλίππου και συζύγου του Καρόλου των Βαλουά. Ήταν Πέμπτη 12 Οκτωβρίου 1307 και θα ήταν η τελευταία μέρα ελευθερίας που θα απολάμβανε ο Ζακ ντε Μολέ.

Όμως οι υπουργοί του Φιλίππου είχαν ήδη στήσει την παγίδα τους, αφού το σχέδιο που είχαν εκπονήσει προέβλεπε τη σύλληψη όλων των Ναϊτών και τη δήμευση της περιουσίας τους. H παρουσία του Μάγιστρου του τάγματος στο Παρίσι, όπου μπορούσαν να τον συλλάβουν μαζί με ολόκληρη την τοπική ηγεσία του τάγματος, τους βοηθούσε να πετύχουν τα καλύτερα δυνατά αποτελέσματα με το λιγότερο δυνατό κόπο. Λίγες μέρες πριν, μία μυστική διαταγή με την υπογραφή του βασιλιά, έφθασε στους ''Βαΐλιους'' και τους ''Σενεσάλους'' του βασιλείου. Το περιεχόμενο της διαταγής ίσως να προκάλεσε τρόμο στους βλοσυρούς αντιπροσώπους του Γαλλικού θρόνου.

Ωστόσο όταν ξεπέρασαν το αρχικό σοκ άρχισαν να ετοιμάζονται για να εκπληρώσουν τις προσταγές του άρχοντά τους. Με τη διαταγή αυτή, ο Φίλιππος τους καλούσε να συλλάβουν όλα τα μέλη του Τάγματος του Ναού. Αν και ο βασιλιάς θα μπορούσε απλώς να δώσει τις διαταγές του με έναν λιτό και σαφή τρόπο, η μυστική επιστολή περιείχε ένα ολόκληρο κατηγορητήριο ενάντια στο τάγμα, με γλώσσα ιδιαίτερα σκληρή αλλά και γλαφυρή. Δεν είναι περίεργο που οι κατηγορίες που διατυπώθηκαν σε αυτό το έγγραφο είναι ακριβώς εκείνες που στη συνέχεια θα επιπέσουν στις κεφαλές του τάγματος κατά τη διάρκεια των ακροάσεων που θα ακολουθούσαν.

Οι διαταγές του Φιλίππου μιλούσαν για ''λύκους που έχουν ενδυθεί την προβιά του αρνιού'', για ''βλάσφημους που σταύρωσαν ξανά το Χριστό μας'', για ''πράγματα τόσο φρικτά που είναι αδύνατο να τα συλλάβει ο νους του ανθρώπου, εγκλήματα βδελυρά, έργα αηδιαστικά, πράγματα σχεδόν απάνθρωπα''. Αυτό, μαζί με πολλές αναφορές στην άρνηση του Ιησού, στις ομοφυλοφιλικές πρακτικές μεταξύ των μελών του τάγματος και ακόμη περισσότερες ρητορικές εκφράσεις που είχαν ως στόχο να ατσαλώσουν τη θέληση των βασιλικών απεσταλμένων, ήταν το πλαίσιο που πρόβαλλε ο Φίλιππος για τη σύλληψη των Ναϊτών. H επιχείρηση οργανώθηκε και εκτελέστηκε άψογα.

Σ' ολόκληρη την επικράτεια του Γάλλου βασιλιά οι αρχές είχαν λάβει τη μυστική εντολή, είχαν καταγράψει τα ονόματα των Ναϊτών που υπήρχαν σε κάθε αρχηγείο και είχαν οργανώσει ομάδες για τη σύλληψή τους. Καθώς ξημέρωνε η Παρασκευή 13 Οκτωβρίου του 1307, οι αστυνομικοί του Φιλίππου ξεχύθηκαν στα αρχηγεία του τάγματος σε όλη τη χώρα. Οι Ναΐτες δεν πίστευαν στα μάτια τους όταν έβλεπαν τους αξιωματούχους του θρόνου να εισβάλλουν στα αρχηγεία τους, πόσο μάλλον όταν άκουγαν ότι είχαν σκοπό να τους συλλάβουν. Επρόκειτο για πλήρη αιφνιδιασμό, αφού μόλις 12 Ναΐτες σε ολόκληρη τη Γαλλική επικράτεια διέφυγαν τη σύλληψη.

Πάντως ήταν Ναΐτες χαμηλής θέσης, αφού από τους έχοντες κάποια εξουσία εντός του τάγματος μόνο ένας, ο Γεράρδος του Βιλλιέ, Διδάσκαλος του Ναού στην Γαλλία, διέφυγε τη σύλληψη. Τα περί αιφνιδιασμού δεν αφορούσαν μόνο στους Ναΐτες αλλά και στην Καθολική Εκκλησία. O Κλήμης φυσικά είχε εργαστεί μαζί με το Φίλιππο εξαρχής και γνώριζε ότι ο προστάτης του επιθυμούσε να ''απαλλοτριώσει'' την περιουσία των Ναϊτών. Ωστόσο δεν είχε φανταστεί ότι μπορούσε να δράσει τόσο απροκάλυπτα, με τόσο θράσος και περιφρόνηση προς την ανώτερη εκκλησιαστική αρχή.


Αν και η συμπεριφορά του Φιλίππου προς το Βονιφάτιο θα έπρεπε να τον είχε διδάξει ότι ο βασιλιάς παραμέριζε οποιονδήποτε ενδοιασμό -ηθικό ή άλλο- και αναστολή προκειμένου να πετύχει το σκοπό του. O αιφνιδιασμός και η αμηχανία του ποντίφικα γίνονται φανερά από την επιστολή διαμαρτυρίας που απέστειλε στον Φίλιππο αμέσως μόλις έμαθε για τη μαζική σύλληψη των Ναϊτών σε ολόκληρη τη Γαλλία. ''Παραβίασες κατά την απουσία μου όλους τους κανονισμούς και άπλωσες τα χέρια στα πρόσωπα και την περιουσία των Ναϊτών. Επίσης τους φυλάκισες και δεν τους μεταχειρίστηκες με την οφειλόμενη επιείκεια, που ήταν το πιο οδυνηρό απ' όλα''.

O Πάπας κατέληγε με μία διαπίστωση που έδειχνε ότι ήταν έτοιμος με τη σειρά του να αντιπαρατεθεί με το Φίλιππο για την υπόθεση των Ναϊτών: ''Οι βιαστικές ενέργειές σου θεωρούνται από όλους, και δικαίως, πράξεις απαξίας και περιφρόνησης προς ημάς και προς τη Ρωμαϊκή Εκκλησία''. Μόνο που όπως αποδείχτηκε στη συνέχεια, επρόκειτο για κενή ρητορεία από πλευράς Κλήμη. Όταν ο Φίλιππος αποφάσισε να τον πιέσει πιο έντονα, ο Κλήμης δεν τόλμησε να αρνηθεί και αποτέλεσε πειθήνιο όργανο του Γάλλου βασιλιά στη συνέχεια του δράματος των Ναϊτών.

Οι Ναΐτες στο Εδώλιο

H δίκη των Ναϊτών αποτελεί ίσως μία από τις μεγαλύτερες δικαστικές πλάνες όλων των εποχών, βασισμένη σε χαλκευμένα στοιχεία, φήμες που ουδέποτε αποδείχτηκαν, ψευδομαρτυρίες, ομολογίες κάτω από πίεση. Στη συνέχεια θα δούμε πώς ο Φίλιππος της Γαλλίας κατάφερε να δικάσει τους Ναΐτες και να επιβάλει το δίκαιό του. Οι Ναΐτες κατηγορήθηκαν για μία σειρά από παραπτώματα τα οποία επέσυραν τις βαρύτερες των ποινών, καθώς παραβίαζαν κάθε έννοια χριστιανικού και κοσμικού Δικαίου. Αρχικά οι κατηγορίες βάσει των οποίων πραγματοποιήθηκαν το 1307 οι συλλήψεις των Ναϊτών ήταν μάλλον ασαφείς και γενικόλογες: άρνηση και εμπτυσμός του Σταυρού, άσεμνες πράξεις και ομοφυλοφιλία, καθώς και λατρεία των ειδώλων.

Γύρω από αυτό τον πυρήνα δομήθηκε το κατηγορητήριο σε βάρος των Ναϊτών, το οποίο έλαβε μία πιο ολοκληρωμένη μορφή τον Αύγουστο του 1308, όταν ο Πάπας Κλήμης E' μετά από πιέσεις του Φιλίππου προχώρησε στην καταγραφή των κατηγοριών με πιο αναλυτικό τρόπο. Σύμφωνα με τους σημαντικότερους μελετητές της ιστορίας των Ναϊτών, πίσω από τις κατηγορίες αυτές φαίνεται καθαρά το ''χέρι'' του υπουργού του Φιλίππου, Γκιγιώμ ντε Νογκαρέ, ενός πανούργου άνδρα, ειδικού στη συκοφαντία και τη διαβολή, που ήταν το δεξί χέρι του βασιλιά και εκείνος που αναλάμβανε όλες τις ''ύποπτες'' υποθέσεις.

