Τετάρτη, 26 Απριλίου 2017

Η κουλτούρα αυξάνει το αίσθημα ευτυχίας

Οι καλλιεργημένοι άνθρωποι, που τους αρέσει να πηγαίνουν συχνά σε πολιτιστικές εκδηλώσεις, όπως μουσεία, θεατρικές παραστάσεις, συναυλίες μουσικής και εκθέσεις τέχνης ή που οι ίδιοι παίζουν κάποιο μουσικό όργανο ή ζωγραφίζουν, είναι πιο πιθανό να αισθάνονται μεγαλύτερη ικανοποίηση στην ζωή τους, άσχετα με το πόσο τυπικά μορφωμένοι ή πόσο πλούσιοι είναι, σύμφωνα με μια νέα βρετανική επιστημονική έρευνα.

Όμως η σχέση ανάμεσα στην κουλτούρα και το αίσθημα ευτυχίας και ικανοποίησης δεν είναι ακριβώς η ίδια για τα δύο φύλα.

Στους άνδρες, σύμφωνα με τη μελέτη, είναι κυρίως οι «παθητικές» δραστηριότητες, όπως η επίσκεψη σε μουσεία ή η παρακολούθηση συναυλιών, που ανεβάζουν την ψυχολογική διάθεση και βελτιώνουν την υγεία τους.

Στις γυναίκες, αντίθετα, η σχέση είναι πιο «ενεργητική», καθώς όταν παίζουν μουσική ή οι ίδιες δημιουργούν κάποια άλλη μορφή τέχνης, τότε νιώθουν λιγότερο άγχος και κατάθλιψη.

Οι ερευνητές του Νορβηγικού Πανεπιστημίου Επιστήμης και Τεχνολογίας ανέλυσαν στοιχεία από σχεδόν 51.000 ενήλικες, οι οποίοι έδωσαν λεπτομερείς πληροφορίες για τις συνήθειές τους, την υγεία τους, τα αισθήματά τους για τη ζωή τους κ.λπ.

Έτσι, οι ερευνητές κατέληξαν στο αδιαμφισβήτητο συμπέρασμα ότι όχι μόνο υπάρχει άμεση και στενή σχέση ανάμεσα στις καλλιτεχνικές και πολιτιστικές δραστηριότητες και στην ευτυχία (όσο περισσότερη η κουλτούρα, τόσο μεγαλύτερη η ευτυχία), αλλά επίσης ότι οι άνδρες αισθάνονται καλύτερα όταν είναι θεατές, ενώ οι γυναίκες όταν δρουν οι ίδιες και δεν παρακολουθούν απλώς.

Οι ερευνητές διαβλέπουν ότι οι πολιτιστικές δραστηριότητες μπορούν να παίξουν ρόλο στην προώθηση της υγείας σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο, αν και αναγνωρίζουν ότι υπάρχει πάντα το ερώτημα «η κότα έκανε το αυγό ή το αυγό την κότα», με την έννοια ότι δεν είναι σαφές σε ποιο βαθμό οι άνθρωποι γίνονται πιο υγιείς και ευτυχισμένοι επειδή ασχολούνται με τα πολιτιστικά πράγματα ή…το ρίχνουν στην κουλτούρα, επειδή εξ αρχής αισθάνονται ωραία με τον εαυτό τους.

Σύμφωνα με το Γαλλικό Πρακτορείο, η σχετική μελέτη δημοσιεύτηκε στο περιοδικό επιδημιολογίας “Journal of Epidemiology and Community Health” του Βρετανικού Ιατρικού Συλλόγου.