Μία προσεκτική εξέταση των κατηγοριών με τις οποίες βαρύνονταν οι Ναΐτες θα μας βοηθήσει να αντιληφθούμε πολύ περισσότερα πράγματα για το τάγμα, την εικόνα του στον ''έξω κόσμο'' καθώς και για την ίδια τη Μεσαιωνική κοινωνία, τις προκαταλήψεις και τις δοξασίες που κυριαρχούσαν ανάμεσα στους δεισιδαίμονες ανθρώπους της εποχής. Σε γενικές γραμμές, το τμήμα των κατηγοριών που αναφέρεται σε ''αιρέσεις'' και ''άνομες πρακτικές'' των Ναϊτών, βρίσκεται σε στενή σύνδεση με τις αντίστοιχες κατηγορίες που προσάπτονταν στους αιρετικούς Καθαρούς και άλλες ανάλογες αιρετικές οργανώσεις του Μεσαίωνα.

Είναι πιθανό, διαπιστώνουν κάποιοι σύγχρονοι μελετητές, ότι οι εγκέφαλοι της συνωμοσίας προσπάθησαν να συσχετίσουν άμεσα τους Ναΐτες με τις γνωστότερες αιρέσεις του καιρού τους. Άλλωστε, το κέντρο της Ναϊτικής δραστηριότητας στη Γαλλία ήταν η επαρχία του Λανγκτόκ, που ήταν επίσης το κέντρο της αίρεσης των Καθαρών. Ας δούμε όμως τις βασικές κατηγορίες μία προς μία:

Άρνηση του Χριστού: 

Ένα νέο υποψήφιο μέλος καλείτο από εκείνους που το υποδέχονταν να αρνηθεί το Χριστό και μερικές φορές την Παρθένο Μαρία και τους Αγίους. Επίσης, τα μέλη του Ναού κατά τη διάρκεια της ίδιας τελετής τού έλεγαν ότι ο Χριστός δεν είναι ο αληθινός Θεός, αλλά ένας ψευδοπροφήτης που δεν σταυρώθηκε για να σώσει την ανθρωπότητα από τις αμαρτίες της, αλλά εξαιτίας των δικών του αμαρτιών. Οπότε, υπογράμμιζε το κατηγορητήριο, στους νεοεισερχόμενους αδελφούς λεγόταν ότι δεν είναι δυνατή η αναζήτηση της σωτηρίας της ψυχής μέσω της χάρης του Ιησού Χριστού. 

Στη συνέχεια, το υποψήφιο μέλος έπρεπε να φτύσει πάνω στον Εσταυρωμένο ή σε μία εικόνα του Ιησού, ενώ -σύμφωνα πάντα με το κατηγορητήριο- σε κάποιες περιπτώσεις αναγκαζόταν να ποδοπατήσει τον Εσταυρωμένο ή ακόμη και να ουρήσει επ' αυτού. Σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως αναφέρεται στο κατηγορητήριο, ''κάποιοι από αυτούς συνήθιζαν να μαζεύονται, την ημέρα αυτή (Μεγάλη Παρασκευή) ή κάποια άλλη μέρα της Μεγάλης Εβδομάδας, για να ουρήσουν και να ποδοπατήσουν το σταυρό''. Πρόκειται για την σοβαρότερη, με θρησκευτικά κριτήρια, κατηγορία. 

Ουσιαστικά είναι μία κατηγορία που συναντούμε σε όλες τις δίκες για αιρέσεις και για μάγους που έχουν λάβει χώρα στο δυτικό χριστιανικό κόσμο από τον Μεσαίωνα μέχρι και τον 19ο αιώνα. Τον καιρό που διατυπώθηκε αυτή η κατηγορία για τους Ναΐτες, αφθονούσαν τα παραδείγματα λαϊκών δοξασιών για αιρετικούς που φτύνουν το σταυρό (λ.χ. τους Καθαρούς) και ακόμη περισσότερο για τους μουσουλμάνους. Οι τελευταίοι θεωρούνταν από τα αμαθή πλήθη της Ευρώπης ότι ''διασκεδάζουν'' σέρνοντας στις λάσπες Εσταυρωμένους, ενώ ένας άλλος θρύλος ήθελε τα παιδιά Χριστιανών που συλλαμβάνονταν από τους Μουσουλμάνους να αναγκάζονται να φτύνουν στο σταυρό.

H Λατρεία των Ειδώλων: 

Σύμφωνα με τον Κλήμη, οι Ναΐτες λάτρευαν είδωλα. Ιδιαίτερη μνεία γίνεται σε μία γάτα και ένα κεφάλι, το οποίο σε ορισμένες περιπτώσεις φέρεται να έχει τρία πρόσωπα. Σε άλλες φέρει ένα πρόσωπο ενώ σε κάποιες άλλες έχει τη μορφή ανθρώπινου κρανίου. Αυτό το κεφάλι λατρευόταν ως ''ο Σωτήρας'' και το τιμούσαν ως ζωοδότη. Το ακουμπούσαν ή το κύκλωναν με λεπτά κορδόνια, τα οποία στη συνέχεια τα φορούσαν κατάσαρκα γύρω από τη μέση ή το στήθος τους. Τα κορδόνια αυτά υποτίθεται ότι τα λάμβαναν οι νεοεισερχόμενοι στο τάγμα κατά τη διάρκεια της τελετής υποδοχής. 

Μάλιστα, στο κατηγορητήριο αναφέρεται ότι αν οι νεοεισερχόμενοι αδελφοί δεν δέχονταν να κάνουν κάτι από τα παραπάνω (απάρνηση του Ιησού, φτύσιμο στο σταυρό, αποδοχή του ''δαιμονικού'' κορδονιού), οι Ναΐτες θα τους φυλάκιζαν ή θα τους σκότωναν. Πρόκειται για άλλη μία κατηγορία που ''ακουμπά'' στις δημοφιλείς δεισιδαιμονίες του καιρού, αφού η γάτα φέρεται συχνά ως η προσωποποίηση του σατανά, ενώ η ειδωλολατρία το Μεσαίωνα συσχετιζόταν (εντελώς λανθασμένα, φυσικά) από τους δυτικούς με το Ισλάμ. Αφθονούν οι αναφορές στους Μουσουλμάνους ως ''ειδωλολάτρες'' σε διάφορα κείμενα του Μεσαίωνα. 

H ασώματος κεφαλή είναι από την άλλη ένα συχνό μοτίβο σε διάφορες, περισσότερο ή λιγότερο νοσηρές, διηγήσεις και λαϊκούς μύθους. Ένας από αυτούς τους μύθους επαναλήφθηκε από τρεις τουλάχιστον ''μάρτυρες'' (σε ισάριθμες διαφορετικές παραλλαγές) κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας για τη δίκη του τάγματος. O μύθος αυτός αφορά στις νεκροφιλικές σχέσεις ενός Χριστιανού άρχοντα της Ανατολής με το πτώμα μίας πανώριας κυρίας, μία σχέση εκ της οποίας γεννιέται μία ασώματος κεφαλή με υπερφυσικές ιδιότητες. Μία τέτοια ασώματο κεφαλή υποτίθεται ότι λάτρευαν οι Ναΐτες. 

Τα νεκροφιλικά μοτίβα συσχετίστηκαν με τους Ναΐτες σε πολλές περιπτώσεις (ιδιαίτερα κατά την εκστρατεία δυσφήμησής τους) ωστόσο δεν πέρασαν και στο επίσημο κατηγορητήριο. Το σημείο περί των ''κορδονιών'' που υποτίθεται ότι φορούσαν οι Ναΐτες, είναι άλλη μία προσπάθεια συσχετισμού με τους ''Καθαρούς'', καθώς οι τελευταίοι όντως φορούσαν παρόμοια κορδόνια αφού είχαν λάβει τη ''φώτιση''.


Άρνηση των Μυστηρίων: 

Έγκλημα καθοσιώσεως για την Χριστιανική πίστη είναι και η τρίτη κατηγορία, που υποστηρίζει ότι οι Ναΐτες δεν πίστευαν στα ιερά μυστήρια και ότι οι ιερείς τους παρέλειπαν τα λόγια του καθαγιασμού κατά τη διάρκεια της ιεράς ακολουθίας. Σύμφωνα με τους σύγχρονους μελετητές, οι κατήγοροι των Ναϊτών εδώ είχαν διττό σκοπό. Από τη μία απευθύνονταν στις λαϊκές μάζες, που γνώριζαν ότι οι Καθαροί -οι πλέον γνωστοί αιρετικοί τον καιρό αυτό- παρέλειπαν από τις λειτουργίες τους τα λόγια του καθαγιασμού και δεν πίστευαν στα ιερά μυστήρια. Οπότε, στα μάτια του απλού κόσμου, αφού οι Ναΐτες μοιράζονταν τις ίδιες πεποιθήσεις με τους Καθαρούς, ήταν και εκείνοι αιρετικοί. 

Από την άλλη, οι διαβολείς των Ναϊτών απευθύνονταν στους πλούσιους δωρητές του τάγματος, οι οποίοι είχαν παραχωρήσει σημαντικές δωρεές περιμένοντας την αναφορά του ονόματός τους στη λειτουργία και την ''μεσολάβηση'' του ''ευλογημένου από την Εκκλησία και το Θεό'' τάγματος για τη Θεία Χάρη. Εφόσον, όμως, οι λειτουργίες των Ναϊτών ήταν ''άκυρες'', τότε και οι δωρητές είχαν χαρίσει άδικα τις περιουσίες τους. Επρόκειτο για μία ''αριστουργηματική'' κίνηση που απέκοψε το τάγμα ακόμη και από εκείνους που είχαν συνδέσει την τύχη τους με αυτό.

''Εσωτερική'' Εξομολόγηση και Συγχώρεση: 

H τέταρτη κατηγορία είναι ότι ο Μεγάλος Μάγιστρος και άλλοι ανώτεροι αξιωματούχοι του τάγματος φέρονταν να έχουν το δικαίωμα να ακούνε τις εξομολογήσεις των μελών του τάγματος και να συγχωρούν τις αμαρτίες τους. Κι αυτό παρότι ήταν λαϊκοί και όχι κληρικοί και ως εκ τούτου δεν είχαν τέτοιο δικαίωμα. Αυτή η κατηγορία στόχευε τόσο στον κλήρο (δίνοντας την εντύπωση ότι οι Ναΐτες σφετερίζονται λειτουργίες αποκλειστικά προορισμένες για κληρικούς) όσο και στους πιστούς. Οι τελευταίοι, ''υποψιασμένοι'' από τις υπόλοιπες κατηγορίες, θα έβλεπαν ως απόλυτα φυσικό το γεγονός ότι οι Ναΐτες θα επιχειρούσαν, ακόμη και σφετεριζόμενοι το δικαίωμα της εξομολόγησης και συγχώρεσης, να κρατήσουν τη γνώση των φρικτών ανομημάτων που διέπρατταν εντός των τάξεων του τάγματος. 

Πάντως φαίνεται ότι αυτή η κατηγορία έχει κάποιες ρίζες στην αλήθεια, αφού αρκετοί Ναΐτες ομολόγησαν -ακόμη και χωρίς τη χρήση βασανιστηρίων- ότι θεωρούσαν την συγχώρεση του Μάγιστρου εξίσου ισχυρή με οποιουδήποτε κληρικού. Αποτελεί άλλωστε τη μοναδική κατηγορία στην οποία αναφέρεται στο ίδιο το κατηγορητήριο ότι ''όπως ομολόγησε και ο ίδιος ο Μεγάλος Μάγιστρος του τάγματος''.

Ομοφυλοφιλικές Πρακτικές: 

H πέμπτη κατηγορία έχει να κάνει με την θρυλούμενη ομοφυλοφιλία στους κόλπους του τάγματος. Ότι, δηλαδή, κατά τη διάρκεια της τελετής για την υποδοχή των νέων μελών, ο υποψήφιος που γινόταν δεκτός δεχόταν φιλιά από τον ''οικοδεσπότη'' στο στόμα, στους γλουτούς, στην σπονδυλική στήλη, στο στομάχι και στον ομφαλό, ''μερικές, δε, φορές και στο πέος'', όπως αναφέρει το κατηγορητήριο. Επίσης, το τάγμα κατηγορήθηκε ευθέως ότι όχι μόνο επέτρεπε αλλά και ενθάρρυνε τα μέλη του να έχουν ομοφυλοφιλικές σχέσεις και επαφές. Επρόκειτο για μία αναμενόμενη κατηγορία, που επίσης πρέπει να είχε κάποιο αντίκρισμα στην πραγματικότητα. Άλλωστε, επρόκειτο για μία αποκλειστικά ανδρική κοινότητα, όπου οποιαδήποτε επαφή με γυναίκες απαγορευόταν αυστηρά. 

Τα σκάνδαλα για ομοφυλοφιλικές σχέσεις μεταξύ μελών μοναστικών ταγμάτων το Μεσαίωνα ήταν τακτικά. H κατηγορία αυτή ήταν αρκετά αποτελεσματική στην ενοχοποίηση του τάγματος συνολικά, καθώς η εποχή αυτή (14ος αιώνας) χαρακτηριζόταν από μία έξαρση της εχθρότητας της καθολικής εκκλησίας προς το σοδομισμό και τις ομοφυλοφιλικές πρακτικές εν γένει, τόσο μεταξύ ανδρών όσο και γυναικών. Αυτό που υπονοούσαν οι κατήγοροι είναι ολοφάνερο: η Καθολική Εκκλησία δίδασκε ότι ο σοδομισμός οδήγησε στην πτώση και την καταστροφή τις πόλεις Σόδομα και Γόμορα, οπότε και οι παρόμοιες πράξεις των Ναϊτών οδήγησαν στην πτώση των βασιλείων της Ουτρεμέρ στους απίστους.

Αθέμιτος Πλουτισμός: 

H έκτη κατηγορία είναι μία από τις ελάχιστες που έχει πολύ στέρεες ρίζες στην πραγματικότητα: οι Ναΐτες κατηγορήθηκαν ότι μετέρχονταν κάθε θεμιτού και αθέμιτου μέσου για να αποκομίσουν περισσότερα πλούτη για το τάγμα, ότι είχαν ως στόχο αποκλειστικά το κέρδος και ότι δεν χρησιμοποιούσαν τις δωρεές που γίνονταν προς το τάγμα για τους αποδεκτούς και εγκεκριμένους σκοπούς. Ιδιαίτερη μνεία γινόταν στο ότι δεν έδιναν μερίδιο στα νοσοκομεία και στους ξενώνες των πτωχών. Εδώ βεβαίως γίνεται και μία ευρύτερη προσπάθεια για ''δαιμονοποίηση'' των Ναϊτών, αφού παρουσιάζονται ως φιλάργυροι και αδίστακτοι, ωστόσο -όπως είπαμε- αυτή η εικόνα δεν απέχει και τόσο από την πραγματικότητα.

Συναθροίσεις εν Κρυπτώ: 

H έβδομη κατηγορία είχε επίσης βάσεις στην πραγματικότητα. Κατηγορούνταν ότι οι συναντήσεις των Ναϊτών γίνονταν πίσω από κλειστές πόρτες, συχνά τη νύχτα, κάτω από δρακόντεια μέτρα ασφαλείας και παρόντες ήταν μόνο μέλη του Ναού. Αδελφοί που αποκάλυψαν τα τεκταινόμενα σε αυτές τις συναντήσεις, τιμωρήθηκαν αυστηρά, ακόμη και με εγκλεισμό ή θάνατο. 

H στόχευση αυτής της κατηγορίας δεν είναι, επί της ουσίας, να αποτελέσει καθαυτό επιβαρυντικό στοιχείο, αλλά τουναντίον να ενισχύσει τις υπόλοιπες κατηγορίες. Διότι μόνο με ένα παρόμοιο δεδομένο θα μπορούσε να δικαιολογηθεί ότι οι τόσες τρομακτικές, επαίσχυντες πράξεις με τις οποίες βαρύνονταν οι Ναΐτες δεν είχαν δει το φως της ημέρας κατά τους δύο αιώνες της ύπαρξης του τάγματος. Σε αντίθετη περίπτωση, αν δηλαδή το τάγμα δεν κατηγορείτο για μυστικοπάθεια και εσωτερικότητα, οποιαδήποτε προσπάθεια να εξηγηθεί κάτι τέτοιο θα ήταν δυσχερής ή και αδύνατη.

Το επίσημο κατηγορητήριο αριθμεί συνολικά 127 άρθρα και αποτελεί ένα εντυπωσιακό συμπίλημα προκαταλήψεων, θρησκευτικής μισαλλοδοξίας, διαστρέβλωσης της αλήθειας και στυγνής προπαγάνδας, αναμεμειγμένων με αρκετά σκόρπια ψήγματα αλήθειας. Είναι αξιοσημείωτο ότι η αναπαραγωγή των κατηγοριών αυτών μέσα στους επόμενους αιώνες, πρόσθεσε πολλές ακόμη. Μία από εκείνες που ξεχωρίζουν είναι ότι οι Ναΐτες είχαν ''προδώσει τη Χριστιανοσύνη'', μέσα από τις συμμαχίες που είχαν συνάψει με τους Μουσουλμάνους. Ως αποδεικτικό αυτών των συμμαχιών, αναφέρεται το ότι οι Ναΐτες φορούσαν μία ζώνη.

Οι πλέον ευφάνταστοι των συγγραφέων του ύστερου Μεσαίωνα και της Αναγέννησης, ανακάλυψαν και πιο φρικιαστικές πρακτικές: μεταξύ των κατηγοριών που είχαν ''παραλειφθεί'' από το επίσημο κατηγορητήριο, αλλά προστέθηκαν στους επόμενους αιώνες, αναφέρεται και το ότι οι Ναΐτες είχαν κάψει στην πυρά τη σύζυγο ενός αδελφού μαζί με το παιδί της και με το λίπος τους καθαγίασαν ένα είδωλο. Γενικά, οι κατηγορίες δεν ήταν τυχαίες ούτε ''εμπνεύσεις της στιγμής'', αλλά αντίθετα προσεκτικά μελετημένες ώστε να φέρουν το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα. Οι αντιστοιχίες μεταξύ των κύριων κατηγοριών περί αιρέσεων, πρακτικών ειδωλολατρίας και ομοφυλοφιλίας, με τους δημοφιλείς την εποχή εκείνη μύθους για ανάλογες πρακτικές των ''ανατολιτών'', είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτικές.


Είναι επίσης εντυπωσιακό πόσες από αυτές τις κατηγορίες επανήλθαν και στους επόμενους αιώνες σε ανάλογες περιπτώσεις που η Εξουσία, ενδεδυμένη το θρησκευτικό μανδύα της, θέλησε να κατηγορήσει και να εξοντώσει τους εχθρούς της. Χαρακτηριστικές περιπτώσεις είναι η Ιερά Εξέταση καθώς και το ''κυνήγι των μαγισσών'' που έλαβε χώρα σε ολόκληρη τη δυτική Χριστιανοσύνη τον 17ο και τον 18ο αιώνα. Αλλά η χάλκευση των κατηγοριών γίνεται αντιληπτή και απλώς ρίχνοντας μία ματιά σε άλλες ανάλογες περιπτώσεις ''εχθρών'' του βασιλιά της Γαλλίας που κατηγορήθηκαν την ίδια εποχή.

Για παράδειγμα ο προκάτοχος του Κλήμη, ο Πάπας Βονιφάτιος, έγινες στόχος εκτεταμένης διαβολής, επειδή είχε συγκρουστεί με τον Φίλιππο και είχε αρνηθεί να εξυπηρετήσει τα σχέδιά του, τόσο για τους Ναΐτες όσο και για άλλα ζητήματα. Οι υπουργοί του Φιλίππου και ιδιαίτερα ο Νογκαρέ, ανέλαβαν δράση και σύντομα η φήμη του Βονιφάτιου είχε αμαυρωθεί με κατηγορίες για αίρεση, μαγεία και ομοφυλοφιλία, ακριβώς το ίδιο πλαίσιο που χρησιμοποιήθηκε στην περίπτωση των Ναϊτών, δηλαδή. Παρότι ο Βονιφάτιος είχε πεθάνει ήδη από το 1303, ο Φίλιππος ''έπεισε'' τον Κλήμη να διατάξει έρευνα για να διαπιστώσει το ακριβές των κατηγοριών αυτών.

Ανάλογες ήταν οι κατηγορίες και για έναν ακόμη εχθρό του Οίκου του Φιλίππου, τον Γκισάρ, Επίσκοπο του Τρουά, ο οποίος έμεινε στη φυλακή για 5 χρόνια, πριν τελικώς ο Φίλιππος στρέψει αλλού το ενδιαφέρον του και τον αποφυλακίσει το 1313. Άλλος ένας εχθρός του Φιλίππου είχε παρόμοια τύχη. O Βερνάρδος Σαϊσέ, Επίσκοπος του Παμιέ, ήταν ένας δριμύς κατήγορος του Φιλίππου. Εγραψε μάλιστα - αναφερόμενος στο περίφημο κάλλος του βασιλιά που του είχε άλλωστε χαρίσει προσωνύμιο ''Ωραίος'' ότι ''είναι ο πιο ωραίος από οποιονδήποτε άνδρα στον κόσμο'' αλλά ''δεν ξέρει τίποτε, εκτός από το να κοιτάζει τους άνδρες σαν την κουκουβάγια, η οποία αν και πανέμορφη στην όψη, κατά τα άλλα είναι ένα άχρηστο πτηνό''.

Οι υπόνοιες που εξέφρασε ο Βερνάρδος για ανοησία του Φιλίππου, έφεραν στο κατόπι του τους βασιλικούς μπράβους. Τον συνέλαβαν το 1301 με τις συνήθεις κατηγορίες: βλασφημία, μαγεία, αίρεση, προδοσία, σιμωνία και μοιχεία. Πρόκειται για τη σύλληψη που οδήγησε στην ''κόντρα'' μεταξύ Φιλίππου και Βονιφάτιου.

H Δίκη των Ναϊτών

Τα μόνα σχετικά άθικτα αρχεία της δίκης των Ναϊτών που σώζονται, προέρχονται από την Αγγλία και δεν είναι καν η ολοκληρωμένη έκδοση αλλά μία σύνοψη. Φαίνεται ότι ήταν πρακτική στις δίκες των Ναϊτών να τηρούνται κυρίως συνόψεις των πρακτικών και αυτές να δημοσιοποιούνται. Αλλά και από αυτήν την σύνοψη, καθώς και τις σχετικές μαρτυρίες που διασώζονται από άλλες πηγές, μπορούμε να σχηματίσουμε μία αρκετά ακριβή εικόνα τόσο για τη διαδικασία όσο και για τη μεθοδολογία που ακολουθήθηκε ώστε οι δικαζόμενοι ιππότες να βρεθούν ένοχοι των βαρύτατων κατηγοριών που ''σκαρφίστηκε'' ο Νογκαρέ και οι διώκτες του τάγματος.

Οι μαρτυρίες του Διδασκάλου του τάγματος στην Ακουιταίνη, Γοδεφρείδου του Γκονβίλ, και δώδεκα άλλων μαρτύρων -μόνο ένας εκ των οποίων ήταν μέλος του τάγματος- χρησιμοποιήθηκαν ως ''αποδεικτικά στοιχεία'' για την καταδίκη του συνόλου των Ναϊτών. Κατά κανόνα οι ''ομολογίες'' των μελών του Ναού λαμβάνονταν υπό εξαιρετική πίεση, για την επίτευξη της οποίας οι ''ανακριτές'' χρησιμοποιούσαν διάφορες μεθόδους βασανισμού. Με τον τρόπο αυτό κατόρθωσαν να αποσπάσουν ''ομολογία'' ακόμη και από το Μεγάλο Μάγιστρο του τάγματος, Ζακ ντε Μολέ. Όσον αφορά στους μάρτυρες, το κοινό σημείο τους είναι ότι δεν μπόρεσαν να προσφέρουν την παραμικρή απόδειξη ή, έστω, μαρτυρία ''από πρώτο χέρι''.

Αλλά ουσιαστικά διηγήθηκαν διάφορες ιστορίες, θρύλους, μύθους και διαδόσεις που υποτίθεται ότι κυκλοφορούσαν ευρέως για το τάγμα. Κάποιοι, όπως ο ιππότης Ιωάννης ντε Χόιρ, ισχυρίστηκαν ότι ''είχαν διαβάσει'' ή ''είχαν δει'' βιβλία τα οποία υποτίθεται ότι κυκλοφορούσαν μεταξύ των Ναϊτών και τα οποία επιβεβαίωναν τα όσα τους καταμαρτυρούσαν. O παραπάνω ιππότης, για παράδειγμα, είπε ότι διάβασε σε ένα βιβλίο που ανήκε σε κάποιον Ναΐτη ότι ''ο Χριστός, ο υιός του Θεού, δεν είναι γεννημένος από μία παρθένα αλλά προέρχεται από τον σπόρο του Ιωσήφ, του συζύγου της Παρθένου Μαρίας, και ότι συνελήφθη όπως και οποιοσδήποτε άλλος άνθρωπος, καθώς αυτός δεν ήταν ο Χριστός αλλά ένας ψεύτικος προφήτης''.

Παρόμοιες καταγγελίες αφθονούσαν στα πρακτικά της δίκης, όπως η ιστορία που διηγήθηκε ο Δομινικανός μοναχός Θωμάς ντε Ρεντεμέρ, ο οποίος είπε ότι κάποιος Ναΐτης ενώ βρισκόταν στο νεκροκρέβατό του, απαγόρευσε λίγο πριν ξεψυχήσει στην αδελφή του να επιτρέψει να γδύσουν το πτώμα του. H αδελφή όμως δεν υπάκουσε στην παραίνεση, αντίθετα έγδυσε η ίδια το νεκρό αδελφό της, περιμένοντας ότι θα βρει κάποιο σημάδι αγιοσύνης, ταιριαστό με την ιδιότητά του. Ωστόσο αυτό που βρήκε, σύμφωνα με τα λόγια του Θωμά, ήταν ''η απεικόνιση ενός Εσταυρωμένου κρεμασμένη στο γυμνό του δέρμα δίπλα στον πρωκτό του''. O ίδιο μοναχός είχε και άλλες ιστορίες να διηγηθεί.

Μάλιστα μία από αυτές παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Ένας άλλος Δομινικανός, είπε, του εξομολογήθηκε ότι ένας ετοιμοθάνατος Ναΐτης στο Λίνκολν έλαβε τη Θεία Κοινωνία λίγο πριν πεθάνει, όμως αφού ο ιερέας που τον κοινώνησε αναχώρησε, την έφτυσε σε ένα δοχείο νυκτός που υπήρχε δίπλα. Όμως υπήρχαν ακόμη πιο εξωφρενικές μαρτυρίες που, όσο και αν αυτό φαίνεται σήμερα απίστευτο, βάρυναν αποφασιστικά στην τελική απόφαση. Για παράδειγμα, κάποιος Ριχάρδος Μπεράρντ δήλωσε ότι άκουσε ''25 χρόνια πριν'' έναν καυγά Ναϊτών με έναν Οσπιταλιέρο και ο τελευταίος βρίζοντάς τους, ανέφερε ότι ''ασπάζονται πρωκτούς''.

Οι κατηγορίες σε βάρος του τάγματος ''αποδεικνύονταν'' στα μάτια των κατηγόρων τους από αρκετές παρόμοιες μαρτυρίες, τις οποίες παρουσίασε ο Πάπας Κλήμης στη σύνοδο της Βιέννης (Βιέν) της Γαλλίας (περίπου 30 χιλιόμετρα νότια της Λυών) το 1311. H Ιερά Σύνοδος των επικεφαλής της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας είχε σκοπό να εξετάσει τρία κομβικά ζητήματα για τη δυτική Χριστιανοσύνη: την παροχή βοήθειας στους Αγίους Τόπους (που πριν από δύο δεκαετίες είχαν χαθεί οριστικά για τους Λατίνους), τις μεταρρυθμίσεις στην Καθολική Εκκλησία και, φυσικά, την δίκη των Ναϊτών. Τελικώς το θέμα των Ναϊτών επισκίασε όλα τα υπόλοιπα, κάτι που κάνει φανερό ότι σε αυτή τη φάση ήταν το σημαντικότερο ζήτημα για τους εκκλησιαστικούς και κοσμικούς άρχοντες της Δύσης.


Είναι αξιοσημείωτο ότι στη σύνοδο, παρά την άνεση χρόνου που υπήρχε, έφθαναν μόνο αποσπάσματα και περιλήψεις των μαρτυριών και των πρακτικών που κρατήθηκαν στις κατά τόπους ανακρίσεις. Επίσης άξιο αναφοράς είναι ότι μέχρι το 1311 υπήρχαν διώξεις, φυλακίσεις και βασανιστήρια Ναϊτών εκτός από την Γαλλία και στην Αγγλία, την Αραγονία, την Πορτογαλία, την Τοσκάνη, τη Λομβαρδία, την Κύπρο αλλά και στην Ελλάδα. Το περιεχόμενο των μαρτυριών αλλά και -κυρίως- η ευρύτατη δυσφημηστική εκστρατεία που είχε λάβει διαστάσεις σε ολόκληρη την Ευρώπη, βάρυναν ιδιαίτερα στις αποφάσεις των ιεραρχών που συγκεντρώθηκαν στη Βιέννη.

Παρά το βαρύ κλίμα και τις φανερές πιέσεις του Κλήμη, υπήρξαν αρκετοί που δήλωναν ότι το τάγμα, ως εκλεκτό μέλος του σώματος της Εκκλησίας που είχε προσφέρει πολύτιμες υπηρεσίες κατά το παρελθόν, δικαιούνταν μίας ουσιώδους υπεράσπισης. Αυτοί ανήκαν αρχικά σε μία ισχνή μειοψηφία, που έβλεπε το θέμα στην ηθική του διάσταση ή είχε κάποιους πρότερους δεσμούς με το τάγμα. Αντίθετα, στο πλευρό του Πάπα βρίσκονταν εκείνοι που θεωρούσαν ότι και μόνο η συνέχιση της ύπαρξης του τάγματος, με την τεράστια αρνητική δημοσιότητα που είχε λάβει, ήταν εξαιρετικά επιζήμια για την Εκκλησία. Μεταξύ των αντιπάλων του τάγματος ήταν και εκείνοι που είχαν υποχρεώσεις στον βασιλιά της Γαλλίας.

Άλλωστε την εποχή αυτή η επίδραση του Γάλλου μονάρχη στη δυτική Εκκλησία είχε ξεπεράσει κάθε προηγούμενο στα χρόνια της Καπέτιας δυναστείας. H επιρροή του Φίλιππου του ''Ωραίου'' έφθανε μέχρι και την τοποθέτηση Καρδιναλίων, ακόμη και Παπών, κατά βούληση. Παρόλα αυτά, όταν τέθηκε το θέμα επιτακτικά με το ερώτημα ''δικαιούνται ή όχι υπεράσπισης οι Ναΐτες'', η μεγάλη πλειοψηφία των ''πρελάτων'' αποφάνθηκε καταφατικά. Όπως παραδίδει ο βιογράφος του Πάπα, ο Δομινικανός μοναχός Πτολεμαίος της Λούκα, ''οι ιεράρχες συζήτησαν με τους Καρδινάλιους για τους Ναΐτες

Τα γεγονότα (οι μαρτυρίες και το κατηγορητήριο) τα σχετικά με το θέμα διαβάστηκαν στους ιεράρχες και κλήθηκαν ένας-ένας ενώπιον του ποντίφικα για να δηλώσουν αν θα πρέπει να επιτραπεί στους Ναΐτες ακρόαση ή υπεράσπιση. Όλοι οι ιεράρχες της Ιταλίας εκτός από έναν, όλοι από την Ισπανία, τη Γερμανία, τη Σουηδία, την Αγγλία, τη Σκωτία και την Ιρλανδία, συμφώνησαν με αυτήν την άποψη (να τους δοθεί υπεράσπιση). Το ίδιο και οι Γάλλοι, εκτός από τους ιεράρχες της Ρεμς, της Σενς και της Ρουέν. Αυτή η στάση της συντριπτικής πλειοψηφίας των ιεραρχών (από τους 114 που πήραν μέρος στη σύνοδο μόλις 6 - 7 δεν υποστήριξαν τους Ναΐτες) έθεσε σε κίνδυνο ολόκληρη τη διαδικασία που είχαν ξεκινήσει ο Φίλιππος και ο Κλήμης.

H προσπάθειά τους υπονομεύθηκε και από ένα ακόμη γεγονός: ο προκαθήμενος της Καθολικής Εκκλησίας είχε ζητήσει δημόσια πριν από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας από τους εκπροσώπους των Ναϊτών -όποιοι και αν ήταν αυτοί- να παρουσιαστούν στη σύνοδο για να υπερασπιστούν το τάγμα τους. Θα σκεφτόταν κανείς ότι μάλλον δεν σκόπευε να τους επιτρέψει κάτι τέτοιο, όμως σίγουρα δεν περίμενε ότι θα βρίσκονταν τόσο θρασείς Ναΐτες που θα αψηφούσαν τη δίωξη και θα ταξίδευαν στη Βιέννη. Μόλις εμφανίστηκε όμως μία ομάδα από επτά Ναΐτες, τους οποίους ακολούθησαν άλλοι δύο, ο Κλήμης έσπευσε να τους φυλακίσει.

Πρόλαβαν όμως, εκμεταλλευόμενοι την προσωρινή απουσία του Πάπα, να εμφανιστούν στη σύνοδο, φέρνοντας τον Ποντίφικα σε εξαιρετικά δύσκολη θέση. Οι Ναΐτες αυτοί υποστήριξαν μπροστά στους συγκεντρωμένους ιεράρχες, πριν συλληφθούν, ότι δεν ήταν ένοχοι των κατηγοριών. Άφηναν δε σαφείς υπόνοιες για τους πραγματικούς λόγους για τους οποίους διώκεται το τάγμα. Πρόσθεσαν ακόμη ότι ''1.500 έως 2.000'' ομοϊδεάτες τους βρίσκονταν γύρω από τη Λυών και ήταν αποφασισμένοι να τους προσφέρουν υποστήριξη. Πάντως ουδείς Ναΐτης από τη Λυών εμφανίστηκε, οπότε δεν επαναλήφθηκε στη Σύνοδο της Βιέννης αυτό που είχε γίνει λίγο καιρό πριν στο Μάιντς της Γερμανίας όπου ένοπλοι Ναΐτες εισέβαλαν στο επαρχιακό Συμβούλιο την ώρα που συνεδρίαζε.

Το περιστατικό με τους θαραλλέους Ναΐτες που εμφανίστηκαν ενώπιον της συνόδου, μνημονεύεται από τον ίδιο τον Πάπα σε επιστολή του προς τον Φίλιππο της Γαλλίας. Στις αρχές Δεκεμβρίου του 1311 η κατάσταση, μετά την απροκάλυπτη υποστήριξη που είχαν προσφέρει στην υπόθεση των Ναϊτών οι περισσότεροι ιεράρχες, είχε φθάσει σε αδιέξοδο. Τυχόν ελεύθερη υπεράσπιση των Ναϊτών -και μάλιστα, όπως πρότειναν κάποιοι, από την αντιπροσωπία που βρισκόταν φυλακισμένη στα μπουντρούμια της Βιέννης- μπορεί να αποδεικνυόταν καταστροφική για την πλεκτάνη που είχαν υφάνει προσεκτικά οι αυλικοί του Φιλίππου με τον Πάπα. Οπότε, ο βασιλιάς της Γαλλίας αποφάσισε να πάρει τα πράγματα στα χέρια του.

Μαζί με το σύνολο σχεδόν της αυλής του μετέβη στην Λυών όπου κατέλυσε. Από τη Λυών, αφού συναντήθηκε με Γάλλους Επισκόπους και Καρδιναλίους, έστειλε μία τετραμελή αντιπροσωπία στο Πάπα, στην οποία μετείχε ο πρωθυπουργός του Φιλίππου, Εγεράρδος του Μαρινί, καθώς και ο Νογκαρέ. O Φίλιππος έριχνε το βάρος του ως ισχυρότερου μονάρχη της Ευρώπης στην ζυγαριά που θα καθόριζε την τύχη του Ναού. Στην επιμονή του Γάλλου βασιλιά προστέθηκαν και οι πιέσεις του αντίστοιχου της Αραγονίας, που είχε βάλει στο μάτι την περιουσία του τάγματος στην περιοχή δικαιοδοσίας του και διαβλέποντας ότι τα πράγματα βαίνουν προς την διάλυση του Ναού, είχε ενώσει τη φωνή του με τους υποστηρικτές της ''τελικής λύσης''.

Στις 20 Μαρτίου ο Γάλλος βασιλιάς με ολόκληρη τη μεγαλόπρεπη ακολουθία του έφθασε στη Βιέννη για να πιέσει πρόσωπα και καταστάσεις. Οι υπουργοί του είχαν ήδη προλειάνει το έδαφος, χρησιμοποιώντας πειθώ, δωροδοκίες, απειλές και άλλους τρόπους πίεσης των πρελάτων. H αλλαγή πλεύσης των Αραγονέζων αντιπροσώπων και η παρουσία του βασιλιά, καθώς και οι πιέσεις που αναφέραμε, είχαν άμεσα αποτελέσματα: οι επαφές του Πάπα με τους πρελάτους έδειχναν ότι πλέον οι απόψεις είχαν μεταβληθεί και ότι η μεγάλη πλειοψηφία θα υποστήριζε την άμεση και χωρίς παραπέρα ακροάσεις, διάλυση του τάγματος. Έτσι και έγινε. Στις 3 Απριλίου, ο Πάπας, έχοντας στο πλευρό του τον βασιλιά της Γαλλίας, ανακοίνωσε την επίσημη διάλυση του Τάγματος του Ναού.


H περιουσία των Ναϊτών θα δινόταν κατά κύριο λόγο στους Ιωαννίτες (Οσπιταλιέρους) αλλά και σε άλλα προϋπάρχοντα τάγματα στην Ιβηρική και αλλού. Στην πραγματικότητα στον Φίλιππο πέρασε εμμέσως η διαχείριση μεγάλου μέρους αυτής της περιουσίας, προφανώς για να τη χρησιμοποιήσει για τη χρηματοδότηση μίας νέας σταυροφορίας. O Φίλιππος ευχαρίστως χρησιμοποίησε τα άφθονα έσοδα για να χρηματοδοτήσει την εξαιρετικά πολυέξοδη διακυβέρνησή του. H Βούλα που οριστικοποιούσε τη διάλυση του τάγματος, έφερε ημερομηνία 22 Μαρτίου, ονομαζόταν Vox in excelso και αποτελεί την ληξιαρχική πράξη θανάτου του Τάγματος του Ναού. Αξίζει να δούμε με ποιο σκεπτικό ο Πάπας από την Αβινιόν δικαιολόγησε την απόφασή του:

''Λαμβάνοντας υπόψη την αναισχυντία, τις υποψίες, τους θορυβώδεις υπαινιγμούς και τα υπόλοιπα που έχουν κατατεθεί ενάντια στο τάγμα, καθώς και την μυστική και εν κρυπτώ υποδοχή των αδελφών αυτού του τάγματος και τη διαφοροποίηση πολλών εξ αυτών των αδελφών από τα γενικά ήθη και έθιμα των υπόλοιπων εν Χριστώ πιστών. Διαπιστώνοντας επίσης το βαρύτατο σκάνδαλο που προκάλεσαν αυτά τα πράγματα, ένα σκάνδαλο που δεν φαίνεται ότι μπορεί να περιοριστεί εφόσον αυτό το τάγμα συνεχίζει να υπάρχει, καθώς και τον κίνδυνο για την πίστη και τις ψυχές και το ότι πολλά φριχτά πράγματα μπορεί να έχουν γίνει από πολλούς αδελφούς αυτού του τάγματος. 

Πολλοί (αδελφοί του τάγματος) έχουν εντρυφήσει στην αμαρτία της κακοήθους αποστασίας ενώπιον του ίδιου του Κυρίου Ιησού Χριστού, στο αμάρτημα της απεχθούς ειδωλολατρίας, στη βδελυρή βλαστημία των σοδομιστών λαμβάνοντας υπόψη ότι η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία μερικές φορές έχει καταστείλει άλλα επιφανή τάγματα για ασυγκρίτως λιγότερο σοβαρές αιτίες από εκείνες που αναφέραμε παραπάνω -όχι δίχως πικρία και λύπη και όχι ως δικαστική ποινή- καταργούμε το Τάγμα του Ναού και το ίδρυμα, το ένδυμα και το όνομά του, διά μίας μη ανακλητής και στο διηνεκές έγκυρης απόφασης και το θέτουμε (το τάγμα) υπό αιώνια απαγόρευση με την επιδοκιμασία της Ιεράς Συνόδου. 

Απαγορεύουμε στον καθένα εφεξής να προσχωρήσει στο τάγμα αυτό στο μέλλον ή να λάβει ή να φορέσει το ένδυμά του ή να ενεργήσει ως Ναΐτης. Διότι εάν οποιοσδήποτε δράσει αντίθετα με τα παραπάνω θα υποστεί αφορισμό ipso facto''.

Ακολούθησε η μοιρασιά της περιουσίας του τάγματος, που απασχόλησε τους Άγιους πατέρες της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας για σχεδόν ένα μήνα ακόμη. O στόχος του Κλήμη για δημιουργία ενός νέου τάγματος δεν επιτεύχθηκε, αλλά προχώρησε αυτοδίκαια στην παραχώρηση της περιουσίας στο τάγμα του Ξενώνα. Βεβαίως στην πραγματικότητα οι Οσπιταλιέροι πήραν μονάχα ένα μικρό μέρος από την τεράστια περιουσία του Ναού. Στην σχετική Βούλα, που ονομαζόταν Ad providam, ο Κλήμης ξεκαθάριζε ότι ναι μεν η περιουσία του Τάγματος του Ναού περιερχόταν στους Οσπιταλιέρους, ωστόσο σημείωνε ότι αυτά που θα λάμβαναν θα ήταν εκείνα που θα απέμεναν μετά την παρακράτηση τυχόν εξόδων αλλά και των δικαιωμάτων του βασιλιά, της Ρώμης, των ιεραρχών και των κοσμικών αρχόντων επ' αυτής της περιουσίας.

Αλλά ακόμη και αυτά τα ''υπολείμματα'' οι Οσπιταλιέροι δυσκολεύτηκαν πολύ να τα πάρουν υπό τον έλεγχό τους. Τα περισσότερα κατέληξαν στο Γαλλικό και Αραγονέζικο θρόνο, ενώ και πολλοί ιεράρχες και φεουδάρχες επωφελήθηκαν για να αυξήσουν τις περιουσίες τους εις βάρος του διαλυμένου τάγματος. Με τον τρόπο αυτό ο Κλήμης έγραψε το φινάλε της παρουσίας του τάγματος των φτωχών ιπποτών του Χριστού. Οταν διαλύθηκε, έμεναν ακόμη λιγότερα από 10 χρόνια για να συμπληρώσει τον δεύτερο αιώνα ''ζωής'' του. Τα περισσότερα από τα υψηλόβαθμα μέλη του φυλακίστηκαν για απροσδιόριστο χρονικό διάστημα ή θανατώθηκαν στην πυρά. Το ''κυνηγητό'' των Ναϊτών συνεχίστηκε για πολύ καιρό.

Οι περισσότεροι συνελήφθησαν και δικάστηκαν στα κατά τόπους δικαστήρια. Πολλοί κατόρθωσαν να επιβιώσουν είτε εγκαταλείποντας απλά το τάγμα είτε εντασσόμενοι στους Οσπιταλιέρους. Άλλοι, που βρέθηκαν αθώοι από τα κατά τόπους δικαστήρια ή προσέφυγαν στην εκκλησία και έγιναν δεκτοί, κατόρθωσαν μάλιστα να κερδίσουν και μία αποζημίωση με τη μορφή μίας ισόβιας σύνταξης ή ενός καταπιστεύματος με το οποίο θα μπορούσαν να συντηρηθούν. Οι συντάξεις κατά κανόνα ήταν ιδιαίτερα μεγάλες. H αιτία ήταν ότι οι Ναΐτες διατηρούσαν -από τις μέρες της παντοδυναμίας τους- στενές σχέσεις με τους κατά τόπους εκκλησιαστικούς λειτουργούς. Αυτοί και ιδιαίτερα οι Επίσκοποι ήταν αρμόδιοι για την διάθεση των συντάξεων, οι οποίες ήταν κατά κανόνα γενναιόδωρες μέχρι υπερβολής.

Τόσο γενναιόδωρες που ο Πάπας αναγκάστηκε να ζητήσει από Επισκόπους στην Γαλλία, την Φλάνδρα, την Αγγλία, τη Γερμανία, την Ιταλία, την Κύπρο και στην Αραγονία να μειώσουν δραστικά τα χορηγούμενα ποσά. Όσοι διέφυγαν και δεν κρίθηκαν από κάποιο δικαστήριο, διατάχθηκαν να εμφανιστούν εντός ενός έτους στις κατά τόπους εκκλησιαστικές αρχές. Εάν δεν το έπρατταν, θα κηρύττονταν αιρετικοί και θα αντιμετώπιζαν τις ανάλογες ποινές. H Εκκλησία περίμενε από τους τέως Ναΐτες που δεν διώχτηκαν, είτε να ενταχθούν στους Ιωαννίτες είτε να αποσυρθούν σε κάποιο μοναστήρι όπου θα ζούσαν το υπόλοιπο του βίου τους. Ωστόσο οι περισσότεροι δε φαίνεται να υπάκουσαν σε αυτήν την προσταγή.

Κάποιοι, μάλιστα, έχασαν το δικαίωμα της σύνταξης εξαιτίας της άρνησής τους να κλειστούν σε κάποιο μοναστήρι, ενώ κάποιοι άλλοι εκμεταλλευόμενοι τις γνωριμίες τους κατάφεραν να συνεχίσουν να παίρνουν τη σύνταξή τους αν και παράκουσαν την Παπική εντολή. Οι περισσότεροι φαίνεται ότι δημιούργησαν οικογένειες και εντάχθηκαν κανονικά στις κατά τόπους κοινωνίες. Παρόλα αυτά, η Εκκλησία θεωρούσε ότι οι Ναΐτες παρά τη διάλυση του τάγματος, συνέχιζαν να βρίσκονται υπό τους όρκους που είχαν δώσει με την είσοδό τους, για πενία και αγνότητα. Όμως κάποιοι εκ των πρώην Ναϊτών άλλαξαν δραματικά ζωή.

Ήδη το Σεπτέμβριο του 1313 ο τέως Διδάσκαλος των Ναϊτών στο Κορμπερί, Βερνάρδος του Φοντιμπού, εμφανίστηκε στην αυλή του βασιλιά της Αραγονίας ως πρεσβευτής του Μουσουλμάνου άρχοντα της Τυνησίας. Σύμφωνα με τους θρύλους πολυάριθμοι Ναΐτες με ολόκληρο το στόλο τους και ένα μεγάλο μέρος της περιουσίας τους δραπέτευσαν στην Σκωτία. Λίγα χρόνια αργότερα θα ανταπέδιδαν τη χάρη στους Σκωτσέζους άρχοντες που τους καλοδέχτηκαν, συμμετέχοντας, όπως αναφέρει η παράδοση, με αποφασιστικό τρόπο στη νικηφόρα μάχη του Μπάνοκμπερν, όπου οι Σκωτσέζοι επικράτησαν των Άγγλων και κέρδισαν την ανεξαρτησία τους. Σύμφωνα με άλλους θρύλους, οι Ναΐτες αναχώρησαν για την Αμερική, με τους κατοίκους της οποίας (υποτίθεται ότι) είχαν ήδη εμπορικές επαφές για αρκετές δεκαετίες.


Οι Ναΐτες, σύμφωνα με αυτές τις αρκετά μυστικιστικές πεποιθήσεις, είναι οι ''γενειοφόροι λευκοί Θεοί'' της παράδοσης των Αζτέκων. Άλλοι θρύλοι θέλουν τους Ναΐτες να επιβιώνουν ως μία μυστική αδελφότητα στην ίδια την ηπειρωτική Ευρώπη, ακόμη και στη Γαλλία. Ακόμη και σήμερα υπάρχουν οργανώσεις και σύλλογοι που ''σφετερίζονται'' το όνομά τους. Όλες αυτές οι οργανώσεις, δίχως εξαίρεση, θεωρούν εαυτούς ''αυθεντικούς'' συνεχιστές του τάγματος. Όμως ανεξάρτητα με την τύχη της πλειονότητας των Ναϊτών όλων των βαθμίδων, ο τραγικός επίλογος της ιστορίας του τάγματος θα γραφόταν τρία χρόνια μετά την Σύνοδο της Βιέννης. H δίκη του Μεγάλου Μάγιστρου του τάγματος, Ζακ ντε Μολέ, που είχε ήδη περάσει επτά χρόνια στη φυλακή, ήταν ένα προσωπικό στοίχημα για το Φίλιππο.

O βασιλιάς της Γαλλίας ήθελε να στείλει τον ντε Μολέ στην πυρά και φυσικά έσπευσε να πιέσει ώστε η δίκη να γίνει στο Ιλ ντε Φρανς και συγκεκριμένα στο Παρίσι, ώστε να μπορεί να επηρεάσει το αποτέλεσμά της. Τόσο ο ντε Μολέ όσο και οι συγκατηγορούμενοί του, ο Ούγος του Περώ, ο Γοδεφρείδος του Γκονβίλ και ο Γοδεφρείδος του Σαρνέ, είχαν ''ομολογήσει'', κάτω από το βάρος της φυλάκισης και των μαρτυρίων που υπέστησαν. Όμως ο Ζακ ντε Μολέ και ο Γοδεφρείδος του Σαρνέ, την ύστατη ώρα και ενώπιον της ειδικής συνόδου που συγκάλεσαν στο Παρίσι οι τρεις Καρδινάλιοι που ήταν υπεύθυνοι για την δίκη, αποφάσισαν να αποσύρουν την ομολογία τους και να δηλώσουν αθώοι όλων των κατηγοριών.

Την απόφαση για τη μοίρα τους θα λάμβανε ο Γάλλος βασιλιάς, που ενημερώθηκε για την υπαναχώρησή τους. H ετυμηγορία του Φίλιππου ήταν η αναμενόμενη: θάνατος στην πυρά και για τους δύο. Ήταν 18 Μαρτίου του 1314 όταν οι δύο ανώτεροι ηγέτες του τάγματος που είχαν απομείνει εν ζωή παραδόθηκαν στην πυρά στο Ιλ ντε Ζαβιό. Σύμφωνα με το θρύλο ο Ζακ ντε Μολέ από τη νεκρική πυρά του καταράστηκε τόσο τον Φίλιππο όσο και τον Κλήμη, καλώντας τους να παρουσιαστούν μαζί του στην επουράνια κρίση του Θεού μέσα στην ίδια χρονιά.  Πραγματικά, ο Κλήμης άφησε την τελευταία του πνοή το Σάββατο 20 Απριλίου του 1314, ενώ στις 29 Νοεμβρίου του ίδιου χρόνου τον ακολούθησε ο Φίλιππος ο Ωραίος.

O οίκος των Καπέτων δεν είχε καλύτερη τύχη, αφού ξεκληρίστηκε μέσα σε μία γενιά. Με τον τρόπο αυτό τέλειωσε η επίσημη ιστορία του Τάγματος των Φτωχών Ιπποτών του Χριστού και του Ναού του Σολομώντα. Όμως ο θρύλος του τάγματος θα επιβίωνε της διάλυσής του και θα τροφοδοτούσε τη φαντασία ανθρώπων κάθε φυλής, θρησκείας και φύλου, που ακόμη και σήμερα προσπαθούν να ανακαλύψουν τους κρυμμένους θησαυρούς και τα τρομερά μυστικά των λευκοντυμένων ιπποτών που φορούσαν τον κόκκινο σταυρό στο στήθος.

ΖΑΚ ΝΤΕ ΜΟΛΕ 

H τραγική φιγούρα των τελευταίων ημερών του τάγματος. O τελευταίος μάγιστρος του τάγματος, ο Ζακ ντε Μολέ (Jacques de Molay), γεννήθηκε περί το 1245 στο Μολέ της Βουργουνδίας, ως γόνος μίας ήσσονος αριστοκρατικής οικογένειας. Ήταν από τα ελάχιστα μέλη του τάγματος στην ύστερη περίοδο των Ναϊτών που σταδιοδρόμησαν κυρίως στην Λατινική Μέση ανατολή (συμπεριλαμβανόμενης της Κύπρου), αφού μετέβη εκεί από το 1270 όταν είχε μόλις πέντε χρόνια στην υπηρεσία των Ναϊτών. Ελάχιστα πράγματα είναι γνωστά για τη ζωή και το έργο του ή τις δραστηριότητές του στο πλαίσιο του τάγματος πριν από την αναρρίχησή του στην πρωτοκαθεδρία του Ναού, ενώ στα αρχεία δεν φαίνεται να κατείχε κάποια ανώτερη θέση στην ιεραρχία του τάγματος.

O ντε Μολέ εμφανίζεται στο προσκήνιο μετά την πτώση της ακρας, όταν φέρεται ως ένας από τους αδελφούς ιππότες που συνόδευσαν τον τότε Μάγιστρο, Θιμπώ Γκοντέν, στην Κύπρο. O θάνατος του τελευταίου στις αρχές του 1292 άνοιξε το δρόμο στον ντε Μολέ για την αρχηγία του τάγματος, καθώς συνεπεία της καταστροφής στην Άκρα, ένας μεγάλος αριθμός ανώτερων αξιωματούχων του τάγματος είχε σκοτωθεί και ο ανταγωνισμός ήταν ελάχιστος. H ανακήρυξη του ντε Μολέ στο ύπατο αξίωμα του Ναού έγινε πριν από τις 20 απριλίου, όπως δείχνει ένα έγγραφο του βασιλιά της αραγονίας με αυτή την ημερομηνία, που τον αναγνωρίζει ως Μέγα Μάγιστρο.

O ντε Μολέ ήταν επί της ουσίας ένας Ναΐτης ''παλαιάς σχολής'', που αδυνατούσε να προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα και προσπάθησε να περισώσει ό,τι ήταν δυνατόν, δίχως να εξετάσει την αναγκαιότητα αλλαγής της φυσιογνωμίας και του χαρακτήρα του τάγματος, παρότι σύμφωνα με κάποιες πηγές προσπάθησε να προχωρήσει σε κάποιες μεταρρυθμίσεις, οι οποίες ωστόσο έμειναν ημιτελείς. Με την ανάληψη των καθηκόντων του, άρχισε να αναλώνεται σε μία προσπάθεια να εξασφαλίσει βοήθεια από τη δυτική Χριστιανοσύνη τόσο για να ενδυναμώσει την κυριαρχία των Ναϊτών, που πλέον φιλοξενούνταν στην Κύπρο, όσο και για μία απόπειρα ανακατάληψης των αγίων τόπων.

Μία μακρά περιοδεία στην ευρώπη που ξεκίνησε το 1293, τον έφερε σε επαφή με σημαντικές προσωπικότητες της ευρώπης εκείνου του καιρού, όπως τον Πάπα Βονιφάτιο, το βασιλιά της Αγγλίας εδουάρδο και τον Κάρολο της Νάπολης. Σε μία σύνοδο του τάγματος που πραγματοποιήθηκε το 1293 στο Μοντπελιέ, ο ντε Μολέ προσπάθησε να περάσει μία σειρά από μεταρρυθμίσεις στο χαρακτήρα του τάγματος, με ελάχιστη επιτυχία. Ανάλογη απόπειρα με επίσης πενιχρά αποτελέσματα έκανε το 1296 σε μία νέα σύνοδο στην Αρλ. Όταν επέστρεψε στην Κύπρο, ο ντε Μολέ είχε να αντιμετωπίσει πολλά προβλήματα.

Κάποια από αυτά αφορούσαν στις συνεχιζόμενες ενδοχριστιανικές έριδες, τη συνέχεια εκείνων που είχαν καταδικάσει τις χριστιανικές ηγεμονίες της Ουτρεμέρ. το ίδιο το τάγμα φαίνεται να είχε προβλήματα με το βασιλιά της Κύπρου, Ερρίκο B' και ο ντε Μολέ χρειάστηκε αρκετές φορές να τηρήσει σθεναρή στάση για να υπερασπιστεί τα συμφέροντα των Ναϊτών, που στην πράξη συνέχισαν να συμπεριφέρονται ως κράτος εν κράτει. H διπλωματική αδεξιότητα του ντε Μολέ φάνηκε κυρίως στην αντιμετώπιση από μέρους του της επαναφοράς της πρότασης για συγχώνευση των Ναϊτών με τους Ιωαννίτες. O ντε Μολέ ανάλωνε τις προσπάθειές του σε ατελέσφορες διαπραγματεύσεις για την ανακατάληψη των Αγίων Τόπων.


H σημαντικότερη από αυτές ήταν η απόπειρα συνεννόησης με το Ιλχανάτο των Μογγόλων, που αντιμετώπιζαν τον καιρό αυτό τους Μαμελούκους της Αιγύπτου. H κλήση του ντε Μολέ στη Γαλλία για να συσκεφθεί με τον Πάπα και τον αρχηγό των Οσπιτελιέρων για τη δυνατότητα νέας σταυροφορίας ήταν η αρχή του τέλους τόσο για το τάγμα, όσο και για το Μάγιστρό του. O ίδιος ο ντε Μολέ συνελήφθη στο Παρίσι όπου είχε πάει για την κηδεία της Αικατερίνης των Βαλουά. Κατά τη διάρκεια των ανακρίσεων ο ντε Μολέ ομολόγησε ότι μέρος της τελετής εισδοχής ενός νέου μέλους στο τάγμα αποτελούσε η άρνηση του Χριστού και η ποδοπάτηση του σταυρού, κάτι που είχε τρομακτικές επιπτώσεις στην ήδη ''τραυματισμένη'' εικόνα του τάγματος.

O ντε Μολέ μαζί με ακόμη με άλλους τρεις ανώτερους αξιωματούχους του Ναού, καταδικάστηκαν στις 18 Μαρτίου του 1314 σε ισόβια δεσμά, αλλά η επιμονή του στην αθωότητα του τάγματος για τις κατηγορίες που του είχαν προσάψει, ώθησε τον Φίλιππο να διατάξει να ριχθεί στην πυρά. H ποινή εκτελέστηκε το ίδιο βράδυ στο Ιλ ντε λα Σιτέ, όπου κάηκαν στην πυρά ο Ζακ ντε Μολέ και ο Γοδεφρείδος του Σαρνέ. την ώρα που ο ντε Μολέ βρισκόταν στην πυρά, σύμφωνα με έναν δημοφιλή μύθο, καταράστηκε τον Φίλιππο και τους απογόνους του.

Πολλοί θεώρησαν ότι πρόκειται για πραγματική κατάρα, με δεδομένο ότι μετά το θάνατο του Φίλιππου -λίγο καιρό μετά την εκτέλεση του ντε Μολέ- οι τρεις γιοι του τον διαδέχθηκαν κατά σειρά μέσα σε 14 μόλις χρόνια στο θρόνο, ενώ με τον τελευταίο εξ αυτών έσβησε και η δυναστεία των Καπέτων μοναρχών. Οι Γάλλοι ονόμασαν τους τελευταίους Καπέτους Rois Maudits (''Καταραμένοι Μονάρχες'').

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΥΛΙΚΟ


(Κάντε κλικ στις φωτογραφίες για μεγέθυνση)

* ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ: ΜΕΡΟΣ Α'ΜΕΡΟΣ Γ'